Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

14/2/11

Το ίδιο τροπάριο

Του Γιάννη Ρίτσου*

Έτσι είναι, βρε παιδί μου. Τα γεγονότα, τα πράγματα, τα ζεις, τα βλέπεις, τα δέχεσαι ή τ' απορρίπτεις, αντιδράς σ' αυτά με αισθήματα, ιδέες, εντυπώσεις, επιλογές, κρίσεις (και πάντα με τη θέλησή σου σ' εγρήγορση). Ύστερα διυλίζονται στη μνήμη και μπορείς κουτσά στραβά να τ' αναπολείς, να τα χρησιμοποιείς ή και να τα μετασχηματίζεις ανάλογα με τις ανάγκες σου.

Κάποτε τα πιάνεις όπως το πουλί με το δόκανο απ’ το 'να ή απ’ τα δυο πόδια, του στρίβεις το λαιμό, το μαδάς, ένα τόσο δα πραματάκι κιτρινιάρικο, πετσί και κόκαλο (αυτό ήταν όλο κι όλο;), δεν ξέρεις τί να το κάνεις, τα πούπουλα ψιλοφτερουγίζουν άψυχα, τα μαζεύει η κυρα Κατίνα «που ξέρεις, μπορεί να σιάξω κάνα μαξιλαράκι», πάει, ξεχάστηκε.

Τα όνειρα όμως; Ω, αυτά σε βρίσκουν πάντοτε ανέτοιμο, με ανύπαρκτη τη θέλησή σου, σε βρίσκουν θαυμαστικά έκπληχτον, σε παίρνουν, σε ηγεμονεύουν, ανυπεράσπιστο και ταυτόχρονα συμμέτοχο και συνένοχο, σε μαγεύουν, σε τρομάζουν, ρευστά, φευγαλέα, αιφνιδιαστικά, ωστόσο πιο ολοκληρωμένα και πραγματικά από κάθε πραγματικότητα, ολοκάθαρα, ευμετάβολα, τάχιστα, απέραντα, απίθανα, έχεις φτερά, πετάς, πέφτεις, πετάς πάλι χωρίς φτερά, πέφτουν τα δόντια σου όλα μες στο στόμα σου, τα μασάς, είναι πολύ νόστιμα, άσπρα κουφέτα γάμου, έχουν στη μέση ένα μύγδαλο καθαρισμένο, τα δόντια σου τώρα είναι στη θέση τους, πιο αστραφτερά, τα βλέπεις, όχι στον καθρέφτη, στο ίδιο σου το πρόσωπο απέναντί σου, είσαι το μωρό της Ελπινίκης, ο έφηβος των Αντικυθήρων, ο Αχιλλέας, ο Έκτορας, η Εκάβη, η θεια- Καλή με τη ρόκα της και τ' αδράχτι της, η σαύρα που χώθηκε στην τρύπα κι εσύ που κοιτάζεις τη σαύρα με το μονό μάτι του Πολύφημου -τί έξοχα όλα, κατορθωτά, πειστικότατα πίσω απ’ τα κλεισμένα σου βλέφαρα, και πέφτει ένα άστρο στο χέρι σου, το δαγκώνεις να βεβαιωθείς πώς είναι χρυσή λίρα για ν' αγοράσεις πέδιλα με δυο πλαϊνά φτεράκια σαν του Ερμή ακριβώς, αυτά πού είδες στη βιτρίνα της γωνίας στο κατάστημα του Σβούρα πού είναι το ίδιο ταυτόχρονα στον Περαία, στη Μονοβάσια, στα Χανιά, στο Καρλόβασι- πειστικότατα και να, μόλις ανοίξεις τα μάτια σου εξαφανίζονται, αέρας άπιαστος, ανεπανάληπτος, αμνημόνευτος∙ πασκίζεις να θυμηθείς, ν' αναπλάσεις∙ τίποτα∙ μονάχα πότε πότε κάτι ξεφτίδια, κάτι στιγμιότυπα ασύνδετα, και σπάνια ένα ολόκληρο όνειρο, θαμβωτικό, με όλη τη φανταστικά αφάνταστη ασυναρτησία του και γοητεία του, μόνο που δε θυμάσαι πια αν ήταν έγχρωμο ή ασπρόμαυρο κι αν τα χρώματα που βλέπεις στην ανάπλασή του είναι δικά σου σαν τις παλιές χαλκογραφίες τις επιχρωματισμένες∙ και παρ' όλο το στιγμιαίο και αστραπιαίο του ονείρου, έχει μια τεράστια περιεκτικότητα πανάρχαιου και μελλοντικού χρόνου πριν απ’ τη γέννηση και μετά το θάνατο∙ κι ίσως αυτό το αρχέγονο, αιώνιο, παγανιστικό, ελεύθερο, ηδονοκρατικό κι ανενδοίαστο του ονείρου, η αυθαιρεσία του κι η γυμνότητά του είναι που μας αποθεώνει μες στον ύπνο μας και θέλουμε να το κρατήσουμε και να το πούμε βεβαιώνοντας την αιωνιότητά μας και την ελευθερία μας πάνω από κάθε φυσικό και ηθικό εμπόδιο, πέρα από κάθε ενοχή αμαρτίας και φόβο τιμωρίας αφού στα όνειρά μας δεν έχουμε αυτόπτες μάρτυρες ή δαχτυλικά αποτυπώματα, γιατί καθένας είναι μόνος μέσα στο όνειρό του και δεν το βλέπει ποτέ μαζί μ' έναν άλλον, κι όλοι το 'χουν παραδεχτεί πως τ' όνειρο προτρέχει της πραγματικότητας κι ίσως μάλιστα να τη διαμορφώνει κατά κάποιο τρόπο και να διαμορφώνει και το δικό μας χαρακτήρα ή τουλάχιστον τη συμπεριφορά μας.

Έργο του Γ. Ρίτσου. Ακουαρέλα σε πακέτο τσιγάρων. Εξώφυλλο της έκδοσης*

Και σ' αυτό ακριβώς μοιάζουν τα όνειρα με τις μνήμες της παιδικής μας ηλικίας, βαθιά φυλαγμένες μέσα μας, άπλαστες πάντα, πλάθοντάς μας, κι όχι μνήμες αλλά η ίδια η παιδική μας ηλικία, μακρινή, απόκοσμη, ξένη κι η μόνη δική μας, έγχρωμη αυτή, με χρώματα αχνά ή δυνατά, η σκουριά του καρφιού στο τραπέζι, το φόρεμα της Μαρίτσας κίτρινο με άσπρες μαργαρίτες, η ταμπέλα του χασάπικου μια μαύρη αγελάδα και μια κόκκινη, κι η ταμπέλα του σιδεράδικου ένα πράσινο φανάρι με τζάμια τάχα και μέσα του μια μακρουλή πορτοκαλιά φλόγα, η ομπρέλα της Νίνας ρόδινη, της μαμάς μενεξελιά, κι η ζεστή μυρωδιά (όταν σιδερώναν τα εσώρουχα στο μέσα δωμάτιο) ήταν σταχτιά και παπαρουνιά, κι η αναμονή όλο έρωτας (αλλά ο έρωτας είχε όλα τα χρώματα και κανένα ορισμένο), και το πρώτο μακρύ παντελόνι του Αργύρη ήταν καφετί με λεπτές μπεζ ρίγες, γιατί, όντως, όπως το 'χε πει, σε τρεις μήνες φόρεσε μακρύ παντελόνι, έγινε πιο όμορφος, πιο ψήλος, πιο μελαχρινός και πιο γαλανομάτης, τέλειωσε το σχολαρχείο, πήγε στους Μολάους, έδωσε εξετάσεις, μπήκε στο γυμνάσιο, μου 'γραφε πότε πότε, όλο η Νίνα κι η Νίνα, μου λείπει λέει η Νίνα (κι εσύ βέβαια), μου λείπει η θάλασσα και το δικό μας φεγγάρι με τις βάρκες και τους αστακούς, φοράει τώρα γαλάζιο κασκέτο και του πάει πολύ, τον κοιτάνε τα κορίτσια, μα αυτός όλο η Νίνα στο νου του, τρώει σ' ένα ταβερνάκι το συχνότερο φασουλάδα (όχι μαρίδες και χταπόδι) μα, που θα πάει; το καλοκαίρι θα γυρίσω και τότες θα λυσσάξουμε στο κολύμπι, και κείνος ο τσιφούτης ο μπάρμπας μου δε μου 'στειλε ακόμα τα λεφτά για τους αρραβώνες, μην το πεις της Νίνας (εγώ δεν της είχα πει τίποτα) και μη με ξεχνάς ως το καλοκαίρι∙ μα στο μεταξύ η Νίνα αρραβωνιάστηκε με το Χρίστο που 'χε έρθει απ’ την Αθήνα και την ερωτεύτηκε αμέσως, όμορφος με τη στολή του, ενωμοτάρχης χωροφυλακής, ψηλός, σωστό ντερέκι, πιο όμορφος απ’ τον Αργύρη, πιο άντρας, με στριφτό μουστακάκι κι αράπικα μάτια∙ η αστυνομία ήταν απέναντι απ’ την αυλή του σπιτιού μας∙ κι αυτός ο μπερμπάντης είχε κρεμάσει στα δυο πάνω παράθυρα όχι κουρτίνες αλλά χοντρά τσουβαλόπανα (τάχα για να μην μπαίνει ο ήλιος και παραζεσταίνει τα γραφεία), είχε ανοίξει δυο τρύπες και παραμόνευε (κρυμμένος στα σκοτεινά) τη Νίνα κάθε που έβγαινε στην αυλή να λιάσει τα μαλλιά της ή να κοιτάξει το βαπόρι που περνούσε ή το βυσσινί λιόγερμα (και φώναζαν κάτου οι βαρκάρηδες σαν για ν' αράξει πιο γρήγορα το πλοίο, πού 'χει ανάψει κιόλας τα φώτα του, σαν για να μη φύγει ακόμα ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά πού είχαν γίνει μενεξεδένια με κάτι σκόρπιες ωχρές βουλές)∙ κι όταν ήρθε το καλοκαίρι -που θα γύριζε κι ο Αργύρης απ’ τους Μολάους, εμείς είχαμε φύγει για τις Βελιές, μαζί κι ο Χρίστος∙ είχε έρθει κι ο Μίμης, ο μεγάλος μου αδελφός απ’ τη Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων, για τις διακοπές, όχι με τη μπλε στολή του και το σπαθάκι του, αλλά με τα κάτασπρα, απλό ναυτάκι, πιο γλυκός τώρα, πιο αδελφός μου (μ' άρεσε πολύ η μετακόμιση, η ανακατωσούρα, οι μπόγοι, τα συμπράγκαλα, οι φωνές, κι οι καθρέφτες μες στα δωμάτια άλλαζαν έκφραση σα ν' αλληθωρίζαν από κάποιο ανεξήγητο θυμό ή λύπη∙ δε μας κοίταζαν καταπρόσωπο κοίταζαν άλλου κι οι καρέκλες κουβέντιαζαν μεταξύ τους σε μια άγνωστη γλώσσα, παραξηγημένες φαίνεται με μας που φεύγαμε, και μάλιστα μια έπεσε μπρούμυτα και μου 'φραξε την πόρτα, μα εγώ πήδηξα από πάνω της κι έτρεξα κάτου στ' αμάξια που τα φόρτωναν οι υπηρέτριες, χάιδευα τα μουσούδια των αλόγων, και μόνο η μαμά ήταν λυπημένη κάτω απ’ το ψάθινο καπέλο της κι ενώ πηγαινοερχόταν έμοιαζε ακίνητη, η Λούλα κι η Νίνα -κι αυτές με ψάθινα καπέλα λουλουδοστόλιστα- κάναν τις μεγάλες, ο Χρίστος κι ο Μίμης παράμερα κουβέντιαζαν κάτι σοβαρά, ο μπαμπάς είχε φύγει δυο μέρες πριν για τις Βελιές, οι γάτες νιαούριζαν μες στα σκεπασμένα καλάθια).

Όπου, μια μέρα, που πηγαίναμε στο χωριό Άγιοι Σαράντα, ο Χρίστος κι εγώ, να ψωνίσουμε απ’ τα μπακάλικα (εκεί που ήταν το θερινό μας σπίτι δεν υπήρχαν καθόλου μαγαζιά) βλέπουμε σ' ένα χωράφι να καβαλιούνται δυο γαϊδάροι ο Χρίστος με ρωτάει: «ξέρεις τί κάνουν;», «ναι -του λέω- τσακώνουνται» (μ' όλο που ήξερα πολύ καλά -μου τα 'χαν μάθει απ’ όξω κι ανακατωτά τα χωριατόπουλα που κάναμε παρέα κάθε καλοκαίρι- μα ήθελα να τ' ακούσω απ’ το στόμα του Χρίστου, του «μπερμπάντη» -όπως τον έλεγα μέσα μου), ο Χρίστος χαμογελάει πονηρούτσικα, «όχι –λέει- δεν τσακώνονται γαμιούνται»∙ εγώ κάνω πάλι τον ανήξερο, «δηλαδή;» ρωτάω∙ «να, ο γάιδαρος χώνει το πράμα του στο πράμα της γαϊδούρας», «όλο αυτό» ρωτάω πάλι∙ «ναι, όλο»∙ «ύστερα;» «χύνει μέσα της»∙ «δηλαδή κατουράει;»∙ «όχι∙ χύνει ένα άσπρο πηχτό υγρό στη μήτρα της»∙ «έχει η γαϊδούρα μέσα της μια μίτρα σαν του δεσπότη;»∙ γέλασε πάλι ο Χρίστος «όχι μίτρα με γιώτα αλλά με ήτα» (εδώ πια φχαρστήθηκα την επίδειξή μου παρθενικότητας), «χύνει λοιπόν μέσα στην τρύπα της», «στην πάνου ή στην κάτου;» μου ξέφυγε∙ «ά, κατεργαράκο, μου τα ξέρεις και μου παρασταίνεις τον ψόφιο κοριό∙ στην κάτου, βέβαια∙ η γαϊδούρα πιάνει το σπόρο, γκαστρώνεται και γεννάει το γαϊδουράκι, όπως κάνει κι ο άντρας με τη γυναίκα»∙ «έτσι κάνεις κι εσύ με τη Νίνα μας;»∙ έσκασε στα γέλια, λάμψαμε τα ωραία κάτασπρα δόντια του, γέλασα κι εγώ όσο μπορούσα πιο δυνατά να φαίνουμαι μεγάλος, να τον ξεπεράσω, κι αυτός μου ανακάτεψε τα μαλλιά με τη χερούκλα του, κι ένιωσα πράγματι μεγάλος και λεβέντης, άξιος να κάνω κι εγώ ό,τι ο γάιδαρος με τη γαϊδάρα, κι όχι πια κείνα τα σαλιαρίσματα με τη Μαρίτσα.

Όμως ο Χρίστος ποτέ δεν έλεγε τέτοια πράματα μπροστά στη μαμά, στον μπαμπά, στη Νίνα, στο Μίμη, στη Λουλά, κι εγώ τον κοίταζα πονηρά καθώς κουβέντιαζε κι ανεβοκατέβαινε σοβαρό το στριφτό μουστακάκι του, σα να 'χαμε οι δυο μας κάποιο κοινό μυστικό, μια κρυφή συμμαχία. Άλλα κι ο Κωσταντής, το χωριατόπουλο, πέντε χρόνια πιο μεγάλος από μένα, που 'μπαινε σ' όλα τ' αμπέλια σα να 'ταν δικά του, κι έτρωγε έναν περίδρομο άπλυτα σταφύλια και βάφονταν κόκκινα τα μάγουλά του, τα σαγόνια του και τον έπιανε τσιρλιό και κατέβαζε τα βρακιά του όπου βρισκόταν ν' αλαφρώσει, κι υστέρα κολύμπαγε τσίτσιδος στο ποτάμι κι έβγαινε κι έκοβε βατόμουρα, πάλι τσίτσιδος -πόσα μου 'χε μάθει ο Κωσταντής, και το 'κανε, λέει, με τις κατσίκες, κι είναι μια χαρά, λέει, κι αν θέλω, λέει, να φέρει τις δυο κατσίκες της μάνας του να κάνουμε κι οι δυο∙ κι εγώ πολύ θα το 'θελα, μα ντρεπόμουνα και του είπα «άσε, άλλοτε», κι όταν πηγαίναμε καβάλα στα ασέλωτα άλογα (μυθικοί καβαλάρηδες σαν εκείνους τους ιππότες που γράφουν τα βιβλία ή σαν εκείνους τους μαρμάρινους καβαλαραίους μπροστά στη στέγη των αρχαίων ναών) να τα ποτίσουμε στη βρύση, και τ' άλογα βγάζαν κείνα τα μακριά μαύρα μασούρια τους που σάλευαν δίχως να νοιάζονται για τους χωριάτες που πότιζαν τα ζα τους ή για τις χωριατοπούλες που κατέβαιναν απ’ τον Αι Λια και τους Άγιους Σαράντα με βαρέλια και στάμνες να πάρουν νερό, ο Κωσταντής με σκούνταγε στον αγκώνα, μου 'δειχνε με τη ματιά του τ' άλογα και μου 'λεγε σιγανά «νάν τις είχαμε κι εμείς τόσο μεγάλες, κάλλιο κι από βασιλιάδες θα 'μασταν».

Μα όταν έπεφτε το βραδάκι και βγαίνανε τ' αστέρια και δρόσιζε ο τόπος κι ανέβαινε από τα περβόλια κι από τα μποστάνια μια μυρουδάτη υγρασία με βαθιές ανάσες και μουγκανίζαν κι αναμηρυκάζαν ήσυχα τα ζώα και τα βατράχια φώναζαν δυνατά για να φαίνεται καθαρότερα η σιωπή -τότε όλα μοιάζαν πιο όμορφα, σαν εκκλησιαστικά να πεις κι έτσι κάπως, για κάτι, σαν μετανιωμένα κι ας κάναν έρωτα την ίδια ώρα τα βατράχια. Άναβαν οι λάμπες κι οι λύχνοι στο σπίτι. Στρώναν το δείπνο. Απ' τ' ανοιχτά παράθυρα μπαίναν στις κάμαρες τα μακρινά βουνά, τα δέντρα, τα ποτάμια, οι νυχτοπεταλούδες.

Όταν αποσώναμε το δείπνο, βγαίναμε όλοι στη μεγάλη ταράτσα (εκτός απ’ τη μαμά και τον μπαμπά) να κοιμηθούμε στην αράδα στρωματσάδα. Μοσκοβολούσε ο αέρας ρίγανη, στάχυ, ρετσίνι και πιο πολύ μούστο, γιατί στη μια γωνιά της ταράτσας λιάζαν τη μαύρη σταφίδα. Πόσο κοντά βρισκόμασταν στον ουρανό. Έτσι να 'κανες το χέρι σου έπιανες το φεγγαράκι. Κι ο Μίμης μάς έδειχνε και μας ονόμαζε τ' άστρα -Ωρίων, Λύρα, Βερενίκη, Αρκτούρος, Αφροδίτη, Άρκτος η μικρή κι η μεγάλη, Κριός, ω, ω, ω, Ωρίων, Ίων, μουσική, πηγή της μουσικής, χορός, ασάλευτος στρόβιλος, ω, θα κάνουν έρωτά τ' άστρα μεταξύ τους, ω, εκεί ετοιμαζότανε το ποίημα «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα», πόσα άστρα, πόσα τριζόνια, πέφτω στο στρώμα, κρατάω τα μάτια ανοιχτά, μετράω τ' άστρα, αμέτρητα, δεν έχουνε αρχή και τέλος τ' άστρα, δεν έχει αρχή και τέλος ο κόσμος, έρωτας, μουσική, ποιήματα, νυστάζω, κάνε θε μου να μην υπάρχουν πόλεμοι, πώς νύσταξα, ειρήνη, ειρή-, ωραία, έρω-, έρωτας, Ωρί- ω, ω, Ωρίων, ω, και τα βατράχια πέρα, ρα, ρα, ρα, τ' αστέρια πέρα στον αέρα.

ΑΘΗΝΑ, 12-13.1.84

* Γιάννης Ρίτσος, Ίσως να ΄ναι κι έτσι, Μυθιστόρημα, Κέδρος, 1984, σ.σ. 64-73.

Σημ.: Το κείμενο, στην παραπάνω έκδοση, δομείται σε μία μοναδική παράγραφο.

8/2/11

Ο καμηλιέρης και η οχιά

Paul Gauguin, Self-portrait with Halo (λεπτομέρεια), 1889.


Επειδή όλοι οι ψηφοφόροι δεν είναι
ούτε καμηλιέρηδες, ούτε αγελάδες, ούτε δέντρα.
Υπάρχουν, ευτυχώς, πολλές αλεπούδες.
Και πάντως περισσότερες
από τις οχιές-αρμοστές που μας κυβερνούν.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας καμηλιέρης διασχίζοντας τον κάμπο, σταμάτησε να ξεκουραστεί εκεί που είχε καταλύσει το προηγούμενο βράδυ ένα καραβάνι έχοντας αφήσει ίχνη από τη φωτιά που τους ζέστανε. Προχωρώντας η νύχτα έπιασε ένας δυνατός αέρας και πολύ γρήγορα άρπαξαν φωτιά κάτι φρύγανα από τους σπινθήρες που είχαν απομείνει. Αλίμονο όμως, εκεί μέσα τους, είχε κουλουριαστεί μια οχιά κι όπως κοιμόταν βαθιά κατάλαβε το κακό όταν ήταν ήδη περικυκλωμένη από ψηλές, για το μπόι της, φλόγες. Την ώρα, λοιπόν, που σκεφτόταν ότι ήρθε το τέλος της, διέκρινε τον καμηλιέρη κι άρχισε να τον καλεί απελπισμένα σε βοήθεια.

Ο καμηλιέρης στην αρχή δίστασε, επειδή φοβόταν το δηλητήριό της, αλλά δεν άντεχε να βλέπει να υποφέρει κανένα ζωντανό πλάσμα. Έτσι, καθησύχασε την οχιά πως θα τη βοηθήσει και αρπάζοντας ένα πουγκί που είχε κάτω από τη σέλα του, το στερέωσε γερά στην άκρη του κονταριού, που κρατούσε πάντα κοντά του, και έσπρωξε κοντά στην οχιά. Εκείνη χώθηκε γρήγορα γρήγορα στο πουγκί κι ο καμηλιέρης την τράβηξε μακριά από το μαρτύριό της.

«Τώρα, συνέχισε το δρόμο σου και να θυμάσαι πάντα την καλοσύνη που σου έδειξα, ώστε να είσαι ευγενική στο εξής με τους ανθρώπους που θα βρεθούν στο δρόμο σου», είπε ο καμηλιέρης, χαλαρώνοντας το άνοιγμα έτσι ώστε να βγει άνετα η οχιά.

«Ομολογώ ότι ήσουν μεγαλόψυχος απέναντί μου, αλλά δεν θα φύγω αν δεν τσιμπήσω τόσο εσένα όσο και την καμήλα σου. Σου αφήνω μόνο να αποφασίσεις ποιον θα τσιμπήσω πρώτο. Εσένα ή την καμήλα;» απάντησε η οχιά, που είχε ήδη γλιστρήσει στην άμμο.

«Τι τέρας αχαριστίας είσαι!», φώναξε τότε ο καμηλιέρης, και συνέχισε λέγοντας στην οχιά: «Είναι σωστό να ανταποδώσεις το καλό με ένα κακό;»

«Αυτό είναι συνήθειο των ανθρώπων», του απάντησε κοφτά η οχιά.

«Δεν είσαι μόνο αχάριστη, αλλά και ψεύτρα, ως συνήθως. Πιστεύω ότι θα σου είναι δύσκολο να αποδείξεις αυτά που λες. Τολμώ να πω ότι δεν υπάρχει άλλο πλάσμα στον κόσμο που να συμφωνεί μαζί σου. Έτσι και καταφέρεις να βρεις έναν ακόμη, τότε θα κάτσω να με τσιμπήσεις», απάντησε οργισμένος ο καμηλιέρης.

«Πολύ καλά», απάντησε η οχιά, «ας ρωτήσουμε την αγελάδα που βόσκει εκεί πέρα».

Η αγελάδα σταμάτησε να μασουλάει. «Αν εννοείτε ποια είναι η συνήθεια του ανθρώπου», άρχισε να λέει, απαντώντας στην ερώτησή τους, «πρέπει να σας πω, με λύπη, ότι κατά κανόνα εξοφλεί το καλό με ένα κακό. Για πολλά χρόνια υπήρξα πιστός υπηρέτης ενός γεωργού. Κάθε μέρα προμηθευόταν από μένα το γάλα και το βούτυρό του. Τώρα που γέρασα, και δεν είμαι πια σε θέση να τον εξυπηρετήσω, με άφησε σ΄ αυτόν τον βοσκότοπο να παχύνω, και μόλις χθες έφερε τον χασάπη να με δει. Αύριο θα πουληθώ για βοδινό κρέας. Σίγουρα πρόκειται για πληρωμή της καλοσύνης μου, με το κακό.»

«Θα δεις», δήλωσε η οχιά στον καμηλιέρη, «ότι όσα είπα είναι αλήθεια. Ετοιμάσου να σε τσιμπήσω και να διαλέξεις, εσένα ή την καμήλα πρώτα;».

«Περίμενε», απάντησε ο καμηλιέρης. «Στα δικαστήρια δεν βγαίνει απόφαση αν δεν ακουστούν δύο μάρτυρες. Φέρε λοιπόν κι άλλον έναν, κι αν συμφωνεί κι εκείνος με την αγελάδα, τότε μπορείς να μου κάνεις αυτό που θέλεις».

Η οχιά κοίταξε γύρω γύρω και πρόσεξε ότι στέκονταν κάτω από έναν τεράστιο φοίνικα. «Ας ρωτήσουμε το δέντρο», είπε τότε.

Όταν ο φοίνικας άκουσε την ερώτηση, τίναξε δυνατά τα κλαδιά του και είπε: «Δυστυχώς, η εμπειρία μού έχει διδάξει ότι για κάθε τι που προσφέρουμε στους ανθρώπους το αντάλλαγμα είναι μια ζημιά, ένα κακό. Στέκομαι εδώ στην ερημιά, όχι μόνο χωρίς να βλάπτω κάποιον, αλλά αντίθετα κάνοντας καλό σε όλους τους ταξιδιώτες που κάθονται στη σκιά μου, προσφέροντας τους χουρμάδες μου και τον χυμό τους να ξεδιψάσουν. Παρ΄ όλα αυτά, κάθε ταξιδιώτης όταν φάει, δροσιστεί και κοιμηθεί κάτω από τη σκιά μου, ψάχνει τα κλαδιά μου μονολογώντας είτε "αυτό το κλαδί είναι εξαιρετικό για ραβδί ή για λαβή στο τσεκούρι μου", είτε "τι υπέροχο ξύλο έχει αυτό το δέντρο! Πρέπει να κόψω αρκετό ώστε να φτιάξω καινούριες πόρτες στο σπίτι μου". Και πρέπει αυτό να το υπομένω χωρίς να μπορώ, καν, να διαμαρτυρηθώ. Έτσι μου ανταποδίδουν την καλοσύνη οι άνθρωποι».

«Οι δύο μάρτυρες που ζήτησες δήλωσαν ακριβώς τα ίδια πράγματα», είπε η οχιά, «και σε ξαναρωτώ. Ποιον θα δαγκώσω πρώτα; Εσένα ή την καμήλα;».

Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή εμφανίσθηκε μια αλεπού, δίνοντας την ευκαιρία στον καμηλιέρη να ζητήσει μια ακόμη μαρτυρία, με την ελπίδα ότι θα τη γλιτώσει από την αχάριστη οχιά. Εκείνη δε, ήταν τόσο ευχαριστημένη με αυτά που είπαν η αγελάδα και το δέντρο, ώστε συμφώνησε εύκολα να ακούσει και την αλεπού.

Όταν ο καμηλιέρης τελείωσε με τη διήγηση του περιστατικού και έθεσε το ερώτημα στην αλεπού, αυτή άρχισε να γελάει δυνατά. «Φαίνεται ότι είσαι πανέξυπνος συνάδελφος!» απάντησε στον καμηλιέρη, «για ποιο λόγο έκατσες και μου είπες τόσα ψέματα;»

«Αλήθεια σου λέει», διαβεβαίωσε η οχιά την αλεπού.

Όμως, η αλεπού άρχισε να γελάει, ξανά. «Δηλαδή εννοείς», ρώτησε περιφρονητικά, «ότι μια τόση μεγάλη οχιά, όπως εσύ, θα μπορούσε ενδεχομένως να χωρέσει σε ένα τόσο δα πουγκί;»

«Αν δεν το πιστεύεις, να το ξανακάνουμε να το δεις με τα μάτια σου», απάντησε η οχιά.

«Λοιπόν» απάντησε η αλεπού σκεπτικά, «μόνο αν σε δω εκεί με τα μάτια μου θα απαντήσω στην ερώτηση».

Τότε, ο καμηλιέρης άνοιξε το πουγκί και με μιας η οχιά χώθηκε μέσα και κουλουριάστηκε βαθιά, στον πάτο.

«Γρήγορα τώρα,» φώναξε η αλεπού, «σφίξε τα κορδόνια. Κάθε πλάσμα που του λείπει τόσο πολύ η ευγνωμοσύνη, όπως η οχιά, δεν του αξίζει τίποτα άλλο, παρά ο θάνατος».

Πηγή
Το παραμύθι ανήκει στους μύθους Μπιντπάι ή Πιλπάι που αποτελούν μέρος των περίφημων ινδουιστικών μύθων Πανχατάντρα, γραμμένοι στην σανσκριτική τον 3ο αιώνα π.Χ. Η συγκριμένη συλλογή χρονολογείται μεταξύ 100 π.Χ. και 500 μ.Χ.

The Tortoise and the Geese and other Fables of Bidpai, αναθεώρηση από την Maude Barrows Dutton (Boston: Houghton Mifflin Company, 1908), pp. 118-25. Η Dutton δεν προσδιορίζει το κείμενο επί του οποίου στήριξε την αναθεώρηση. Από τη σελίδα του D. L. Ashliman.

Απόδοση: α.μ.

2/2/11

Ελπίζει

Στην Ε. που θα νικήσει

Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια), 1485-1486, Μουσείο Ουφίτσι, Φλωρεντία.


Έβλεπε το κακό να φουντώνει
κι απορούσε, αδυνατούσε μια κάποια λύση.
Ξαφνικά, έρχεται η σκέψη των ορφανών
να κατακλύσει την καρδιά του.
Χτυπάει, σκίζει, ανοίγει τον αέρα
με γρήγορα φτερά να τ΄ αγκαλιάσει·
ελπίζει, ελπίζει.


Αρχίλοχος, Επωδοί, 100[Ed.87]
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

17/1/11

Ο Παράδεισος του Αντώνη

Του νονού μου

Your laws do not compel me




Κάποτε, κάποιος, με προσφωνούσε Αντώνη. Για τους δικούς του λόγους. Τότε έμαθα πότε γιορτάζει το όνομα (κατά το χριστιανικό τυπικό στις 17 Ιανουαρίου), αλλά και την προέλευσή του. Ετυμολογικά το συνδέουν με το ουσιαστικό «άντωση» που δηλώνει τη δυναμική άνωση. Έτσι δικαιολόγησα και την «αναβάπτιση».

Ωστόσο, γνώριζα ήδη τον «Παράδεισο» του Κώστα Βάρναλη, όπου μνημονεύει την στέρφα γουρούνα του Άι – Αντώνη. Ένα ποίημα που μπορεί να είχε γραφτεί για το σήμερα. Εξάλλου κάθε εποχή έχει τα Γιούρα της, όπως και ορισμένες περίοδοι στη ζωή μας.


Λεύτερος να ΄σαι δούλος οποιανού,
λεύτερος να μιλάς, όταν κοιμάσαι,
λεύτερος, χρόνια να τα κυνηγάς
των Γιούρων τα ποντίκια μη σε φάνε.

Στις πληγές της ψυχής σου να χιλιάζουν
τα ψέματα -της μύγας τα σκουλήκια-,
να ΄σαι της Ιστορίας γελοιογράφος,
αφέντης δίχως πιθαμή δικιά σου.

Σαν τη στέρφα γουρούνα τ΄ Άι-Αντώνη,
μισότυφλη από πάχητα και νύστα,
να νείρεσαι πως κολυμπάς σε κάτουρα
και ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!

9/1/11

Η εκδίκηση του κουνελιού



Abusus non tollit usum

Τα πολύ πολύ παλιά χρόνια ζούσαν στην ίδια γειτονιά ένα κουνέλι κι ένα λιοντάρι. Το λιοντάρι ήταν πολύ περήφανο και λάτρευε, κυριολεκτικά, να επαίρεται για τη δύναμή του. Και σαν να μην ήταν γείτονας με το κουνέλι, το κοιτούσε απαξιωτικά και δεν έκανε τίποτ΄ άλλο παρά να το υποτιμά και να το φοβερίζει. Τελικά, το ποτήρι του κουνελιού ξεχείλισε. Δεν μπόρεσε ν΄ αντέξει άλλο το καθεστώς τρόμου που ζούσε κι αποφάσισε να πάρει το δίκιο του πίσω.

Μια μέρα, λοιπόν, πήγε στο λιοντάρι και του είπε: «Καλημέρα σας, σεβαστέ μεγάλε αδελφέ μου. Μου συνέβη κάτι εκπληκτικό. Γνώρισα, λίγο πιο μακριά από τη γειτονιά μας, ένα ζώο που είναι ακριβώς ίδιο με εσάς, και μου είπε: "Υπάρχει κάποιος στον κόσμο που τολμά να σηκώσει κεφάλι σε ΄μένα; Αν υπάρχει, ας έρθει να μονομαχήσουμε. Αν δεν υπάρχει, τότε όλοι εσείς πρέπει να υποταχθείτε σε ΄μένα και να είστε υπηρέτες μου!". Ω, ήταν απαράδεκτα καυχησιάρης! Μάλιστα, έχει φουσκώσει τόσο πολύ από το καμάρι, ώστε έχουν κλείσει τα μάτια του σε σημείο που να μην μπορεί ούτε το φως να περάσει ανάμεσά τους».

«Ω», είπε με στόμφο το λιοντάρι. «Δεν του μίλησες για ΄μένα;».

«Ναι, πράγματι, το έκανα», αποκρίθηκε το κουνέλι. «Αλλά καλύτερα να μην το είχα κάνει. Όταν άρχισα να του περιγράφω, πόσο φοβερός και δυνατός είστε, εκείνο άρχισε να σας σαρκάζει με τόση αγένεια, που ντρέπομαι να επαναλάβω τα λόγια του. Έφτασε μέχρι του σημείου να μου πει ότι δεν του κάνετε, ούτε καν, ως υπηρέτης!».

Το λιοντάρι, έξαλλο κυριολεκτικά, πετάχτηκε όρθιο και με όση μοχθηρία έκρυβε μέσα του, βρυχήθηκε: «Πού είναι; Πού είναι;»

Έτσι το κουνέλι αναγκάστηκε να του πει να το ακολουθήσει πίσω από το λόφο. Εκεί του έδειξε ένα βαθύ πηγάδι λέγοντάς του: «Είναι εκεί κάτω, στο πηγάδι», και εμφανώς ταραγμένο προτίμησε να παραμείνει σε απόσταση.

Το λιοντάρι ξεχύθηκε προς το πηγάδι και έσκυψε να κοιτάξει στο βάθος του με τόση αγριότητα στο βλέμμα όση ποτέ δεν είχε αντικρίσει κανείς. Πράγματι, βλέποντας την ίδια την εικόνα του μέσα στο νερό, πείσθηκε ότι εκεί μέσα κατοικούσε ο αντίπαλός του, και ήταν όπως ακριβώς τον είχε περιγράψει το κουνέλι. Βλέπετε, όσο το λιοντάρι αγριοκοίταζε τον … αντίπαλό του, άλλο τόσο τον αγριοκοίταζε κι εκείνος. Όσο εκείνο βρυχόταν άλλο τόσο και ο εχθρός του.

Το λιοντάρι έγινε έξαλλο. Εξαγριώθηκε σε σημείο που σηκώθηκαν οι τρίχες του. Το ίδιο όμως έπαθε και ο … αντίπαλος. Τότε αποφάσισε να δείξει τα δόντια του, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να χτυπιέται στριφογυρίζοντας απειλητικά την ουρά του στον αέρα που σφύριζε σα μαστίγιο. Αλίμονο όμως, το ίδιο έκανε και το … λιοντάρι του πηγαδιού, με τις ίδιες απειλητικές διαθέσεις. Στο τέλος, ήταν τόση η μανία του, ήθελε τόσο πολύ να εκδικηθεί τον … σφετεριστή της εξουσίας του, ώστε σε μια έξαρση της οργής του, χίμηξε με μανία στο πηγάδι να τον εξοντώσει, με αποτέλεσμα να πνιγεί αμέσως._

Απόδοση: α.μ.

Σημ.: Η λατινική φράση αποτελούσε αξίωμα του αρχαίου Δικαίου και σημαίνει: «Η κατάχρηση δεν αίρει τη χρήση». Δηλαδή, επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο κάποιος να κάνει κατάχρηση κάποιου πράγματος, δε σημαίνει ότι πρέπει λόγω του φόβου αυτού, να το στερηθεί και τελείως. Δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για τη διάκριση της έννοιας «κατάχρηση εξουσίας» και των αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει αυτή στον καταχραστή, αλλά και για τον καταχρηστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους, όταν φοβόμαστε την αξία τους.

Πηγές
-Το παραμύθι: The Lion in the Water, fables of Aarne-Thompson type 92, The Rabbit's Revenge, Tibet, selected and edited by D. L. Ashliman, © 2002.
φράση: Νατσούλης, Τ., (χ.χ.) Λέξεις και Παροιμιώδεις Φράσεις. 4η έκδ., Αθήνα: Σμυρνιωτάκης, σ. 588.
πίνακας: «Le mal du pays» (νοσταλγία -για την πατρίδα) του Ρενέ Μαγκρίτ, 1940. Ανήκει σε ιδιωτική συλλογή.

7/1/11

Αντίο Βιολέτα

Tης Φαίης που αγάπησε τη Βιολέτα όσο κανείς άλλος…

Ένα κορίτσι μ΄ άσπρα γέρικα μαλλιά
Και πίσω απ΄ το κορμί της
Να σκοτεινιάζει ένα ποτάμι ποιήματα.


Τάκης Σινόπουλος, «Αντίστιξη, 1952»

31/12/10

O άμυαλος φίλος

Ένα Ινδουιστικό παραμύθι Πανχατάντρα, χαρισμένο εξαιρετικά σε έναν αγαπημένο πλην αμετροεπή φίλο και σε όλους εσάς που πλήττεστε από την ανοησία και την αμετροέπεια, με τις καλύτερες ευχές μας για το έτος… 2014 … εκτός κι αν ….

Έντβαρντ Μουνκ, Το κορίτσι με την καρδιά, Ξυλογραφία με σκαρπέλο και σέγα. Τύπωμα σε μαύρο, κόκκινο και πράσινο από μία ξύλινη πλάκα κομμένη σε τρία κομμάτια. 1898-1899. © The Munch Museum / The Munch-Ellingsen Group / BONO, Oslo 2010 - Gift of Charles and Evelyn Kramer. New York, to the Tel Aviv Museum of Art.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας βασιλιάς κατά την επίσκεψή του στο παλάτι των συζύγων του, βρήκε στον κήπο μια μαϊμού που τον κατέκτησε αμέσως. Έτσι αποφάσισε να την πάρει κοντά του, σαν κατοικίδιο, για να τον διασκεδάζει. Βλέπετε τότε οι βασιλιάδες συνήθιζαν να περιτριγυρίζονται από παπαγάλους, πέρδικες, περιστέρια, κριάρια, μαϊμούδες, και άλλα τέτοια πλάσματα.

Ο βασιλιάς είχε δεθεί τόσο πολύ με το μικρό πιθηκάκι σε σημείο να τρώει μαζί του και να το περιποιούνται σαν πραγματικό βασιλόπουλο, δηλαδή αντιμετωπίζοντάς το με τον ίδιο σεβασμό που έδειχναν και στον ίδιο. Και ήταν τόση η αδυναμία και η εμπιστοσύνη του βασιλιά στο κατοικίδιό του, ώστε σε λίγο καιρό του χάρισε κι ένα ξίφος!

Οι βασιλικοί κήποι ήταν γεμάτοι από δέντρα και λουλούδια διαφόρων ειδών, τόσων όσων δεν χωράει το μυαλό μας. Την Άνοιξη, μάλιστα, όταν φούντωνε η φύση, το αρώματα κατέκλυζαν την περιοχή και οι μέλισσες βούιζαν όλες μαζί την ομορφότερη μουσική της πλάσης: έναν ύμνο στο θεό του έρωτα.

Μια τέτοια μέρα ο βασιλιάς, έχοντας χαρεί τον έρωτα, έκανε βόλτα στους κήπους του με την αγαπημένη των συζύγων του με την εντολή σε όλους τους υπηρέτες του να μείνουν έξω από την περιοχή. Κάποια στιγμή, ευχάριστα κουρασμένος από τον περίπατο, αποφάσισε να πάρει έναν υπνάκο κάτω από τα λουλούδια. Έτσι είπε στην αχώριστη μαϊμού να ΄χει τα μάτια της δεκατέσσερα να μην τον ενοχλήσει τίποτα!

Δεν πέρασαν λίγα λεπτά που ο βασιλιάς είχε βυθιστεί σε ξέγνοιαστο ύπνο, όταν μια μέλισσα άρχισε να τον τριγυρνάει. Βλέποντάς την η μαϊμού σκέφτηκε θυμωμένη: «Τι είναι αυτό; Είναι δυνατόν ένα κοινό πλάσμα να δαγκώσει το βασιλιά και μάλιστα μπροστά στα μάτια μου;». Έτσι, άρχισε τις προσπάθειες να την απομακρύνει. Η μέλισσα όμως ήταν … ανένδοτη. Δώστου και τριγύριζε το βασιλιά. Μια, δυο, τρεις η μαϊμού έγινε έξαλλη. Τυφλωμένη από θυμό σηκώνει το σπαθί και δίνοντας μια, ρίχνει τη μέλισσα νεκρή.

Αλίμονο όμως, μαζί με τη μέλισσα το σπαθί της μαϊμούς παρέσυρε και το …κεφάλι του βασιλιά!

Τη στιγμή εκείνη ξυπνάει η αγαπημένη βασίλισσα, ακούγοντας όλη αυτή τη φασαρία, και έντρομη από το θέαμα που αντίκρισε αρχίζει να ουρλιάζει: «Ω! Ω! ανόητη μαϊμού! Τι έκανες στον βασιλιά που σε λάτρεψε;»

Η μαϊμού μπορεί να έδωσε όλες τις εξηγήσεις για το κρίμα της, ωστόσο απαξιώθηκε απ΄ όλους. Από τότε, μάλιστα, καθιερώθηκε και η γνωστή φράση: «Ποτέ μη διαλέξεις έναν άμυαλο για φίλο, γιατί ο βασιλιάς έπεσε νεκρός από μια μαϊμού», ενώ το παραμύθι διδάσκει ότι: «Είναι καλύτερο να έχουμε έναν έξυπνο εχθρό παρά έναν άμυαλο φίλο».

Κι εμείς συμπληρώνουμε: «Ο άμυαλος επιμένει να τραβάει το σκοινί αγνοώντας ότι σαν σπάσει, ο πρώτος που θα πέσει θα είναι ο ίδιος».
Απόδοση: α.μ.


Πηγές-Προτάσεις
1. The Foolish Friend, The Panchatantra, Translation © 1999 by D. L. Ashliman.
2. Τα Παραμύθια και ο Μαγικός Κόσμος τους: Τα Ινδικά Πανχατάντρα.
4. Έντβαρντ Μουνκ: Η κραυγή, του Τάσου Π. Καραντή.

22/12/10

Μάνα κουράγιο

Αντί ευχής ή αλλιώς «η σούπα δεν χύνεται»


Vincent van Gogh. Pietà (After Delacroix),1889.

«Θα' ρθει παιδί μου ο καιρός που θα νιώσεις την ψυχή σου να φεύγει από μέσα σου. Τελευταίο κομμάτι ζωής.»

Τότε είναι που θα πεις «δεν πάει άλλο». Πορείες στους δρόμους, μάχη σώμα με σώμα με αυτούς που σου στέρησαν αυτά που ένιωσες ότι δεν είχες, ενώ σου άξιζαν. Θα χαθείς. Μια γενιά μετά την άλλη, αφοσίωση στους αγώνες και μετά. Φαντάσματα της νέας εποχής.

Δεν θα σου πουν ευχαριστώ, θα σε ξεχάσουν. Θα ξεχάσεις κι εσύ εσένα. Θα ξεμείνεις. Ένα υγρό μπαρ. Μια μπύρα. Ένα τσιγάρο. Θα σκέφτεσαι αυτά που σκεφτόσουν στα 20 κάτι σου και θα αναρωτιέσαι: «Τόσο μαλάκας ήμουν;».

Όχι. Δεν ήσουν μαλάκας. Ούτε άτυχος. Ήσουν. Δεν είσαι πια και δεν θα γίνεις ξανά. Ένα τίποτα στου κόσμου το καζάνι που σιγοβράζει και δεν λέει να εκραγεί. Γιατί αλλιώς, θα χυθεί η σούπα.

Κουράγιο. Σε όλους.


Υ.Γ. Η δικαιοσύνη έχει πλέον μόνο την ψυχή της ως δεκανίκι, την δημοσίευση όπως είπε ο Μάγερ. Το κορμί της το τσακίσαμε πολλά χρόνια τώρα όλοι μας. Όσο για την ψυχή της, είναι μαύρη εκ γενετής. Απλό συμπέρασμα: ποτέ δεν υπήρξε δικαιοσύνη, ούτε πρόκειται να υπάρξει. Γιατί άλλωστε; Αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε άδικοι με τους δίκαιους.

3/12/10

Δεκέμβρης 1944



Απόσπασμα από την κυνική αλληλογραφία του Τσώρτσιλ με τους Σκόμπι και Λίπερ (5-12-1944) όταν σφοδρές μάχες εξελίσσονταν στην Αθήνα και ο ΕΛΑΣ είχε προωθηθεί σε όλα τα σημεία εκτός από το τρίγωνο «Κολωνάκι-Σύνταγμα-Μ. Βρετανία». Το ξενοδοχείο είχε μετατραπεί σε στρατηγείο των νέων κατακτητών και πρώην «συμμάχων».


Έδωσα οδηγίες στον στρατηγό Ουίλσον να βεβαιωθεί ότι έχουν μείνει υπό τις διαταγές σας όλες οι δυνάμεις και σας στέλνονται ενισχύσεις.

Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξεως στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν προς την πόλη. Μπορείτε να εφαρμόσετε ο,τι μέτρα θέλετε για τον αυστηρό έλεγχο των δρόμων ή για τη σύλληψη οποιουδήποτε αριθμού ταραξιών. Ο ΕΛΑΣ, φυσικά, θα προσπαθήσει να βάλει γυναίκες και παιδιά σαν εμπροσθοφυλακή, εκεί όπου είναι πιθανά να ανοιχτεί πυρ. Αντιμετωπίστε το έξυπνα και μην κάνετε λάθη. Αλλά μη διστάσετε να πυροβολήσετε κατά οποιουδήποτε ενόπλου ο οποίος επιτίθεται κατά της βρετανικής εξουσίας ή της ελληνικής εξουσίας με την οποία συνεργαζόμαστε, θα ήταν καλό, βεβαίως, αν η διοίκησή σας ενισχυόταν με το κύρος κάποιας ελληνικής κυβερνήσεως και ο Λίπερ θα ζητήσει από τον Παπανδρέου να παραμείνει στη θέση του και να βοηθήσει. Μην διστάζετε, πάντως, να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση.

Πρέπει να είστε, βέβαια, σε θέση να δώσετε με τα τεθωρακισμένα σας ένα μάθημα στις ομάδες του ΕΛΑΣ πού θα πλησιάσουν από τα περίχωρα. Αυτά θα κάνει για τις άλλες απίθανη την περίπτωση να προσπαθήσουν να δράσουν. Μπορείτε να βασίζεστε στην υποστήριξή μου για οποιαδήποτε λογική και συνετή ενέργεια που θ' αναλάβετε σ' αυτή τη βάση. Πρέπει να κρατήσουμε και να κυριαρχήσουμε στην Αθήνα, θα ήταν σημαντικό αν αυτό το πετυχαίναμε χωρίς αιματοχυσία, αν είναι δυνατόν, αλλά επίσης και με αιματοχυσία, αν είναι αναγκαίο.

Δεν είναι τώρα καιρός για τσαλαβουτήματα στην ελληνική πολιτική ή για φαντασιώσεις, ότι τάχα οι Έλληνες πολιτικοί των διαφόρων αποχρώσεων μπορούν να επηρεάσουν την κατάσταση. Δεν πρέπει να ανησυχείτε για τη σύνθεση της ελληνικής κυβερνήσεως. Αυτή τη στιγμή πρόκειται για ζήτημα ζωής η θανάτου […]

Κι έτσι έγινε. Πριν καλά καλά απελευθερωθεί η Αθήνα βρίσκεται υπό νέα κατοχή. Χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, κι άλλοι τόσοι συλλαμβάνονται και προωθούνται με πλοία στην αφρικανική Ελ Ντάμπα, μετά από προσωρινή κράτηση στο Γουδί. Οι εναπομείναντες έχουν να αντιμετωπίσουν σε μια πόλη-φάντασμα που καν δεν ηλεκτροδοτείται, την πείνα και τη δίψα. Κι έτσι φτάσαμε στη Βάρκιζα και στον Εμφύλιο και στις οκταετίες των «αειμνήστων γερόντων και μεσσιών» που «αποκατέστησαν τη Δημοκρατία», συντηρώντας το παρακράτος και τα ξερονήσια.






Δεν έχει όμως πια νόημα να ψάχνουμε γιατί φτάσαμε εκεί. Σημασία έχει να μην τους αφήσουμε να μας φτάσουν ξανά. Να αναγνωρίσουμε ότι η «κατοχή» έχει πολλές μορφές. Χθες επιβαλλόταν με όπλα. Σήμερα επιβάλλεται με νόμους που έχουν τη σφραγίδα της πλειοψηφίας των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων. Χθες είχαν τα όπλα με τα οποία απελευθέρωσαν την χώρα, και υποχρεώθηκαν να τα ακουμπήσουν πάνω σε μια ελληνική σημαία. Την ίδια που σκέπασε τους Χίτες και απαγορεύθηκε να σκεπάσει τους αγωνιστές. Σήμερα το μόνο που μας απέμεινε είναι τα κεκτημένα μας και μας τα ζητάνε πάλι στο όνομα της σημαίας. Ας μην τους τα χαρίσουμε.
.
Πηγές
Βουρνάς Τ. (1999) Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, έκδ. 3η, τ. Γ΄, Αθήνα: Πατάκης, σ.σ. 450-451.
1918-1978 Ριζοσπάστης, Αθήνα: ΚΚΕ, σ. 106.

17/11/10

Από τη Χούντα στο Μνημόνιο, από το ΝΑΤΟ στο ΔΝΤ


17 Νοεμβρίου 1973

Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δέντρα, ζώα, ανθρώπους, ιδέες -και τον κύκλο τούτον έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Αυτός, κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δεν μπορεί να σωθεί.

Είναι οι άθλοι οι δικοί του πού έχει χρέος να τελέψει προτού πεθάνει. Αλλιώς δε σώζεται.

Απόσπασμα από την «Ασκητική – Salvatores Dei» του Ν. Καζαντζάκη (εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971, σ. 87)