Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

16/1/12

Ένας άστεγος



Η αλήθεια είναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι, αλλά θα βγει το βράδυ: θα έρθουν
τα σκυλιά… έχω ψαρέψει
από τον κάδο στην Ομήρου
δυο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε, θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν, θα ζεσταθώ.
Ε, όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Δεν πάνε… ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν, ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν τη θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν απ’ τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
«Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!»
Ε, πώς! Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

12/1/12

Το δικό μας χαμόγελο


του Γιάννη Ρίτσου

Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.

Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας. Πάρτε με. Βγάλτε απ’ τη μέση κείνον που με φράζει» . Η θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».
Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που ’κανες για ν’ αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μανάδες. Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.

Ήσυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ’ το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. Άναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.

Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθιές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,
-Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.
-Μόχτος δίχως πλερωμή.
-Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.
-Άδεια ζωή.
-Ναι.
-Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.
-Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.
- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα…
-Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.
-Ω, τότες…
- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό ’ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ’ αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.
-Ω, τότες, ναι.
-Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.

Βραδιάζει για τα καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες-ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ένα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ’ τις σκηνές της ακρογιαλιάς:

Όσα βλέπουμε μπροστά μας
απ’ τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ζήτω, ζήτω η εργατιά.

Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ’ όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κοιτάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ’ τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.
-Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;
-Έτσι ξανασαίνω, γιε μου.
-Και δεν κουράζεσαι;
-Άμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ’ αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα ’βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ’, κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ’ τη μοσκοβολιά τους.
-Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;
-Αμ’ δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ’ αστέρια πάρεξ τα λουλούδια πού ’χουνε τα δέντρα τ’ ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που ’ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.

Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Έπλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευωδίαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.
- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ’ έφτανε ίσαμε δώ• λίγο πιό πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου ’γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Έ, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιός μας κρατάει; Έτσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γώ το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου. Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς. Τί 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Έ, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. Άλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι.
Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.

Πηγή: Ιστοσελίδα του κ. Σαραντάκου

Η φωτογραφία: Τα λεμόνια της αυλής μας, στο Αιγάλεω, που επιμένουν να βγαίνουν συνεχώς και αδιάκοπτα. Κάποιες φορές μάλιστα, γεννιέται και ένα γιγάντιο. Όπως τις μέρες αυτές. Με τα μεγάλα κρύα.

24/12/11

Επί γης… Ελευθερία

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του 2005 στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, πριν η σύγκρουση με τα μικροαστικά ανακλαστικά της «ανανεωτικής» Αριστεράς θέσει τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα, «εκτός γραμμής». Σήμερα, αφιερώνεται, από τον ίδιο, στους ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ ΑΠΕΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑΣ.


«Καν Ηρώδης πολεμή κοπιών ανωφελώς,
θρηνήσει δε αψευδώς
ότι το κράτος αυτού καθαιρείται ταχύ».
ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ


Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπροστά σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ’ αυτήν παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Έχουν όμως να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο.
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ



«Έχετε όπλα. Το ίδιο κι εμείς. Έχετε μπαρούτι και βόλια. Το ίδιο κι εμείς. Είσαστε αποφασισμένοι να πολεμήσετε. Το ίδιο κι εμείς˙ θα πολεμήσουμε μέχρι η τελευταία σταγόνα του αίματός μας να ποτίσει αυτό το βοσκοτόπι».

Το μεγαλείο των παραπάνω λόγων ανήκει σε κείνο το είδος αποφασιστικότητας που όλοι αναγνωρίζουμε ως «Θυσία». Οι μεγάλοι, οι γενναίοι, οι δυνατοί, είναι οι αποφασισμένοι να θυσιαστούν. Και οι μικροί, οι δειλοί, οι αδύναμοι; Μα δεν υπάρχουν τέτοιοι. Η μικρότητα, η δειλία, η αδυναμία είναι συμπτώματα μιας αλαλίας.

Ο άνθρωπος που δεν έχει ήχους, εικόνες, σύμβολα και μύθους μεγάλους, γενναίους και δυνατούς, πώς να φωνάξει το μεγαλείο που δίκαια του δόθηκε με την γέννησή του; Γι’ αυτό, φυσικά, ο μύθος του αδύναμου Χριστού, ενός φτωχού μωρού σ’ ένα παχνί, έκανε τους ανθρώπους να «μιλήσουν» το μεγαλείο που έκρυβαν στην ψυχή τους, και γι’ αυτό άλλωστε η θεολογία έσπευσε να βάλει τάξη στον μύθο, να τον ξεδοντιάσει, να τον βουβάνει, να τον καταντήσει ιδεολογία. Γιατί η Ιστορία είναι γεμάτη από περιστατικά στα οποία οι πιο ασήμαντοι, καθημερινοί, φαινομενικά αδύναμοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να θυσιαστούν, προκειμένου να μείνουν ελεύθεροι.

Ελεύθερος ήθελε να μείνει ο Osceola, ο ηγέτης των Ινδιάνων Seminole, ο ρακένδυτος, «πρωτόγονος», αγράμματος άνθρωπος, στον οποίον ανήκουν τα λόγια της αρχής. Και δεν τα είπε σε οποιονδήποτε. Τα είπε στον Zachary Taylor, τον μελλοντικό πρόεδρο των Η.Π.Α. Και δεν ήταν μόνο λόγια. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1837, τον αντιμετώπισε πλάι στην λίμνη Okeechobee της Florida. Μόνος του; Αυτός ο άγριος, έναν στρατηγό; Όχι. Ο λαός των Seminole αντιμετώπισε το έκτο σύνταγμα του στρατού των Η.Π.Α. Μέσα σε τρεις ώρες χάθηκαν 105 λευκοί στρατιώτες και τρεις (!) ιθαγενείς. Οι γενναίοι Seminole έτρεψαν σε φυγή τους εισβολείς, οι οποίοι πλήρωσαν ακριβά την απρονοησία τους να επιτίθενται σε φτωχούς γεωργούς την ημέρα που οι ιερείς τους έψαλαν υποκριτικά το «Επί γης ειρήνη». Το ράπισμα στην αλαζονεία της κυβέρνησης των Η.Π.Α. μπορεί να μην ήταν αρκετά ισχυρό, ώστε να γλιτώσει τους Seminole από την εξορία και τον εξανδραποδισμό, αλλά φαίνεται πως παραήταν διδακτικό, αφού ακόμη και σήμερα οι 19.000 απόγονοι των μαχητών Seminole αυτοαποκαλούνται «Ο λαός των ανυπότακτων».



Πραγματικά, ταυτότητα αυτού του λαού υπήρξε αποκλειστικά η βούλησή του για ελευθερία. Οι Seminole δεν είχαν κοινή καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία. Είχαν μόνο γη και διάθεση να συμβιώσουν αρμονικά. Αποτελούνταν από Ινδιάνους διαφόρων φυλών, φυγάδες Αφρικανούς σκλάβους και μιγάδες διαφόρων συνδυασμών. Από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι Ισπανοί άποικοι της Florida προσπαθούσαν να «εκπαιδεύσουν» τους Ινδιάνους στο δουλοκτητικό σύστημα. Εκείνοι αγόραζαν νέγρους, αλλά δεν είχαν τρόπο να τους χρησιμοποιήσουν, αφού η οικονομία τους ήταν κατά βάση οικιακή και οι θεσμοί τους δεν προέβλεπαν κάτι ανάλογο.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, οι νέγροι είχαν μετατραπεί σε ελεύθερους «Μαύρους Ινδιάνους». Έφεραν όπλα και είχαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πρώην ιδιοκτητών τους. Παράλληλα, όσοι σκλάβοι κατάφερναν ν’ αποδράσουν από τις φυτείες κατέφευγαν με τις οικογένειές τους στα χωριά των Seminole. Η πρώτη αντίδραση των δουλοκτητών, όταν είδαν τον πληθυσμό των Seminole να αυξάνεται επικίνδυνα, ήταν η «αυτοδικία». Προσπάθησαν να πάρουν πίσω τους σκλάβους, αλλά δεν κατάφεραν τίποτε. Στη συνέχεια στράφηκαν προς τον «νόμο», τον ομοσπονδιακό στρατό.

Επί μία εικοσαετία, οι Seminole απέκρουαν συνεχώς τις επιθέσεις του στρατού. Τελικά, παρά την λυσσαλέα αντίσταση, αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της εξορίας, προς την Oklahoma. Μετά την μάχη της λίμνης Okeechobee, ο Osceola συνελήφθη, καταδικάστηκε, φυλακίστηκε, και πέθανε δέσμιος την επόμενη χρονιά. Οι Seminole συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και στην εξορία τους. Οι βάρβαροι «πολιτισμένοι» εφάρμοσαν τακτική συστηματικής γενοκτονίας στους «πολιτισμένους» βαρβάρους.

Εκατόν εξήντα οκτώ χρόνια μετά από εκείνα τα Χριστούγεννα, η νέα Ρώμη, για να ολοκληρώσει το «εκπολιτιστικό» έργο της, προσπαθεί να μετατρέψει το ιερό για τους σύγχρονους Seminole πεδίο μάχης της 25ης Δεκεμβρίου του 1837 σε εμπορικό κέντρο. Φυσικά, ο «λαός των ανυπότακτων» ανθίσταται με όλα τα μέσα που διαθέτει. Και διαθέτει αρκετά: ανδρεία, αγάπη για τον πλησίον, πνεύμα συνεργασίας, ειλικρινή αφοσίωση στα σύμβολά του, πίστη στην δύναμη του ανθρώπου να ορίζει την ζωή του, αποφασιστικότητα, αυτοθυσία.

23/12/11

Χρόνια Πολλά;


Επειδή είναι έτσι, να μου λείπουν οι ευχές...

2/12/11

Ο Άγριος, ο Όρειος και η υπηρέτριά τους



Ανθρωποφάγοι Γίγαντες, μισοί άνθρωποι μισοί αρκούδες ήταν ο Άγριος κι ο δίδυμος αδελφός του Όρειος. Η όμορφη Πολυφόνη, κόρη του Έλληνα ήρωα Βελεροφόντη, ήταν πιστή στη θεά Άρτεμη και περιφρονούσε τις απολαύσεις της θεάς Αφροδίτης. Μια μέρα, εκεί που κυνηγούσε, η παραπονεμένη θεά την έκανε να ερωτευτεί μιαν αρκούδα και να ζευγαρώσει μαζί της. Από τον έρωτα αυτό γεννήθηκαν δυο τέρατα, δυο αρκουδόπαιδα, ο Άγριος κι ο Όρειος.

Μεγάλωσαν γρήγορα κι άρχισαν να κατασπαράζουν τους γείτονες και τους περαστικούς. Ο Δίας έστειλε τον Ερμή να τους τιμωρήσει κι εκείνος ετοιμαζόταν να τους κόψει τα χέρια και τα πόδια, όταν εμφανίστηκε ο Άρης και τον παρακάλεσε να βρει κάποια άλλη τιμωρία. Τότε ο Ερμής μεταμόρφωσε τον ένα σε αετό και τον άλλο σε γύπα. Την υπηρέτριά τους, που καμιά φορά τους μαγείρευε ανθρώπινο κρέας να φάνε, την μεταμόρφωσε σε τρυποκάρυδο, αφού δεν έκανε παρά μόνο αυτό που την διέταζαν οι κύριοί της.

Από την Εγκυκλοπαίδεια των Τεράτων του Γιώργου Μπλάνα

7/11/11

Χάρτινη κυβέρνηση

3/11/11

Συμμαχία λύκων και σκυλιών


Οι λύκοι κάποτε είπαν στα σκυλιά:
- Τι λόγο έχουμε να μαλώνουμε αδιάκοπα; Μοιάζουμε τόσο, που μπορούμε θαυμάσια να μονιάσουμε πια σαν αδέρφια. Στο μόνο που διαφέρουμε, είναι στη γνώμη. Σ΄ εμάς αρέσει η ελεύθερη ζωή, ενώ εσείς είστε δούλοι των ανθρώπων. Κάθεστε να σας δέρνουν και να σας δένουν με το λουρί και σεις τους φυλάτε τα πρόβατα και τους γλείφετε τα χέρια. Ύστερα αυτοί, για το ευχαριστώ, σας πετούν τα κόκαλα που δεν μπορούνε να φάνε οι ίδιοι. Αν, λοιπόν, θελήσετε ν΄ αλλάξετε γνώμη, παραδώστε μας τα κοπάδια. Θα τα ΄χουμε συντροφικά και θα τρώμε ώσπου να χορτάσουμε.

Οι σκύλοι παραδέχτηκαν πως όλ΄ αυτά ήταν πολύ σωστά. Παράδωκαν λοιπόν τη στάνη στους λύκους, και περίμεναν. Οι λύκοι όμως, όταν βρέθηκαν στη στάνη, πρώτα τα σκυλιά σκότωσαν, για να τρώνε τα πρόβατα ανεμπόδιστοι.

Μύθος του Αισώπου, Αρχαίο κείμενο, Βικιθήκη
Μεταφρασμένο κείμενο, Πάρε Δώσε

28/10/11

Ο ύψιστος θεσμός είναι ο Λαός

4/10/11

Απροσάρμοστοι (Μνήμη Άλωσης 2009)


Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη, από παράνομο λεύκωμα, έκδοση ΕΛΑΣ-ΕΑΜ, 25 Μάρτη 1943, Πηγή: Ενθέματα.



Τέτοια ζωή μας μέλλονταν, να γράφουμεν επιστολές
που να μη στέλνουμε από μίαν αξήγητη δειλία
μονάχα να τις δένουμε σε κορδελίτσες παρδαλές
και να το βρίσκουμε και τούτο ασήμαντη ασχολία.

Να πάλλεται βαθιά η καρδιά, που άξια είτανε για τα καλά,
κι όμως να ζούμε πάντοτε στη σκοτισμένη αφάνεια•
οι ταπεινοί πατώντας μας να δείχνουν μέτωπο ψηλά
και τα δικά μας άπρεπα να φέρουνε στεφάνια.

Το πρόσωπό μας να φορεί φρίκης γκριμάτσα τραγική,
φιλάρεσκα ν' αφήνουμε να λεν πως μας πηγαίνει
να βλέπουμε να φεύγει η ζωή μακριά μας ξένη, βιαστική
και να περνάμε, αθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Το κάθε τι, και πιο πολύ τ΄ όνειρο, να μας τυραγνά
τα βλέμματα των διαβατών στα μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι να δείχνουμε κι όμως τα χέρια μας τ΄ αγνά
να κράτησαν και να κρατούν ακόμα μενεξέδες.

Να λαχταρούμε σαν παιδάκια ευαίσθητα κι ασθενικά
-δικαίωση και παρηγοριά της ζωής μας την αγάπη
κι αν κάποτε τη βρήκαμε να μας προσμένει μυστικά
όμως το χέρι ν΄ απλωθεί ζητώντας την εντράπη.

Τα μέτρια ν΄αποφεύγουμε μ΄ αδιάλλαχτην αποστροφή,
(αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου)
νάναι μας έπαθλο η πληγή, τι μάταιο γνώση μας σοφή
η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου.

Να ξεκινάμε τις αυγές και πάνω μας μαύροι οιωνοί
οι αμφιβολίες να μας κρατούν στην ίδια πάλι θέση
κ΄ εμείς μ΄ αηδία να φτύνουμε τον εαυτό μας που θρηνεί
και να φοράμε κόκκινο της ανταρσίας το φέσι.

Τότε να ονειρευόμαστε μιαν αλλαγή κ΄ ευθύς ξανά
να σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σε ιερή λατρεία του πόνου,
τις ήττες ν΄ ανεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινά
κι αξιοπρεπώς να παίρνουμε το λάχτισμα και του όνου.

Καχύποπτοι και μίζεροι μέσα στα φρούρια της σιωπής
να κλειδωνόμαστε άβουλοι, να κάνουμ΄ έτσι χάζι
τον κόσμον εξετάζοντας πίσω απ΄ τον κύκλο μιας οπής
και, θαρραλέοι, σκιά μικρού πουλιού να μας τρομάζει.

Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί
κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσά τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους.

Εχθρούς να υποψιαζόμαστε παντού κ΄ οι ολόφωτοι ουρανοί
να ισκιώνονται απ΄ τον ίσκιο μας και, φεύγοντας κινδύνους,
να ζούμε μόνοι πλέκοντας για τους εχθρούς δημίου σκοινί
και να κρεμάμε εμείς εμάς αθώους αντί για κείνους.

Γιάννης Ρίτσος, Τρακτέρ, ποιήματα 1930-1960, Αθήνα, Κέδρος, 1972, σ.σ. 41-42

27/9/11

Γκουλόν



Μεγάλος σαν λυκόσκυλο είναι ο ανισόρροπος και επικίνδυνος Γκουλόν, από τα μέρη της Γερμανίας, λέει ο Σκανδιναβός εξερευνητής Olaus Magnus. Και είναι το κεφάλι του και τ΄ αυτιά του σαν μεγάλης γάτας και το πρόσωπό του παχύ με μάτια πεταχτά από την ασωτία. Όσο για τα δόντια και τα νύχια του, κόβουν και σκίζουν σαν ξυράφια. Πυκνό είναι το τρίχωμά του και πολύ καλής ποιότητας.

Γι΄ αυτό οι Γερμανοί φτιάχνουν ωραία γούνινα καπέλα με το τομάρι του. Το κρέας του δεν τρώγεται, αλλά το αίμα του ίσως να είναι αφροδισιακό, λένε. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι καθόλου εύκολο να πιαστεί νεκρός ή ζωντανός.

Πώς περνάει τις μέρες του, λοιπόν, αυτό το ανισόρροπο τέρας; Ακολουθώντας την ακατάσχετη βουλιμία του. Γυρίζει και βρίσκει ψοφίμια ζώων κι ανθρώπων και τρώει τόσο πολύ που τουμπανιάζει και γίνεται σαν μεγάλο τσουβάλι. Και πάει και βρίσκει δυο δέντρα το ένα κοντά στο άλλο, και στριμώχνεται και περνάει ανάμεσά τους με το ζόρι και ξερνάει το φαγητό του κι αδειάζει και τρέχει αμέσως πάλι και βρίσκει άλλα ψοφίμια και ξανατουμπανιάζει απ΄ το πολύ φαΐ, κι άντε πάλι απ΄ την αρχή να ψάχνει να βρει δέντρα για να στριμωχτεί.

Από την Εγκυκλοπαίδεια των Τεράτων του Γιώργου Μπλάνα, στον οποίο ανήκει, επίσης, και η δημιουργία της εικόνας.