Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

14/2/13

Λι Πο: Ο ποιητής του έρωτα και του οίνου


Στη Βανγκ Λουν

του Λι Πο
μτφρ: Α. Αγγελάκης

Είχα ανεβεί πια στο καράβι
κι όλη μου η έγνοια ήταν να φύγω
όταν ακούστηκε απ' την όχθη το τραγούδι σου
- απρόσμενα - που τραγουδούσες χτυπώντας ρυθμικά
το ποδαράκι σου.
Χίλια πόδια είναι βαθιά η Λίμνη του Λουλουδιού
της Αχλαδιάς
αλλά τόσο βαθιά δεν είναι, όσο η αγάπη
μέσα στο αντίο σου.



Ο Κινέζος ποιητής Λι Πο, γνωστός και ως Λι Μπάι, Λι Πάι και Λι Μπο, γεννήθηκε το 701. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρόγονοί του είχαν εξοριστεί στις αρχές του 7ου  αιώνα, πιθανόν λόγω κάποιου εγκλήματος, στην απομακρυσμένη περιοχή της βορειοδυτικής Κίνας, τη σημερινή Ξιν Γιάνγκ όπου κατοικούσαν Ουιγούροι σε καθεστώς αυτόνομης περιφέρειας. Ο λαός αυτός είναι τουρκογενής και παραμένει μέχρι σήμερα στην ίδια περιοχή.

Ο πατέρας του ήταν μικροεπιχειρηματίας και η μητέρα του έπλενε ρούχα συμπληρώνοντας το οικογενειακό εισόδημα. Όταν ο Λι Πο έγινε πέντε ετών ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση για την άρση του εκτοπισμού η οποία έγινε δεκτή από τις αρχές. Έτσι μετακόμισαν στην επαρχία Σετσουάν που θεωρείτο περισσότερο πολιτισμένη από τα χρόνια εκείνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής των προγόνων του στη βορειοδυτική Κίνα, η οικογένεια αναμίχθηκε με ντόπιους κι έτσι εξηγούνται τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά του ποιητή. Σύμφωνα με περιγραφές ήταν ψηλότερος από το μέσο Κινέζο, με ευρύ στόμα και διογκωμένα μάτια.

Πολύ νωρίς επικεντρώθηκε στη μελέτη λογοτεχνικών και θρησκευτικών κειμένων αναζητώντας τον εσωτερικό κόσμο, αντίθετα από την κομφουκιανή εκπαίδευση της εποχής με την οποία ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι ήταν αρκετά εξοικειωμένος. Έτσι, αφοσιώθηκε στον Ταοϊσμό που τον προσέλκυσε έναντι του Κομφουκισμού, λόγω του ρομαντικού μυστικισμού. Μελετώντας σε βάθος τη θρησκεία αυτή, σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Ταοϊστής Κάο Τιεν Σιχ του απένειμε και δίπλωμα. Εν τω μεταξύ είχε ξεκινήσει να γράφει ποίηση. Μάλιστα, από το 720 ο κυβερνήτης της επαρχίας είχε προβλέψει ότι ο νεαρός Ταοϊστής θα γινόταν ένας σπουδαίος ποιητής ενώ θεωρώντας τον ιδιοφυΐα τού πρότεινε να παραμείνει κοντά του ως κρατικός υπάλληλος, πράγμα το οποίο ο ανήσυχος Λι Πο δεν δέχθηκε.  

Μετά από μια ταραγμένη εφηβεία, περίοδο κατά την οποία ασχολήθηκε και με την πολεμική τέχνη, άρχισε να στρέφεται στο στοχασμό με αποτέλεσμα στα 20 χρόνια του να εγκατασταθεί στα βουνά βόρεια της Σετσουάν ζώντας ως ερημίτης μαζί με έναν συμμαθητή του από τη σχολή Ταό και  κατοικίδια πουλιά. Από τότε ο Λι Πο άρχισε να αποκτά φήμη για τη σοφία και το ποιητικό του ταλέντο.

Μετά από τέσσερα χρόνια απομόνωσης, αισθανόμενος πλέον συναισθηματικά και πνευματικά ώριμος αποφάσισε να διευρύνει τους ορίζοντές του, και να γνωρίσει τον κόσμο έξω από τα όρια της  Σετσουάν. Ταξιδεύοντας βόρεια, πέρασε τον ποταμό Γιάνγκτσε και φτάνοντας στην επαρχία Χουμπέι εγκαταστάθηκε κοντά στη λίμνη Τάνγκ-τινγκ. Εκεί γνωρίστηκε με την Χσου Χσιν Σιχ, εγγονή του πρώην έπαρχου και παντρεύτηκαν το 727. Αν και απέκτησαν μαζί δέκα παιδιά το σαράκι της περιπλάνησης εξακολουθούσε να τρώει τον Λι Πο. Έτσι, εξακολουθούσε να ταξιδεύει στη χώρα, πότε μαζί και πότε χώρια από τη γυναίκα του, επισκεπτόμενος άλλους ποιητές και διανοούμενους. Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σύναψε ακόμη δύο γάμους. Όπως και να ΄χει, με τα ταξίδια του όχι μόνο αυξανόταν το ποιητικό έργο του Λι Πο, αλλά και η φήμη του που έφθανε σιγά σιγά σε επίπεδο θρύλου. 


Ωστόσο, ένα περιστατικό τον έκανε να αναρριχηθεί και ταξικά, αποκτώντας την εύνοια των κυβερνώντων. Το 735 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην επαρχία Σανσί ήρθε αντιμέτωπος με εχθροπραξίες στην περιοχή Αν Σι. Τότε έσωσε τη ζωή του στρατιωτικού Κούο Τζούι που αργότερα όταν έγινε ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς των Τανγκ του ανταπέδωσε το καλό, ανάλογα.

Πέντε χρόνια αργότερα, 740, ο Λι Πο πέρασε μια περίοδο συντροφιά με πέντε ακόμη λογοτέχνες.  Οι «Έξι τεμπέληδες στο ποταμάκι των μπαμπού», όπως έγιναν γνωστοί, αποτελούσαν μια άτυπη ομάδα αφιερωμένη στην ποίηση και στο κρασί. Έμειναν μαζί στη βορειοανατολική επαρχία Σαντόγκ, επί έναν περίπου χρόνο και απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο πέρασαν μέρες «ποίησης μετά οινοποσίας».

Το 742, επισκεπτόμενος την πρωτεύουσα Τσανγκ έγινε θερμά δεκτός τόσο ο ίδιος όσο και η ποίηση και οι γνώσεις του από την αυτοκρατορική αυλή. Το γεγονός ενόχλησε κάποιους οι οποίοι φρόντισαν να «αποδείξουν» ότι ένα ποίημά του αποτελούσε μια κακόβουλη σάτιρα κατά του καθεστώτος. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η αιτία της απομάκρυνσής του από το παλάτι ήταν ότι ο Λι Πο τριγυρνούσε μεθυσμένος δημιουργώντας επεισόδια, όπως το να απαιτεί από τον υπασπιστή του αυτοκράτορα να του βγάλει τις λασπωμένες μπότες μπροστά από το θρόνο στον οποίο τύχαινε εκείνη τη στιγμή να κάθεται ο … ίδιος ο αυτοκράτορας!  

Έτσι, ο Λι Πο ξεκίνησε πάλι τις περιπλανήσεις στα βουνά και στις πόλεις της Κίνας. Περιπλανήσεις που κράτησαν μια δεκαετία και διακόπηκαν απότομα όταν ενεπλάκη σε μια εξέγερση. Τότε δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, ωστόσο η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία στα νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας μετά την παρέμβαση του Στρατηγού Κούο Τζούι που δεν ξέχασε ποτέ ότι τον γλίτωσε από το θάνατο και πρότεινε την ανταλλαγή της θέσης του με τη ζωή του ποιητή. Η ανάμειξη του Λι Πο στις εξεγέρσεις του 756 αφορούσαν στο ρόλο του Συμβούλου που το έδωσε ένας εκ των αντιπάλων του Αυτοκράτορα.

Κατά τη διαδρομή προς τη σημερινή Γιουνάν, την πλέον απομακρυσμένη νοτιοδυτική περιοχή της αυτοκρατορίας, ο Λι Πο  δεν έδειξε να βιάζεται. Αντίθετα μάλιστα σταματούσε για κοινωνικές επισκέψεις, για να γράψει αλλά και περιγράψει όσα έβλεπε αφήνοντας σημαντικά ιστορικά στοιχεία στις επόμενες γενιές.  Όταν κόντευε πια να φτάσει στον τόπο εξορίας έλαβε το μήνυμα της αυτοκρατορικής χάρης και αμέσως ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής περνώντας και από άλλες περιοχές όπου απόλαυσε στο μέγιστο, φαγητό και κρασί  με  καλή παρέα, ενώ δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση.  

Από τότε και μέχρι το 762 περιορίστηκε σε μικρά ταξίδια. Τότε, 762, ο φίλος του Λι Λι Γιανγκμπί διορίστηκε δικαστής σε Επαρχία και ο Λι Πο τον ακολούθησε αλλά σύντομα πέθανε. Έτσι, δεν πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι ο αυτοκράτορας είχε αλλάξει και ο ίδιος είχε διοριστεί Γραμματέας του νέου.  

Για το θάνατό του πλέχτηκαν θρύλοι. Σύμφωνα με τον πιο διαδομένο ο Λι Πο πνίγηκε πέφτοντας από τη βάρκα του, σε μια προσπάθεια  ν΄  αγκαλιάσει την αντανάκλαση του φεγγαριού στον ποταμό Γιανγκτσέ (μακρύ ποτάμι).  Ωστόσο, η πραγματική αιτία φαίνεται να ήταν ο σκληρός και περιπετειώδης τρόπος ζωής του. Όμως, ο μύθος αποτελεί μέχρι σήμερα μέρος της κινεζικής παράδοσης.

Παρ΄ όλο που η  ποίηση του Λι Πο είναι εμφανώς επηρεασμένη από τον ταοϊστικό μυστικισμό, δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για το κρασί, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής ενώ παραμένει ένας περιπλανώμενος στα μονοπάτια της εμπειρίας και της φιλίας. Με τους στίχους που απευθύνει τόσο στον στενό φίλο του και σπουδαίο ποιητή Ντου Φου όσο και σε άλλους, ακόμη και διαφορετικού φιλοσοφικού ρεύματος, αντανακλάται η τάση του Λι Πο να ζήσει τα πάντα κοντά στη φύση και τους ανθρώπους.  

Οι δυτικοί μελετητές αν και εκτιμούν ότι η ποίησή του δεν έχει να παρουσιάσει κάτι καινοτόμο παραδέχονται  τη στιχουργική δεξιοτεχνία του πράγμα που σε συνδυασμό με την άποψη ότι «φώτισε τα παλιά» τον καθιστά ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της χρυσής κινεζικής εποχής. Επιπλέον, η ποίηση του Λι Πο φαίνεται να επηρέασε όχι μόνο τον ίδιο τον Μάο Τσε Τουνγκ αλλά και ολόκληρη την αμερικανική νεωτεριστική ποίηση του 20ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σε μια αχανή χώρα, με τους απλούς στίχους του χάρισε στις επόμενες γενιές τη γεύση του πολιτισμού της εποχής του. Μέσα από τις συνταγές της ψυχής του που συνοδεύονταν πάντα από ένα ποτήρι καλό κρασί, αναδείχθηκε όχι σε έναν απλό εγκωμιαστή του οίνου, αλλά και στον πολιούχο του.


Με τον ίδιο όμως απλό τρόπο εγκωμίασε και τον έρωτα. Ένα ταξίδι είναι κι αυτός, πάνω σε ένα καράβι με το φεγγάρι απατηλό οδηγό. Εκείνο το ίδιο φεγγάρι που εξαπάτησε τον Λι Πο αντανακλώντας το φως του επάνω στο «Μακρύ Ποτάμι».

You ask why I make my home in the mountain forest,
and I smile, and am silent,
and even my soul remains quiet:
it lives in the other world
which no one owns.

The peach trees blossom,
The water flows.

Πηγές
-Dictionary of World Biography, Vol. II “The Middle Ages”, Salem Press Inc, 1998.
-Ανδρέας Αγγελάκης, Κινεζική και Ιαπωνική Ποίηση, Καστανιώτης, 1983.
-Li Po, Humanistic Texts 
-Tang poetry, Wikipedia  
-Li Bai, Wikipedia 
-Ξιν Γιάνγκ, όπως Θιβέτ, της Κορίνας Βασιλοπούλου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 12 Ιουλίου 2009
- Το ποίημα στην αγγλική και η τελευταία εικόνα από εδώ 

6/1/13

Περί αλλαγής των φώτων




Μια παράξενη συνήθεια στην Αγγλία ήταν να κατραμώνουν τους λαθρέμπορους. Τους κρεμούσαν στις ακτές της θάλασσας, τους άλειβαν με πίσσα και τους άφηναν εκεί να αιωρούνται βδομάδες, μήνες και χρόνια, καμιά φορά. Έβαζαν δε τις κρεμάλες σε απόσταση πάνω στους βράχους της παραλίας.

Αυτή η απάνθρωπη συνήθεια κράτησε ως τα τελευταία, σχεδόν, χρόνια. Στα 1822, έβλεπε κανείς στον πύργο του Δούβρου τρεις τέτοιους κρεμασμένους. Η Αγγλία έκανε τα ίδια με τους κλέφτες, τους εμπρηστές και τους δολοφόνους. Ο Τζων Πέιντερ, που έβαλε φωτιά στα ναυτομάγαζα του Πόρτσμουθ, κρεμάστηκε και κατραμώθηκε στα 1776. Ο αβάς Κόγερ τον ξαναείδε στα 1777. Ο Πέιντερ ήταν αλυσοδεμένος και κρεμασμένος πάνω από τα ερείπια που είχε προξενήσει ο ίδιος, τον φρεσκοπίσσωναν δε από καιρό σε καιρό, για να διατηρείται. Τέλος, τον αντικατέστησαν ύστερα από τέσσερα χρόνια.

Με τον ίδιο τρόπο οι Βυζαντινοί τιμωρούσαν πολλούς εγκληματίες, που έκαναν, έτσι, χρέη φαναριών!... Τους έβαζαν, δηλαδή, φωτιά στα πόδια και τους άφηναν να καίγονται σαν λαμπάδες. Και φαίνεται πως οι δολοφόνοι ήταν πολλοί την εποχή εκείνη, αφού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα φώτιζαν τον Κεράτιο κόλπο. Αργότερα, όμως, τους αντικατέστησαν με αληθινούς πυρσούς. Αυτοί, ωστόσο, που ήθελαν να καίγονται οι εγκληματίες, έλεγαν δυσαρεστημένοι: «Μας άλλαξαν τα φώτα».[1]


Η  αλήθεια είναι, βέβαια, ότι ο Σκωτσέζος γνωστός ως «Τζων ο Ζωγράφος» (James Aitken ή John Aitkin) θεωρείται ο πρώτος σύγχρονος «τρομοκράτης», μια και το Δεκέμβρη του 1776 πυρπόλησε τα βασιλικά βρετανικά ναυπηγεία, διαμαρτυρόμενος για την εξαθλίωση των Βρετανών αλλά κυρίως για να ενισχύσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Αμερικανών. Εκτελέστηκε παρουσία 20.000 πολιτών στις 10 Μαρτίου 1777, στην υψηλότερη αγχόνη που έχει στηθεί ποτέ.[2]


Πηγές
[1] Νατσούλης, Τ., (χ.χ.) Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις, Δ΄Έκδοση, Σμυρνιωτάκης, Αθήνα, σ. 324.
[2]Wikipedia, John the Painter 

31/12/12

Καλή Χρονιά


Γ. Ιακωβίδης. Ρόδια. 


K΄ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο αντικρύ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ΄ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ΄  ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού  στον κόρφο της λιακάδας.
K΄ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (V)

20/12/12

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά


Το εικονογραφημένο έμμετρο παραμύθι με τον Αϊ Βασίλη, περιλαμβάνεται στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη παιδικών βιβλίων  The Rosseta Project. Φαίνεται να δημιουργήθηκε το 1887 από την  Margarite Rice, ενώ στην ίδια ιστοσελίδα διατίθεται και στην ελληνική γλώσσα.

Εδώ η παρέμβαση διαφέρει. Από το βιβλίο διατηρήθηκε η εικονογράφηση και τη θέση των κειμένων έλαβαν στίχοι 12  Ελλήνων ποιητών, με αποτέλεσμα ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά.

Μerry crisis
and a happy new fear
















e-book (scribd)
e-book (wordpress)

6/12/12

Στεφάνι 2013



Πώς να φτιάξετε το οικογενειακό πρωτοχρονιάτικο στεφάνι 2013, με τρόπο οικονομικό και οικολογικό.

Οδηγίες κατασκευής 
Από τη στοίβα των αχρήστων προς καύση κατά τις κρύες μέρες, που έχετε ήδη δημιουργήσει, διαλέγετε το καλύτερο στεφάνι από αυτά των παρελθόντων ετών.

Καθαρίζετε,  τινάζοντας και περνώντας με νωπό πανί. Αποφύγετε τα μαντήλια δακρύων, δεν περνάνε πια. Σε περίπτωση που σας έχουν κόψει το νερό, χρησιμοποιείστε μαλακό χαρτί. Μην χρησιμοποιήσετε εφημερίδες με συνεντεύξεις εταίρων και υπουργών (δημιουργούν «ψαλίδα» στις πευκοβελόνες).

Στη συνέχεια κόψτε προσεκτικά, χρησιμοποιώντας κατάλληλο ψαλίδι, τμήματα των λογαριασμών που εκκρεμούν (πρώην ΔΕΚΟ, Εφορία, ενοίκια, δάνεια, κλπ), την κάρτα ανεργίας σας, τη φωτογραφία από την τελευταία φορά που βάλατε πετρέλαιο θέρμανσης, κουπόνια από τα φάρμακα που κάποτε μπορούσατε να αγοράζετε και άλλα έγγραφα ή κάρτες που, όλα μαζί, γέμισαν τα συρτάρια σας τη χρονιά που μας πέρασε.  

Ταιριάξετε -διακριτικά- τα αποκόμματα με τα υπάρχοντα στολίδια, προσέχοντας να αφήνετε χώρο μεταξύ τους γιατί όλο και κάτι θα προκύψει μέχρι τις 23:59 της 31ης Δεκεμβρίου 2012. Για τη σταθεροποίησή τους χρησιμοποιήστε το σάλιο σας, το οποίο έτσι κι αλλιώς έχει γίνει κολλώδες.

Για να κάνετε το στεφάνι πιο εντυπωσιακό και επίκαιρο, κρεμάστε το τελευταίο σας ευρώ, μια δραχμούλα που ενδεχομένως έχετε κρατήσει ως ανάμνηση, αλλά και διάφορα «αγαπημένα» εμβλήματα όπως εκείνα του ΝΑΤΟ, του ναζισμού, κ.ά., κατά περίπτωση (γενιά, ενδιαφέροντα και εμπειρίες). Μην ξεχάσετε την πολυαγαπημένη μας Τράπεζα της Ελλάδος, για καθαρά ιστορικούς λόγους.

Τέλος, στολίστε την κορδέλα με αστέρια ώστε να σχηματίζουν το έμβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τοποθετώντας στο κέντρο τον πλανήτη μας, όπως αποτυπώνεται στο σήμα του «σωτήρα» αυτού (ΔΝΤ). Δεν χρειάζεται να γράψετε το έτος. Αν συνεχίσουμε απλώς να τους κοιτάζουμε, όλα τα έτη θα είναι ίδια από εδώ και πέρα.*

Προστασία περιβάλλοντος-Εξοικονόμηση πόρων 
Μαζέψτε προσεκτικά όσο χαρτί έχει περισσέψει και τοποθετείστε το εκ νέου στη στοίβα προς καύση. Τα πλαστικά μέρη τοποθετείστε τα ξεχωριστά και διατηρήστε τα σε χώρο δροσερό, σκοτεινό και καθαρό. Αργότερα μπορεί να τα χρειαστείτε για να καθαρίσετε πατάτες.  

Προφυλάξεις
Το στεφάνι προτείνεται για εσωτερικούς χώρους, ώστε να αποφεύγονται τα εγκεφαλικά και άλλα επεισόδια εκ μέρους των περαστικών.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ   

*Αν έχετε διαφορετική διάθεση, φυλάξτε το στεφάνι. Θα φανεί χρήσιμο για μελλοντικές πανηγυρικές τελετές.

20/11/12

Για το μεγαλύτερο ορνιθοτροφείο...


Afternoon Chickens, Delilah Smith 

Ο καπνός μες στα μάτια
η λάμπα στον καθρέφτη
η αφή υγρασίας στα δάχτυλα
απ΄ τ΄ αδιάβροχο του μεταμφιεσμένου
όταν τη νύχτα σφύριζε ο άνεμος
στη θολωτή σήραγγα
όπου οι τυφλοί πουλούσαν
λαχεία σουγιάδες κομπολόγια
και μέσα σε μεγάλα χαρτονένια κιβώτια
μετέφεραν τους σκοτωμένους απεργούς
ώσπου να βγούμε απ΄ τ΄ άλλο μέρος
με τα μαλλιά μας όλο πούπουλα
από την ανεξήγητη εκείνη ανατίναξη
του μεγαλύτερου ορνιθοτροφείου.

Αθήνα 26.IV.76

Γιάννης Ρίτσος, Το Ρόπτρο: 32 ποιήματα από την ανέκδοτη ομώνυμη συλλογή, εκδ. Εγνατία: Τραμ/Λογοτεχνία, Θεσσαλονίκη, 1977.

11/11/12

Οι γερόντισσες και η θάλασσα


Στη μνήμη του Γιάννη Ρίτσου που «έφυγε» πριν 22 χρόνια, αφήνοντας την ποίησή του παρακαταθήκη για το μέλλον. Τα λόγια της Γκρίζαινας, ένα κομμάτι απ΄ αυτήν.

Το Χορικό με τίτλο «Οι Γερόντισσες και η θάλασσα» γράφηκε από τον Γιάννη Ρίτσο το Σεπτέμβριο του 1958, στη Σάμο. Αφιερωμένο στην ιερή μνήμη της μητέρα του, Ελευθερίας Ελευθερίου Ρίτσου, μας μεταφέρει στη ζωή των φτωχών γυναικών της εποχής και πριν από αυτήν. Επτά γερόντισσες χωρίς ονόματα (η Πρώτη, η Δεύτερη, κ.ο.κ) αναπολούν τη ζωή τους κοιτάζοντας το  ελληνικό φθινοπωρινό λιόγερμα, καθισμένες σ΄ ένα παλιό νησιώτικο λιμάνι.

Στο τέλος, χαιρετώντας τα παιδιά που φεύγουν για τη θάλασσα κάνει την εμφάνισή της, η όγδοη γυναίκα, η Γκρίζαινα η καπετάνισσα, και το έργο κλείνει με τον ακόλουθο διάλογο.

ΓΚΡΙΖΑ1ΝΑ : Ώρα καλή σας, γερόντισσες -τι τα πολεμάτε στο ξάγναντο;
τ΄ άστρα μετράτε και τα καράβια που διαβαίνουνε;
με το φεγγάρι στήσατε ψιλή κουβέντα, αλαφροΐσκιωτες ;

ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ: Ούδ΄ άστρα, ουδέ καράβια -εκείνα βούλιαξαν,
ουδέ με το φεγγάρι -εκείνο θάμπωσε,
μόνε τον κόσμο χαιρετάμε κι  αποχαιρετάμε, καπετάνισσα.

ΓΚΡΙΖΑΙΝΑ : -Όι, δα, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας -πολλά να κάνουμε έχουμε,
χίλια τέκνα γεννήσαμε, τα δώκαμε,
χίλια καράβια, τ΄ αρμενίσαμε,
χίλιες θάλασσες στη στεριά κουβαλήσαμε,
χίλιες εκκλησιές χτίσαμε,
χίλιες χιλιάδες καμπάνες κρεμάσαμε,
χίλιες χιλιάδες καρβέλια μοιράσαμε,
το λάδι της φάλαινας μισοτιμής το δώκαμε,
το δάκρυο ακέριο το κρατήσαμε,
και την ξυλοπελεκητή του καραβιού γοργόνα μόνες μας την πελεκήσαμε,
και το καράβι, ως γέρασε, τούτη σαν το σταυρό την κουβαλήσαμε,
μες στο περβόλι, ανάμεσα στα δέντρα, την εβάλαμε,
κ΄ είναι καράβια και τα δέντρα και μας αρμενίζουνε,
κ΄ είναι η γοργόνα κόνισμα, σκίζει τον άνεμο,
την προσευκή μας λέμε της, κι αυτή ακουρμάζεται,

καταμεσίς στη στράτα σαστισμένες δε στεκούμαστε,
σε κανένανε μπόδιο δε μπαίνουμε
πάρεξ σε κείνον που το δρόμο φράζει μας,

καλό ταξίδι τα γεράματα μας κάναμε,
ακόμα γάλα στα βυζιά μας έχουμε,
φλουριά στους κόμπους της μαυρομαντήλας μας κλείνουμε,
πολλά ΄χουμε να πούμε και πολλά να ορμηνέψουμε
οι γριές, ελόγου μας, οι καπετάνισσες,
κι απαιτούμε το σέβας των νέων καπετάνιων -

και με τα δυο χρυσά μας δόντια που μας απομείνανε
έχουμε ακόμα να μασήσουμε και να μιλήσουμε ώσπου κι αυτά να λειώσουν μες στο στόμα μας.

ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ: Έχουμε ακόμα να μιλήσουμε και να μασήσουμε
και να δαγκώσουμε το στερνό βόλι που κρατήσαμε για την καρδιά του χάροντα. Γεια σας, παιδιά μας. Καλοτάξιδοι.

Κείμενο και Εικόνα από το: Γιάννης Ρίτσος, Οι γερόντισσες και η θάλασσα, Κέδρος, Αθήνα, 1974.

7/10/12

Σκουλήκι ο Κατακτητής


Στη μνήμη του Έντγκαρ Άλαν Πόε
(19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849)

Για τη μνήμη των ραγιάδων


Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
  Ηλέκτρα, 2009



Για δες πρεμιέρα, γεγονός σπουδαίο στην ερημιά των ημερών μας! Συρρέουν οι άγγελοι: περούκες, χρυσαφικά, επίσημα ενδύματα... Συρρέουν δακρύβρεκτοι και κάθονται να παρακολουθήσουν κάποια παράσταση προσδοκιών και φόβων, καθώς η ορχήστρα ασθμαίνει τη μουσική των ουρανίων σφαιρών.

Μίμοι-υπερούσιαι θεοί μασκαρεμένο-γκρινιάζουν, μουρμουρίζουν λόγια ακατάληπτα, πετάνε ακατάσχετα... Ανδρείκελα είναι∙ σπαστικά υπακούουν στις εντολές κάποιων πλασμάτων άμορφων, τεράστιων, που σέρνουν πότε αποδώ, πότε αποκεί τα σκηνικά, χτυπώντας τις αθέατες γιγάντιες φτερούγες τους -ουαί!- τρομαχτικά.

Θα μείνει αξέχαστο -ασφαλώς- το πλούσιο ετούτο δράμα, το κλασικό του Φάντασμα να τρέχει να ξεφύγει από το πλήθος, που όλο το φτάνει και δεν το πιάνει, κι όλο γυρίζει στο ίδιο σημείο, κι όλα βουλιάζουν μέσα στην Τρέλα, μέσα στο Αίσχος, μέσα στον Τρόμο.

Μα, τι ΄ναι αυτό; Μες στην ανία της κωμικής παράστασης, κάτι σαλεύει κι έρχεται, κάτι σφαδάζει κι έρχεται, σαν ματωμένο, κάτι εισβάλει στην ερμιά του σκηνικού! Χτυπιέται -ναι!- και σπαρταράει κι οι μίμοι ουρλιάζουνε φρικτά και τους κατασπαράζει. Φρίττουν οι άγγελοι, βλέποντας τα πορφυρά σαγόνια του με ανθρώπινα κουρέλια στολισμένα.

Σβήνουν τα φώτα. Κεραυνός που ξέσπασε απρόσμενα πέφτει η αυλαία, τυλίγοντας σαν σάβανο τα πλάσματα που σπαρταρούν το τέλος τους, κι οι άγγελοι, οι κάτωχροι, οι ξέπνοοι οι άγγελοι σηκώνονται και λένε: «Ε, ναι, λοιπόν, αυτή είναι πραγματικά η τραγωδία "Άνθρωπος"», κι αυτός αληθινά ο πρωταγωνιστής της: Σκουλήκι ο Κατακτητής».

11/9/12

American Dream


Μεταξύ των ετών 1903 και 1913, εκατομμύρια  Ευρωπαίοι μετανάστες βγήκαν στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Σχεδόν αμέσως για πολλούς από αυτούς, το αμερικανικό όνειρο έγινε εφιάλτης: στοιβαγμένοι σε ανθυγιεινούς χώρους, ζούσαν την απόλυτη φτώχεια. Για να επιβιώσει μια οικογένεια έπρεπε να εργάζονται όλα τα μέλη της.

Η απογραφή του 1910 έδειξε ότι δύο εκατομμύρια παιδιά από 10 έως 15 ετών μοχθούσαν σε ορυχεία και αγροκτήματα, δέκα ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα. Η παιδική εργασία στις ΗΠΑ διευθετήθηκε μόλις το 1938.

 Και σα με καρυδώνουνε μουνούχο σκλάβο
οι Αμερικάνοι, εγώ να βλαστημάω το Σλάβο.
(Κ. Βάρναλης)


Η φωτογραφία λήφθηκε το 1908, σε έναν βαμβακόμυλο της Καρολίνα. Η Μαρτ Πέιν, 5 ετών, συγκέντρωνε δέκα κιλά βαμβάκι την ημέρα. Τα πάντα στη μικρούλα υποδηλώνουν την ταλαιπωρία, την καθημερινή αγγαρεία, μα και την αξιοπρέπεια, κοιτάζοντας κατ΄ ευθείαν προς την κάμερα του Λιούις Χάιν.  

Ο φωτογράφος εργάσθηκε για την Εθνική Επιτροπή Παιδικής Εργασίας, μια οργάνωση που αγωνίστηκε για την κατάργηση της παιδικής εργασίας. Προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί το κοινό τα μέλη της οργάνωσης προσπαθούσαν να συλλέξουν στοιχεία και κυρίως φωτογραφίες. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα ο Χάιν ταξίδεψε σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνοντας να διεισδύσει στα ορυχεία στη Βιρτζίνια, στις υαλουργίες της Ιντιάνα και στις φυτείες βαμβακιού στο Νότο. Για να καθησυχάσει τους φόβους των αφεντικών άλλοτε παρουσιαζόταν ως ασφαλιστής κι άλλοτε ως πωλητής της Βίβλου, ενώ κατάφερνε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των παιδιών. Στην τσέπη του, έκρυβε ένα μικρό σημειωματάριο, στο οποίο κρατούσε κρυφά σημειώσεις και την ηλικία των παιδιών την υπολόγιζε με βάση το ύψος τους. Αντί μέτρου χρησιμοποιούσε τα κουμπιά του σακακιού του τα οποία είχε βαθμονομήσει κατάλληλα.  

Πηγή: Mary Monique Robin, Les Cent Photos du SiècleEditions Du Chêne - Hachette, 1999.

30/8/12

Η γέφυρα


Η γέφυρα Λανγκλουά στην Αρλ, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1888  


Είναι μια ωραία περιπλάνηση, σχεδόν μια δραπέτευση -
δεν ξέρω από πού και για πού, -μια μυστική δραπέτευση που δίνει
μια μυστικότητα στην κάθε κίνησή μας, στον ίσκιο μας πάνω στον τοίχο,
στις απίθανες σχέσεις των δακτύλων μας, στον ήχο των βημάτων
        μας -μια εξαίσια αίσθηση
παρανομίας προς όλα, σαν του μοιχού, του κλέφτη, του φονιά,
        του αρσενοκοίτη ή του λαθρεπιβάτη,
κ' η αίσθηση της παρανομίας αυτής σού επιβάλλει
μιαν άγρυπνη προσοχή για ν' αποφύγεις τη σύλληψη,
ενώ η προσοχή σου αυτή συλλαμβάνει
το νόημα μιας αρχικής ενοχής, συλλαμβάνει
τις πιο αδιόρατες εκφράσεις της σιωπής· μα τότε πάλι
νιώθεις πως έτσι παραβιάζεις μ' αντικλείδι ένα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ύστερα από σκάλες πολλές και μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
που κάνουν ν' αντηχούν απεριόριστα οι κλειδώσεις σου,
κ' ένα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει από φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε αντιμέτωπο
με την ίδια πελώρια σκιά σου που κρατάει
μεγεθυσμένες τις σκιές των κλειδιών, που εσύ κρατάς, σα νάναι κιόλας
τα κάγκελα της φυλακής που θα σε κλείσει ισόβια· ώσπου τέλος

ανακαλύπτεις πως αυτό το χρηματοκιβώτιο
είναι δικό σου, ολότελα δικό σου
και μπορείς να τ' ανοίξεις ελεύθερα
και μπορείς να χαρίσεις όσα θέλεις στους φίλους σου
και μπορείς να σκορπίσεις όσα θέλεις στον άνεμο
με κείνη τη χαρά που δίνει το ανεξάντλητο
με κείνη τη χειρονομία μιας άσκοπης λεβεντιάς κι' ασωτείας
που είναι, ίσως, η μόνη αληθινή σκοπιμότητα.

Μα τότε νιώθεις ο ίδιος, πόσο η κίνηση αυτή θα φαίνεται ύποπτη
μες στο σκοτάδι το καρφωμένο απ' τ' άστρα, με το μετάλλινο ήχο
        των κλειδιών,
σα χτύπημα σπαθιών, ψηλά στον αέρα, αόρατων μονομάχων ή ιππέων,
μ' αυτό το σκοτεινό, πελώριο στόμιο του χρηματοκιβώτιου
που χάσκει ανοιχτό μες στη νύχτα ενώ στο βάθος του αστράφτουν
σωροί τα νομίσματα περίεργων εποχών και τόπων,
ράβδοι χρυσού σα μεγάλα καρφιά για μια σταύρωση· στοίβες
        χαρτονομίσματα
σα μυστικά τραπουλόχαρτα της Mοίρας. Kι' όσοι
δέχτηκαν μια στιγμή την προσφορά σου, μόλις στρίψεις το κεφάλι σου
δοκιμάζουν στην πέτρα τα νομίσματα, μα εκείνα δεν αφήνουν ήχο,
προσπαθούν ν' αποκρυπτογραφήσουν στα χαρτονομίσματα
τους αριθμούς και τις σφραγίδες, μ' αυτά δε διακρίνονται στο
        καταπληχτικό σκοτάδι,
και τα πετούν ξανά μπροστά στα πόδια σου και φεύγουν.

Και μένεις μόνος μ' όλο σου τον πλούτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρος στο μαγνητικό ανοιγμένο στόμιο του αδειανού πια
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρος στην ακάλυπτη τρύπα του χάους,
με τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σε μισοτελειωμένη στάση θεατρικής γενναιοδωρίας,
σαν άγαλμα ήρωα που ο ηρωισμός του
αποδείχτηκε απατηλός μετά θάνατον ― ή σαν ατέλειωτη προσπάθεια
να γίνεις άγαλμα για να μη σωριαστείς στο χώμα ― ένα άγαλμα
που τείνει μάταια σαν τσαμπί σταφύλι τ' αναπόδεκτα κλειδιά ενός
        παραδείσου.

 Γιάννης Ρίτσος, από τα Ποιήματα 1930-1960, Γ΄, Kέδρος 1964