Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

14/2/14

Η φάμπρικα των φόρων

Με αφορμή τις «μεταρρυθμίσεις» σχετικά με το ψωμί που ενδεχόμενα ανοίγουν δρόμο και στην ανατίμησή του, ακολουθεί ένα ιστορικό άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα στον «Ριζοσπάστη» της 19ης Μαΐου 1927 με τίτλο «Η φάμπρικα των φόρων» και θέμα τη φορολόγηση αλεύρων και σιτηρών, την κρίση και την εξαπάτηση των μαζών. Το κείμενο έχει επαναπληκτρολογηθεί και στη θέση των δυσανάγνωστων λέξεων ή αριθμών τέθηκαν αποσιωπητικά.    


Άξελ Βάλντεμαρ Γιόχανσεν. Ψήνοντας ψωμί. 1920.


ΝΕΕΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΦΟΡΟΙ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Ένας από τους φόρους που αποδίδει στον προϋπολογισμό του κράτους μεγάλα ποσά, ένας από τους φόρους που στραγγίζει με μαστοριά μα και με σκληρότητα το πουγκί των εργαζομένων τάξεων είναι ο φόρος του ψωμιού. Ανέκαθεν ο φόρος αυτός ήταν στα χέρια των αστικών κυβερνήσεων όπλο δημιουργίας και μέσο επιθέσεως κατά της λαϊκής οικονομίας. Δεν υπήρξε κυβέρνηση νόμιμη ή παράνομη που να μην «έλαβε μέτρα» για να γίνει φτηνό το ψωμί, για να παταχθεί η αισχροκέρδεια και η νοθεία. Και δεν υπήρξε κυβέρνηση αστική που να μην ανέβασε ταυτόχρονα κατά λίγες ή πολλές δεκάρες το ψωμί.

[…] στις κυβερνήσεις όμως είναι και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο στην κίνηση γύρω στο ψωμί. Είναι οι ενδιαφερόμενοι κεφαλαιούχοι, οι αλευροβιομήχανοι και αλευρέμποροι και κατά δεύτερο λόγο οι αρτοποιοί. Η «προστασία της βιομηχανίας», η «προαγωγή της εθνικής οικονομίας» δεν ελησμονήθησαν από καμιά κυβέρνηση της πλουτοκρατίας, αφού άλλωστε τα εμποροβιομηχανικά επιμελητήρια ήταν πάντοτε στις θέσεις τους έτοιμα να τα υπενθυμίζουν. Επίσης η εμπορική επιχειρηματικότης, η οξυδέρκεια, η προβλεπτικότης και καπατσοσύνη των αλευρεμπόρων που πάντοτε και σκανδαλωδώς υποστηρίχθηκε από το κράτος, δεν έμεινε πίσω εις το θόλωμα των νερών, θόλωμα που δεν κατέληξεν αλλού παρά στο γδάρισμο του λαού.

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΦΟΡΩΝ

[…] του 1912 το ψωμί είχε 45 λεπτά η οκά και ήταν αρκετά καλό, ο δε φόρος ήταν 9 λεπτά και 85)100 την οκά για το  σιτάρι και 16 λεπτά για το αλεύρι. Σήμερα, κατόπιν από την τελευταία αύξηση το ψωμί πλησιάζει στις δέκα δραχμές και κατά πάσαν πιθανότητα θα τις περάσει, ο δε φόρος του σιταριού από 9 λεπ. και 85)100 την οκά, έφτασε στην 1 δραχμή και 32 λεπτά, του αλεύρου 1 δραχμή και 98 λεπτά.[1]

Κατά την τελευταία απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί του ζητήματος τούτου ο φόρος του σιταριού θα ανεβαίνει σε 1 δραχμή και 303 χιλιοστά η οκά και 2 δρ., 298 χλ. το αλεύρι.

Ανάλογα με τις αυξήσεις αυτές των φόρων θα αυξηθεί βέβαια και η τιμή του ψωμιού και ο φτωχός κοσμάκης θα κληθεί να πληρώσει  για το έλλειμμα του προϋπολογισμού κόβοντας πάλι από το ψωμί του.

Δεν θα κάνομε εδώ σύγκριση των τιμών με την αύξηση του ημερομισθίου των εργατών ή των απολαβών των φτωχών χωρικών γιατί μια τέτοια σύγκριση είναι αντικείμενο ευρύτερης μελέτης, κι εδώ μιλάμε μόνο για το ψωμί. Μια τέτοια σύγκριση γενικά θα απεδείκνυε ολοφάνερα την χειροτέρεψη σε πολύ μεγάλο βαθμό των όρων της ζωής των εργατοαγροτών στην μεταπολεμική περίοδο, μα τώρα θέλουμε μονάχα να ελέγξουμε την πολιτική του κράτους και τη δράση της βιομηχανίας και του εμπορίου γύρω στη βασική τροφή του Ελληνικού λαού γύρω στο ψωμί.

ΟΙ ΑΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΘΑ ΕΓΚΡΙΝΟΥΝ

Εάν επρόκειτο για κράτος που είναι κράτος της πραγματικής πλειοψηφίας του λαού, εάν επρόκειτο περί εργατοαγροτικής κυβερνήσεως που θα υποστήριζε τα συμφέροντα των εργατών και αγροτών, θα λέγαμε πως είχε καθήκον να σηκώσει κάθε φόρο απ΄ το ψωμί που είναι η κυριότερη τροφή του εργαζόμενου λαού.

Μα τώρα αυτό το ζήτημα πάλης εναντίον της κυβερνήσεως που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αλευροβιομηχάνων και αλευρεμπόρων. Στην κοινοβουλευτική επιτροπή χθες, και μέσα στη Βουλή αύριο, όλοι οι κ.κ. βουλευταί  με ένα στόμα θα εγκρίνουν την αύξηση του φόρου στο ψωμί και μόνο η μικρή ομάδα του Ενιαίου Μετώπου θα διαμαρτυρηθεί εναντίον του νέου ανοσιουργήματος εις βάρος του Ελληνικού λαού. [2]

Την άρση των φόρων πάνω στο ψωμί δεν μπορούμε να την ελπίζουμε από τη θέληση της Οικουμενικής κυβερνήσεως, είτε από τη θέληση της σημερινής Βουλής. Σήμερα ζητάμε να καταπολεμήσουμε κάθε αύξηση της παλιάς φορολογίας. Από  66 λεπτά την οκά (54,60 το κιλό) που ήταν έως τώρα ο φόρος του σταριού ανεβαίνει αμέσως σε 1,37 λεπτά, δηλαδή υπερδιπλασιάζεται. Το ίδιο και χειρότερο για το αλεύρι που από 1 δραχμή γίνεται 2,30.

ΑΛΛΑ 280 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ!!

Επί τη βάσει της εκθέσεως του υπουργείου Εσωτερικών επί του νομοσχεδίου περί δύο ποιοτήτων άρτου εισάγονται 360.000 τόνοι σίτου και 135 χιλ. τόνοι άλευρα αρτοποιήσιμα. Τα ποσά αυτά σύμφωνα με την παλιά φορολογία αποδίδουν φόρους 321.012.000 δραχμές. Δηλαδή έως τώρα πληρώναμε περίπου τριακόσια είκοσι εκατομμύρια φόρο για να μας επιτρέπεται να τρώμε ψωμί.

Και τώρα για να ιδούμε τι θα πληρώνουμε με τους νέους δασμούς. Εάν μετατρέψουμε τα αρτοποιήσιμα άλευρα σε σιτηρά, (γιατί ο νέος δασμός είναι σχεδόν απαγορευτικός και δεν θα μπορούν νε εισαχθούν άλευρα), θα έχουμε (με βάση [….]) […[ αποδόσεως του σταριού εις αλεύρι), αντί 138 χιλ. τόνους αλεύρι που εισάγονται,  180 χιλιάδες τόνους σιτάρι και 360 χιλ. τόνους παλαιάς εισαγωγής σιτάρι, το όλον 540 χιλ. τόνους σιτάρι προς 1,373 η οκά (1071 δρχ ο τόνος), το όλον εις φόρους επί του σίτου 578 εκατομμύρια. Δηλαδή αύξηση του φόρου κατά 257 εκατομμύρια. Εκτός αυτού, που είναι ο φόρος κυριολεκτικά απάνω στο ψωμί και του φόρου που πληρώνουν οι ντόπιοι σιτοπαραγωγοί, (διότι κατ΄ αναλογίαν θα ακριβύνουν και το εντόπια σιτηρά), θα έχουμε και μία ακόμα νέα αύξηση φόρων από τα άλευρα πολυτελείας που χρησιμοποιούνται ση μακαρονοποιία  και στη ζαχαροπλαστική. Απ΄ αυτά τα άλευρα εισάγονται 15 ως 20 χιλιάδες τόνοι και αναλογεί περίπου 25 εκατομμύρια (που ασφαλώς στην πραγματικότητα θα γίνουν πιο πολλά) στον εργαζόμενο ελληνικό λαό.

Το θράσος της Οικουμενικής εν προκειμένω, που φορτώνει μονοκονδυλιά στο ψωμί του λαού άλλη μια φορά όσα λίγο λίγο και κατά καιρούς εφόρτωσαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις είναι κυριολεκτικά σκανδαλώδες.

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ Η ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ

Το θράσος αυτό η Οικουμενική το αντλεί από τρεις πηγές. Πρώτο απ΄ το οικονομικό αδιέξοδο, τη γενική χρεοκοπία που η μέχρι τώρα δράση των αστικών κομμάτων και γενικά η χρεοκοπία του αστικού καθεστώτος δημιούργημα αδιέξοδο το οποίον επιβάλλει στην κρατούσα τάξη να γδάρει κυριολεκτικώς τον εργαζόμενο λαό για να ξεπεράσει την οικονομική της κρίση.

Δεύτερο το θράσος αυτό το αντλεί από τις συμμάχους κοινωνικές τάξεις αλευρέμπορους, αλευροβιομήχανους, όπως και από τους διαφόρων κομματικών αποχρώσεων αστούς βουλευτάς. Οι κύριοι αυτοί εκτός που γίνονται συνένοχοι της οικουμενικής κυβερνήσεως διότι έχουν τα ιδιαίτερά τους συμφέροντα να υποστηρίξουν μέσον της κυβερνήσεως, κατορθώνουν με διάφορα μέσα και με τη βοήθεια του αστικού τύπου να δημιουργούν ένα σωρό ψεύτικες ιδέες μέσα σε λαϊκά στρώματα. Έτσι υπάρχουν σήμερα και εργάται που νομίζουν πως ο φόρος χρειάζεται για να προστατευθεί η ελληνική αλευροβιομηχανία και να πολεμηθεί η ανεργία. Συζητείται σοβαρώς και ξεσχίζονται λαρύγγια πληρεξουσίων για να μην λησμονηθεί η Ελληνική σιτοπαραγωγή η οποία επίσης πρέπει να προστατευθεί. Έτσι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα και η οικουμενική τρίβει τα χέρια της από χαρά και διπλασιάζει το φόρου του ψωμιού.

Μόνο κανείς δεν ρώτησε ακόμα τον καταναλωτή, το εργαζόμενο λαό τι γνώμη έχει επί του προκειμένου, όλες αυτές οι αυταπάτες πέφτουν κάτω  από μια ανάλωση και δεν μένει απ΄ όλη την ιστορία παρά η ταμιευτική πολιτική του κράτους και η κερδομανία των ενδιαφερόμενων αλευροβιομηχάνων και η εντελώς ανερμάτιστη δημοκοπία των δήθεν γεωργικών μας πολιτευτών.

Τρίτη πηγή απ΄ την οποία η οικουμενική αντλεί το θράσος της αυτό είναι η ανοργανωσιά και η αδιαφορία επί του προκειμένου του εργαζόμενου λαού ο οποίος δεν είναι ικανός να αντιληφθεί τι σκευωρείται εναντίον του και αφήνεται να πιστεύει στις ψευτιές του αστικού τύπου και δεν είναι ικανός να αντιδράσει καταλλήλως στα εκμεταλλευτικά σχέδια της κρατούσης τάξεως.

Σε επόμενα άρθρα θα αναλύσουμε λεπτομερώς όλες τις πλευρές του ζητήματος. Δηλαδή:  Τι ρόλο παίζουν γενικά οι προστατευτικοί δασμοί και ειδικά ο φόρος σίτου και αλεύρων επί της Ελληνικής αλευροβιομηχανίας, πώς οι ξένες βιομηχανίες αντιδρούν και εξουδετερώνουν τους προστατευτικούς μας δασμούς. Τι θα έπρεπε να γίνει για να πολεμηθεί η νοθεία εκ μέρους των ξένων βιομηχανιών, μα που δεν μπορεί να γίνει γιατί οι ξένες βιομηχανίες προστατεύονται από ισχυρά καπιταλιστικά κράτη. Πού είναι το μυστικό του καυγά μεταξύ βιομηχάνων και εμπόρων. Πώς αποδεικνύεται ότι τα λεγόμενα περί προστασίας της σιτοπαραγωγής είναι σαπουνόφουσκες και μέσον για να αποκοιμηθεί η αγανάκτησις του φτωχού λαού. Τι πρέπει να γίνει για να αντιδράσουνε στη νέα φορολογία και στις άλλες που επιβληθούν ύστερ΄ απ΄ αυτήν.[3] 

Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Μέλος της Κοινοβουλευτικής επιτροπής 
επί του ζητήματος της εισαγωγής αλεύρων.

Σημειώσεις
[1] Ενώ πλησίαζε η κρίση του ’29, στην Ελλάδα ο τιμάριθμος και ο πληθωρισμός κάλπαζαν με ξέφρενους ρυθμούς και τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα λύνονταν με τη «δοκιμασμένη» μέθοδο της υπερφορολόγησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τιμάριθμος  το 1926 αυξήθηκε πάνω από 17 φορές σε σύγκριση με το 1914.
[2] Την εποχή εκείνη πρωθυπουργός ήταν ο Αλ. Ζαΐμης ο οποίος σχημάτισε «οικουμενική» κυβέρνηση με τα μεγαλύτερα κόμματα όπως αναδείχθηκαν από τις εκλογές του 1926 (Ένωση Φιλελευθέρων, Λαϊκό Κόμμα,  Κόμμα Ελευθεροφρόνων και Δημοκρατική Ένωση). Σε εκείνη την εκλογική αναμέτρηση το ΚΚΕ συμμετείχε ως «Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών και Προσφύγων» εκλέγοντας για πρώτη φορά στην ιστορία του 10 βουλευτές. Αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας ήταν ο Σεραφείμ Μάξιμος.
[3] Στην επόμενη κυβέρνηση Ζαΐμη (Αύγουστος 1927)  η χώρα παραδόθηκε κυριολεκτικά σε ξένες μονοπωλιακές εταιρίες (Πάουερ, Ούλεν) με αποικιοκρατικές συμφωνίες και πολλά σκάνδαλα. Στο μεγαλύτερο εξ αυτών, οπότε εξαγοράσθηκε η Κυβέρνηση και το κοινοβουλευτικό σώμα, πρωταγωνίστησε ο μετέπειτα δικτάτορας Ι. Μεταξάς.  

Πηγές
-Βουρνάς Τ. (1999), Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Β΄, εκδ. Πατάκης, σ. 333-336.
-Κωνσταντινίδης Κ., «Η φάμπρικα των φόρων»,  Ριζοσπάστης, Πέμπτη 19 Μαΐου 1927. 
-Τσιντζιλώνης Χ. (2000), «Μικρασιατική  καταστροφή - 80 χρόνια από τη συνθήκη των Σεβρών», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 3. 
-

30/12/13

2014


Ο Νικολάς Γκιγιέν (1902-1989) θεωρείται ο Εθνικός Ποιητής της Κούβας, σύμβολο του αγώνα για την κατάργηση των ταξικών και φυλετικών διακρίσεων. 


Η τέχνη του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρντ Μουνκ (1863-1944) θεωρήθηκε «εκφυλισμένη» από τους Ναζί και με την άνοδό τους στην εξουσία απέσυραν όλα τα έργα του από τις γερμανικές πινακοθήκες.

29/12/13

Ο Μαύρος Πέτρος

.

Είναι γνωστό ότι ο Άγιος Βασίλης των Ορθοδόξων, ταυτίζεται με τον Άγιο Νικόλαο των Καθολικών. Και στην ιστορία αυτού του Αγίου, οι Δυτικοί έχουν προσθέσει διάφορα ξωτικά, ταράνδους κι άλλα στοιχεία που πηγάζουν από κάθε πολιτισμό.

Στις ΗΠΑ, πριν ο κόκκινος Άγιος Βασίλης γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με τη διαφήμιση της Coca Cola (1931), όλοι τον φαντάζονταν όπως στον ολλανδικό μύθο του Sinter Klaas που μεταφέρθηκε στη Ν. Υόρκη από μετανάστες τον 17ο αιώνα.

Το 1773 έκανε την εμφάνισή του στον αμερικανικό Τύπο ως St. Α. Claus, αλλά εκείνος που  μετέφερε στο κοινό των ΗΠΑ λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ολλανδική εκδοχή του Αγίου Νικολάου ήταν ο διάσημος συγγραφέας Ουάσινγκτον Ίρβινγκ. 

Στην Ιστορία της Νέας Υόρκης, που δημοσίευσε ο Ίρβινγκ στις 6 Δεκεμβρίου 1809 με το ψευδώνυμο Diedrich Knickerbocker, ο Άγιος Βασίλης περιγράφεται να καταφθάνει έφιππος την παραμονή της εορτής του Αγίου Νικολάου (6/12), χωρίς όμως τη συνοδεία του Μαύρου Πέτρου (Black Peter). Μάλιστα, η ιστορία αυτή άνοιξε κυριολεκτικά τις πόρτες των εντύπων στο συγγραφέα, ο οποίος φρόντισε να πλέξει έναν μύθο για τον Ολλανδό ιστορικό Diedrich Knickerbocker που πλήρωσε με το ..χειρόγραφό του το λογαριασμό του ξενοδοχείου του στη Ν. Υόρκη!

Αλλά ποιος ήταν αυτός ο Black Peter ή Zwarte Piet στην ολλανδική γλώσσα; Πρόκειται για το συνοδό του Αγίου Νικολάου, πολύ πριν τους τάρανδους και τα ξωτικά. Εμφανίζεται στην παράδοση των Ολλανδών τον 15ο αιώνα αποτελώντας το φυσικό αντίθετο του Αγίου.


Υποδηλώνοντας έμμεσα και την αποικιοκρατική ισχύ της χώρας αυτής, ο Μαύρος Πέτρος είναι μαύρος, ψηλός και αδύνατος, με σκούρα μαλλιά και γενειάδα αποτελώντας την κακή όψη των Χριστουγέννων. Ήταν εκείνος που αντί για δώρα μοίραζε κάρβουνα στα άτακτα παιδιά τα οποία μάλιστα αντί να τα χαϊδεύει όπως ο Ευρωπαίος Άγιος Βασίλης, καμιά φορά τους έριχνε και μια στο κεφάλι με το ραβδί που κρατούσε για το σκοπό αυτό.  Επίσης, υπήρχε μια παράδοση σύμφωνα με την οποία στο σακούλι του παράχωνε τα κακά παιδιά για να τα πάρει μαζί του στην Ισπανία!

Με τα χρόνια ο Μαύρος Πέτρος που είχε ταυτιστεί με το διάβολο, ξέπεσε σε βοηθό αφού ο θεόσταλτος Άγιος Βασίλης τον καθυπόταξε. Η απεικόνισή του δεν ήταν σταθερή. Αρχικά αποτυπωνόταν ως Ισπανός πειρατής ενώ αργότερα, στο απόγειο του ιμπεριαλισμού, ως Ινδός ή Αφρικανός και πάντως έτσι ώστε να αντανακλάται και η γεωπολιτική κατάσταση της κάθε εποχής. Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις που ο Μαύρος Πέτρος απεικονίσθηκε με ιδιαίτερα ρατσιστικό τρόπο, ως σκλάβος με δεσμά, τα οποία βέβαια ισχυρίζονταν ότι συμβόλιζαν την υποταγή του Διαβόλου στο Θεό.

Πάντως, από τότε που έγινε υπάλληλος του Άγιου Βασίλη, η δουλειά του ήταν να αντικαθιστά τα χόρτα και τα καρότα που άφηναν τα παιδιά στα παπούτσια τους κάτω από τις καπνοδόχους με γλυκά και δώρα. Κι όταν αυτά δεν ήταν φρόνιμα την είχαν άσχημα, γιατί ο Μαύρος Πέτρος δεν άφηνε τίποτε!

Στους άλλους λαούς της Βόρειας Ευρώπης (Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία) το κακό πνεύμα που υπηρετούσε τον Άγιο Βασίλη, για την τιμωρία των ανήσυχων παιδιών, περιγραφόταν ως κερασφόρο τέρας, με μακριά μαλλιά και κόκκινη γλώσσα και ήταν γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως: Klaubauf, Krampus, Grampus και Bartel.

Μέχρι σήμερα ο Μαύρος Πέτρος υπάρχει σε διάφορες εκδοχές, ωστόσο έχει χάσει το ραβδί του και το ντύσιμό του, χαρακτηρίζεται από αναγεννησιακό στυλ: κοντά παντελόνια, κάλτσες κι ένα καπέλο με φτερό. Για να μην χάσει δε, τη σύνδεσή του με την Αφρική φοράει πάντα χρυσά σκουλαρίκια. Μοιάζοντας, πια, περισσότερο με ξωτικό, ο ρόλος του είναι απλώς να βοηθά τον Άγιο Νικόλαο να μοιράσει τα δώρα την παραμονή της γιορτής του, στις 6 Δεκεμβρίου.
.
Πηγές

Ενδιαφέρον
Σε μια περιπέτεια του Σέρλοκ Χολμς  με τίτλο Η Περιπέτεια του Μαύρου Πέτρου,  ο Σερ Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ, εξηγεί ότι ο πρωταγωνιστής-θύμα είχε λάβει αυτό το όνομα όχι μόνο επειδή ήταν μελαψός με τεράστια γενειάδα αλλά κι επειδή ήταν ο τρόμος και ο φόβος όλων γύρω του. 

22/12/13

Τα Φετεινά Κάλαντα

[Δημοσιεύθηκαν στο «Ριζοσπάστη» της 25ης Δεκεμβρίου 1946, με την υπογραφή «Α.Γ.». Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου. Με  πλάγια γραφή προτείνεται η προσαρμογή στίχων στο παρόν, για την οποία, όπως θα διαπιστώσετε, δεν απαιτούνται και πολλές παρεμβάσεις. Το χαρακτικό, επίσης από το ίδιο φύλλο, πρωτοσέλιδα, με τίτλο και υπότιτλο «Χριστούγεννα 1946. Μακρυά από το σπίτι τους, στο νησί της εξορίας»]


Χριστός γεννάται σήμερον

Καλήν εσπέραν Άρχοντες κι αρχοντογεννημένοι
και Άγγλοι που στην πλάτης μας είσαστε καθισμένοι.
(κι Ευρωπαίοι που στην πλάτης μας είσαστε καθισμένοι).
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
αλλού οι λαοί αγάλλονται κι εδώ οι δοσίλογοι όλοι!
(αντί όλοι οι λαοί ν΄ αγάλλονται, μόνο οι δοσίλογοι όλοι!)

Ήταν και τότε Κατοχή στη γη των Ιουδαίων
κι απογραφή διέταξε ο … Νόρτον των Ρωμαίων.
(κι απογραφή διέταξε ο … Τόμσεν των Ρωμαίων.)
Κι ο Ιωσήφ σαν τώμαθε αμέσως ξεκινάει
μαζύ με τη Μαρία του, στη Βηθλεέμ να πάει.
Στην πόλη φθάνει και ζητεί μια στέγη για να μείνει
γατί η Μαρία προ παντός χρειαζότανε μια κλίνη.
Μα όπου κι αν εχτύπησε, παντού, σ΄ όλες τις θύρες
για νοίκι του ζητήσανε… Χρονιάτικο και λίρες!
(για νοίκι του ζητήσανε… Χαράτσια και τοκογλυφίες!)
(για νοίκι του ζητήσανε… Χαράτσια και εφορίες!)

Κι ο Ιωσήφ κατέφυγε στο σπήλαιο με φούρια
κι εκεί τον εδεχθήκανε τα βώδια, τα γαϊδούρια,
γιατί εκείνα ήτανε, ω φίλοι συμπολίτες,
γαϊδούρια κι όχι σύγχρονοι… μεγαλοϊδιοκτήτες!
Εν τω σπηλαίω τίκτεται ο ποιητής των όλων
και οι άγγελοι, που έψαλλον εις τον ουράνιο θόλον,
ευθύς προτάσεις είχανε ναρθούνε στην Αθήνα,
να πούνε το τραγούδι τους και μέσ΄ στην… Αρζεντίνα.
(να πούνε το τραγούδι τους όπως στην Αρζεντίνα).

Ενώ οι ποιμένες έψαλλαν το Δόξα εν υψίστοις
Του Παπανδρέου έλαμψε η νέα του η… πίστις.
-πιστεύομεν, πιστεύομεν, ο Παπατζής φωνάζει
(-λεφτά έχομεν, έχομεν, ο Παπατζής φωνάζει)
Και όλοι, εχθροί και φίλοι του, με δαύτον κάνουν χάζι.

Εκ της Περσίας έρχονται οι μάγοι με τα δώρα
να φέρουν λίγη ενίσχυση στη δόλια μας τη χώρα.
Μα όλα τους τα εφόδια, που λέτε, μάνι-μάνι
τα πήραν οι ημέτεροι και οι βιομηχάνοι.
Αυτοί επήραν τον χρυσόν ευθύς σαν τα κοράκια
και τον κατεσπατάλησαν να φέρουνε… χτενάκια.
(και τον κατεσπατάλησαν να φέρουν… δανειάκια).
Τον λίβανον τον πήρανε, χωρίς ποσώς ν΄ αργήσουν
Οι βουλευτές μες στη Βουλή, τον Σματς να λιβανίσουν
(Οι βουλευτές μες στη Βουλή, την Τρόικα να λιβανίσουν).

Τότε λοιπόν για τον Χριστόν ως ήκουσε ο Ηρώδης
αμέσως εταράχθηκεν κι έγινε θηριώδης.
Και τις ορδές του διέταξε, παιδιά παντού ν΄ αρπάξουν
κι όλα τα συνομήλικα με το Χριστό να σφάξουν.
Και ήταν τότε απέραντος ο χαλασμός και σάλος.
Μόν΄ ο Σοφούλης γλίτωσε γιατί ήταν πιο μεγάλος!
(Μόν΄ ο Βενιζέλος γλίτωσε γιατί ήταν πιο μεγάλος!)
Έμοιαζε κείνο το κακό και των σπαθιών η χρήσις
Με του Δραγούμη τις γνωστές εδώ επιχειρήσεις
(Με του Μάνεση τις γνωστές εδώ επιχειρήσεις)
Κι όπως ηκούσθη η Ραχήλ τον θρήνον να λέει
Έτσι ηκούσθη και η Ελλάς τα τέκνα της να κλαίει!

Μα σήμερα Χριστούγεννα, ο κόσμος διηγιέται
πως της Αγάπης ο Θεός στην ύπαιθρο γεννιέται.
Κι ο Γονατάς, σαν τώμαθε, στράβωσε το στόμα
(Κι ο Σαμαράς, σαν τώμαθε, στράβωσε το στόμα)
Κι επήρε, από την κακίαν του, του Ρεΐζέν το χρώμα.
(Κι επήρε, από την κακίαν του, του Σόιμπλε το χρώμα.)
Και σαν Ηρώδης έτρεξε, το βρέφος να σπαράξει
Μα ο λαός θ΄ αγωνιστεί και θα το διαφυλάξει
γιατ΄ ένα αστέρι οδηγεί το Έθνος όλο τώρα,
τ΄ άστρο της Συμφιλίωσης, για να σωθεί η χώρα…
(τ΄ άστρο της Ανατροπής, για να σωθεί η χώρα…)

19/12/13

Αυλαία...

Σάββας Παπανικολάου (1966-2013)


Κάποτε θα ΄φευγες, και θα ΄µουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έµαθε
κάποτε, κάπου, µια φορά,
ένα µονάχα τρόπο να ΄ναι·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
µια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, µια φορά,
να µας συντρίψουν.
(Κι όµως, καθένας έµαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)

Κάποτε θα ΄φευγες· πως ήταν
κάποια στιγµή που φάνηκε να σµίγουν
δρόµοι σαφώς ασύµβατοι, δεν έχει σηµασία:
νύχτα, κι η νύχτα, µια φορά
τουλάχιστον, θα κάµψει την κάθε διαφορά.
Όσο για µας: αυτό που φεύγει και µακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ΄ ό,τι φεύγεται και µένει.


Γιώργος Μπλάνας, Νύχτα,  Ποίημα 9, Νεφέλη 1991.

11/12/13

Η Κόρη του Χιονιού

Ένα «παγωμένο» ρωσικό παραμύθι με αφορμή τα προσωρινά μέτρα «ανακούφισης» των φτωχών. Ένα παραμύθι που μας παραπέμπει στα μπαλώματα του καπιταλισμού και τις κάλπικες υποσχέσεις των ψευδοαντιπάλων του.



Βίκτωρ Μιχαΐλοβιτς Βασνιετσώφ, Η Κόρη του Χιονιού, 1899.

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε μια ξύλινη καλύβα ενός μακρινού ρώσικου χωριού ζούσε ένα ζευγάρι χωρικών. Ο Ακέμ και η Μάσα ήταν πολύ αγαπημένοι μα κάτι έλειπε για να συμπληρώσει την ευτυχία και την αρμονία τους: ένα παιδί.
Το λαχταρούσαν και οι δύο και γι΄ αυτό συνήθιζαν να κάθονται πλάι στο παράθυρο ή την πόρτα της καλύβας τους, κοιτάζοντας τα παιδιά των γειτόνων να παίζουν. Εκείνες τις στιγμές εύχονταν μέσα τους  να είχαν κι αυτοί ένα παιδί. Περνώντας όμως τα χρόνια η ευχή έγινε λύπη.

Μια κρύα μέρα του χειμώνα, όταν το χιόνι στρώθηκε παχύ-παχύ στους δρόμους ο Ακέμ και η Μάσα παρακολουθούσαν σιωπηλοί τ΄ αγόρια του χωριού  να παίζουν χιονοπόλεμο για να ζεσταθούν φτιάχνοντας ταυτόχρονα χιονάνθρωπους, θηλυκούς κι αρσενικούς.
Ξαφνικά ο Ακέμ, χαμογελώντας, γυρίζει προς τη Μάσα και της λέει: «Τι λες Μάσα,  δεν βγαίνουμε κι εμείς έξω να φτιάξουμε έναν χιονάνθρωπο, όπως τα παιδιά;»
Η Μέσα γέλασε κι εκείνη, αλλά έστω κι αν της φαινόταν παράξενο στην ηλικία τους να κάνουν τέτοιο πράγμα, του αποκρίθηκε: «Ναι! Ας πάμε! Μπορεί να  φτιάξει και το κέφι μας, λιγάκι. Αλλά δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να φτιάξουμε έναν άντρα ή μια γυναίκα από χιόνι κι όχι ένα παιδί που έτσι κι αλλιώς στην πραγματικότητα η ζωή μάς το έχει στερήσει;».
«Πιστεύω Μάσα, ότι το μυαλό σου δουλεύει αρκετά έξυπνα, παρ΄ όλη την ηλικία! Έλα, λοιπόν, πάμε να στρωθούμε στη δουλειά!», απάντησε ο Ακέμ.  

Το ηλικιωμένο ζευγάρι βγήκε έξω, κι άρχισαν να παίζουν με το χιόνι φτιάχνοντας ένα παιδί. Έφτιαξαν τα πόδια, το σώμα, τα χέρια και τη στιγμή που έβαλαν μια χιονόμπαλα για κεφάλι, καμαρώνοντας το χιονόπαιδο που δημιούργησαν,  ένας άγνωστος περαστικός κοντοστάθηκε και τους ρώτησε: «Πώς το λένε το θαύμα που φτιάξατε;».
«Κόρη του Χιονιού!» απάντησε γελώντας η Μάσα, εξηγώντας  το πώς και το γιατί.  
«Μπορεί οι Άγιοι να σε βοηθήσουν!» είπε εκείνος και συνέχισε το δρόμο του.  
Όταν πια είχαν στερεώσει καλά την Κόρη του Χιονιού, ο Ακέμ άρχισε να φτιάχνει τη μύτη, δύο τρύπες για μάτια, και μια μικρή γραμμή για στόμα. Μόλις όμως χάραξε το στόμα, εμβρόντητος αισθάνθηκε ζεστή ανάσα να βγαίνει απ΄ αυτό. Γρήγορα τράβηξε το χέρι του μακριά και κοιτώντας τις τρύπες των ματιών αντίκρισε δυο όμορφα, πραγματικά, μπλε μάτια! Τα χείλη ζωντάνεψαν και κοκκίνισαν και η μύτη ζωήρεψε κι αυτή. Μα στ΄ αλήθεια κανείς άλλος δεν είχε τόσο όμορφη, λεπτή και μικρούλα μύτη.  

«Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Είναι πειρασμός του Κακού αυτό;», φώναξε ο Ακέμ, χτυπώντας πολλές φορές το πρόσωπό του για να συνέλθει. Όμως η Κόρη του Χιονιού είχε ήδη τυλίξει τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του και τον φιλούσε όπως ένα ζωντανό πλάσμα.
«Ακέμ! Ακέμ!» Φώναξε η Μάσα τρέμοντας από χαρά, «επιτέλους μας λυπήθηκε ο Θεός κι έστειλε αυτό το παιδί να μας ξανανιώσει στα γεράματα».
Μα τη στιγμή που η Μάσα ετοιμαζόταν ν΄ αγκαλιάσει το χιονόπαιδο, προς μεγάλη έκπληξη και των δύο, το χιόνι κύλισε στη γη και από μέσα ξεπήδησε ένα όμορφο κοριτσάκι!
«Θεέ μου! Μικρούλα Κόρη του χιονιού! Μικρή μου αγάπη!», φώναξε η τρισευτυχισμένη Μάσα οδηγώντας το πεντάμορφο κοριτσάκι στην καλύβα τους. Εν τω μεταξύ ο Ακέμ δεν είχε συνέλθει ακόμη. Ξύνοντας το κεφάλι του, απορούσε και προβληματιζόταν γι΄ αυτό που συνέβη. Δεν ήξερε καλά-καλά αν ήταν ξύπνιος ή ονειρευόταν. Ήξερε όμως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Αλλά, η Κόρη του Χιονιού ήταν εκεί μαζί τους, προσφέροντας τόση ευτυχία όση δεν είχαν ποτέ και μάλιστα μεγάλωνε ώρα με την ώρα, ώστε πολύ γρήγορα έγινε ένα ψηλό, όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι. Κι ο Ακέμ  τελικά αποδέχθηκε ότι όλα ήταν φυσιολογικά μια και το καλύβι τους ήταν γεμάτο από χαρά. Τώρα πια, τα κορίτσια και τ΄ αγόρια του χωριού ήταν συχνοί επισκέπτες, έπαιζαν, διάβαζαν και τραγουδούσαν με την Κόρη του Χιονιού η οποία έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να διασκεδάζουν όλοι γύρω της. Μιλούσε, γελούσε, και ήταν τόσο χαρούμενη και τόσο εγκάρδια, ώστε όλοι την αγαπούσαν πολύ, και προσπαθούσαν με τη σειρά τους να την ευχαριστήσουν με κάθε δυνατό τρόπο. Ταυτόχρονα, όμως, δεν υπήρξε ποτέ καλύτερη και πιο υπάκουη κόρη από την Κόρη του Χιονιού.

Το κορίτσι-δώρο είχε ένα υπέροχο δέρμα, λευκό σαν το χιόνι, τα μάτια της ήταν σαν τα λουλούδια «μη-με-λησμόνει», τα χείλη και τα μάγουλά της, σαν τα τριαντάφυλλα. Ήταν η εικόνα της πραγματικής υγείας και της ομορφιάς. Με τα όμορφα χρυσά μαλλιά της να κυλούν στην πλάτη της, έμοιαζε ακριβώς όπως ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι, κι ας ήταν μόλις λίγων ημερών!  
Μια μέρα η Μάσα είπε στο σύντροφό της: «Ακέμ, πόσο καλός στάθηκε ο Θεός μαζί μας; Πόσο χαρούμενους μας έκανε η Κόρη του Χιονιού αυτές τις λίγες μέρες που είναι κοντά μας, και πόσο λυπημένοι και γκρινιάρηδες ήμασταν πριν.»
«Ναι, Μάσα», αποκρίθηκε ο Ακέμ, «οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το Θεό για όλα όσα έχει κάνει για μας, και Τον ευχαριστώ που έχουμε χαρά αντί για λύπη, στο σπιτικό μας.»

Ο Χειμώνας πέρασε, οι ουρανοί καθάρισαν, την Άνοιξη βγήκε ο ήλιος και για μια ακόμη φορά τα χελιδόνια άρχισαν να γυρίζουν, το γρασίδι και τα δέντρα έγιναν πράσινα. Όλα μαζί τα κορίτσια των Ρώσων χωρικών, μαζεύονταν στο δάσος να χορέψουν και να τραγουδήσουν με τ΄ αγόρια. Αλλά η Κόρη του Χιονιού ένιωθε  να βαριέται.
«Τι έχεις αγάπη μου;» ρώτησε η Μάσα, «είσαι άρρωστη; Είσαι πάντα τόσο φωτεινή και χαρούμενη, και τώρα είσαι τόσο βαριεστημένη λες και ξαφνικά κάποιος σου έκανε μάγια».
«Όχι, μανούλα μου. Δεν συμβαίνει τίποτα αγαπημένη μου», είπε η Κόρη του Χιονιού, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Σταδιακά άρχισε να χάνει το ροδαλό της χρώμα και ν΄ αποκτά, όλο και περισσότερο την όψη μιας δυστυχισμένης, γεγονός που θορύβησε τους ανθρώπους γύρω της.

Το τελευταίο χιόνι είχε πλέον εξαφανιστεί, οι κήποι άρχισαν να ανθίζουν, τα ποτάμια και οι λίμνες κελάρυζαν, τα πουλιά τραγουδούσαν χαρούμενα. Όλος ο κόσμος αισθανόταν πιο χαρούμενος μα η Κόρη του Χιονιού γινόταν όλο και πιο δυστυχισμένη.
Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο πιο δροσερό μέρος της καλύβας. Αγαπούσε το κρύο του χειμώνα, ήταν ο καλύτερος φίλος της, και μισούσε αυτή τη φρικτή ζέστη. Ήταν ευτυχισμένη όταν έβρεχε λίγο, μα ψηνόταν από τον ήλιο μετά τη βροχή. Δεν την απασχολούσε ο χειμωνιάτικος ήλιος αλλά ο καλοκαιρινός που ήταν και ο εχθρός της.  Πράγμα πολύ φυσιολογικό αφού το κορίτσι γεννήθηκε το χειμώνα, μέσα από το χιόνι!

Επιτέλους, έφτασε η μεγάλη γιορτή του Καλοκαιριού. Οι νέοι και οι νέες του χωριού επισκέφθηκαν την Κόρη του Χιονιού ζητώντας από τη Μάσα να την αφήσει να πάει μαζί τους στο δάσος. Στην αρχή η Μάσα αρνήθηκε, αλλά τα κορίτσια την παρακάλεσαν τόσο πολύ, ώστε αφού το σκέφτηκε για τα καλά, έδωσε τη συγκατάθεσή της θεωρώντας ότι η γιορτή θα φτιάξει το κέφι της θυγατέρας της.
«Αλλά», είπε, «να την προσέχετε όπως εγώ, σαν κόρη οφθαλμού! Αν της συμβεί κάτι, δεν ξέρω τι θα κάνω!»
«Εντάξει! Εντάξει! Θα την προσέχουμε! Το ίδιο την αγαπάμε κι εμείς», φώναξαν οι νέοι και τράβηξαν μαζί με την Κόρη του Χιονιού προς το δάσος όπου τα κορίτσια έπλεκαν στεφάνια την ώρα που τα αγόρια μάζευαν ξύλα για να τα κάψουν.

Την ώρα του ηλιοβασιλέματος άναψαν τη φωτιά, και στάθηκαν όλοι στη σειρά, αγόρια και κορίτσια, για να περάσουν από πάνω της. Τελευταία στάθηκε η Κόρη του Χιονιού.  
«Μη φοβάσαι», της είπαν τα κορίτσια, «μη μένεις πίσω, πήδηξε μετά από εμάς.»
Με το «Ένα! Δύο! Τρία!» πήραν φόρα και πήδηξαν χαρούμενες τις φλόγες. Ξαφνικά ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή και κοιτάζοντας γύρω ανακάλυψαν ότι η Κόρη του Χιονιού ήταν άφαντη!
«Αχ», φώναξαν, γελώντας, «μας κάνει ένα από τα γνωστά κόλπα της. Το πιο πιθανό είναι να έχει κρυφτεί κάπου. Ελάτε, πάμε να την ψάξουμε».  
Χωρίστηκαν ανά δύο και άρχισαν να την αναζητούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Αλίμονο, όμως, χωρίς αποτέλεσμα! Κανείς δεν μπόρεσε να βρει τη χαμένη φίλη τους. Σύντομα τα ευτυχισμένα προσωπάκια τους σκυθρώπιασαν και  η χαρά έδωσε τη θέση της στη θλίψη και την αγωνία. Όταν συναντήθηκαν όλοι ξανά, στην άκρη του δάσους, άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους για να βεβαιωθούν ότι έψαξαν παντού.
«Ίσως να έχει πάει στο σπίτι της», είπε ένας.
Αυτή η σκέψη έλαμψε ως ελπίδα. Έτσι, όλοι μαζί, έτρεξαν στη φτωχική καλύβα της Μάσα και του Ακέμ.  Μα ούτε κι εκεί βρήκαν την Κόρη του Χιονιού. Έψαχναν κι όλη  την επόμενη μέρα και τη νύχτα, και την τρίτη και την τέταρτη. Την αναζητούσαν στο χωριό, καλύβα-καλύβα, και στο δάσος, δέντρο-δέντρο, θάμνο-θάμνο. Μάταια όλα! Πουθενά δεν μπόρεσαν τη βρουν.

Περιττό να πούμε ότι η θλίψη των φτωχών γονιών της δεν περιγράφεται με λόγια. Ο Ακέμ και η Μάσα ήταν απαρηγόρητοι. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα η Μάσα περιπλανιόταν στο δάσος καλώντας την χαμένη θυγατέρα της σαν τρελή: «Ω, μικρή μου Κόρη του Χιονιού! Ω! μικρή μου αγάπη!»
Αλλά καμιά απάντηση δεν πήρε στο κάλεσμά της. Ούτε μια λέξη από τη γλυκιά φωνούλα. Η Κόρη του Χιονιού δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Αυτό ήταν βέβαιο, πια. Αλλά πώς εξαφανίστηκε, πού είχε πάει; Την είχαν κατασπαράξει τα άγρια ζώα του δάσους ή την άρπαξε κάποιο αρπακτικό πουλί και τη μετέφερε μακριά  προς τη θάλασσα; Όχι, δεν ήταν τ΄ άγρια θηρία, ούτε τ΄ αρπακτικά, αλλά καθώς η μικρούλα πηδούσε πάνω από τη φωτιά εξατμίστηκε και σαν λεπτό σύννεφο πέταξε ψηλά στον ουρανό.

Απόδοση: Α.Μ.

Πηγή: Edith M. S. Hodgetts, Tales and Legends from the Land of the Tzar: Collection of Russian Stories, 2nd edition, London: Griffith Farran and Company, 1891, pp. 46-52. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο του D. L. Ashliman μαζί με άλλες εκδοχές του. 


16/11/13

«Επαναστάτες»


Γιώργος Βακιρτζής, 1974, από το Καραχρήστος Σ. (1984) Ελληνικές Αφίσες, Κέδρος.


Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» -
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το “Κάπιταλ” του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.


Γιάννης Ρίτσος, Τρακτέρ, 1934

9/8/13

Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ!

1943: Οπλίτης των Ταγμάτων Ασφαλείας φυλά απαγχονισμένο Έλληνα
Πηγή: Αρχείο Bundesarchiv, Φωτογράφος:  Drehsen. Διατίθεται και από τη Βικιπαίδεια.


Στις 20 Ιουλίου 1944 έγινε ανεπιτυχής απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στο κρησφύγετό του στην Πολωνία από ομάδα αξιωματικών του ναζιστικού στρατού  οι οποίοι εφάρμοσαν το σχέδιο Βαλκυρία.[1]

Άμεσα ο Διονύσιος Παπαδόγκωνας έστειλε στον Χίτλερ το ακόλουθο συγχαρητήριο τηλεγράφημα εκφράζοντας την ικανοποίηση του ιδίου και 5.000 Ταγματασφαλιτών του Μοριά, για τη «διαφύλαξη του Χίτλερ από τον Θεό». Στις 13 Αυγούστου 1944 έφθασε και η απάντηση του Χίτλερ.[2,3]




Οι 5.000 αξιωματικοί και άνδρες των ελληνικών εθελοντικών τμημάτων της Πελοποννήσου με το μεγαλύτερον μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου όπισθεν αυτών, εκφράζουν την βαθυτάτην αγανάκτησίν των δια την εναντίον σας απόπειραν σχεδιασθείσαν και επιχειρηθείσαν υπό υποκειμένων, τα οποία δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του αγώνος κατά του κομμουνισμού και των πλουτοκρατών συνεργατών του.

Εκφράζουν την χαράν των δια την θαυμαστήν διάσωσίν σας και κλίνουν με ευγνωμοσύνην το γόνυ ενώπιον του Παντοδυνάμου Θεού, όστις ήπλωσε προστατευτικήν χείρα επάνω από την ζωήν σας δια να σας διαφύλαξη εις το γερμανικόν έθνος και εις την εν τω αγώνι κατά της κομμουνιστικής πανώλους ηνωμένην Ευρώπην.

Δια τους έλληνας εθελοντάς της Πελοποννήσου η ένδειξις αυτή είναι μία παρόρμησις, όπως συνεχίσουν δι' όλων των δυνάμεων μέχρις εσχάτων τον αγώνα κατά των ξένων προς την χωράν μπολσεβικικών ορδών εν Ελλάδι.

Από της ιεράς γης της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δράξ των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσε τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, υψούται η προσευχή μας:

«Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ»




Ο φύρερ έδωκε διαταγήν όπως ανακοινώσουν εις τον διοικητήν εθελοντικών τμημάτων Πελοποννήσου συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν, ότι εχάρη εγκαρδίως δια τα επί τη ευκαιρία της διασώσεώς του αποσταλέντα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα των εν Πελοποννήσω κατά του μπολσεβικισμού μαχόμενων εθελοντών.

Ο Φύρερ διαβιβάζει τας θερμάς του ευχαριστίας και τους χαιρετισμούς του εις όλους τους εθελοντάς. Εξ άλλου ο αρχηγός των Ες - Ες, υπουργός των Εσωτερικών του Ράιχ Χίμλερ, έδωσεν εντολήν όπως διαβιβασθούν προς τον συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν και αι ιδικαί του ευχαριστίαι.

Πηγή
Βουρνάς Τ. (1997) Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, τ. Γ΄,  Πατάκης, Αθήνα, σ. 404-405.

Παραπομπές
[1] Επιχείρηση Βαλκυρία, Βικιπαίδεια  και Μπράιαν Σίνγκερ: Επιχείρηση Βαλκυρία, Ριζοσπάστης, 19-2-2009 
[2] Διονύσιος Παπαδόγκωνας, Βικιπαίδεια 
[3] Τάγματα ασφαλείας, Βικιπαίδεια  και Οι κυβερνήσεις της Κατοχής και τα «Τάγματα Ασφαλείας», Ριζοσπάστης, 9-6-2013. 

23/7/13

Το απίστευτο κύρος των μαθητικών μητρώων

 Διήγημα του Ανδρέα Μήτσου
Από τη συλλογή «Γέλια»





ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ - και να με συγχωρείτε», του είπα, «γιατί μιλάτε τόσο δυνατά μέσα στην τάξη. Δε σας κρύβω ότι στην αρχή υπέθεσα πως είχατε κάποιο πρόβλημα με την ακοή σας. Μιλώντας όμως μαζί σας στα διαλείμματα, διαπίστωσα ότι τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει. Είναι που είναι η φωνή σας βροντώδης».

Μιλούσα στον πληθυντικό στον ιδιόμορφο αυτό μαθητή μου της πρώτης Γυμνασίου, που μου ενέπνεε έναν ανεξήγητο σεβασμό. Και τούτο δεν οφειλόταν μόνο στην ηλικία του, αν και πλησίαζε, όπως έλεγε, τα εβδομήντα δύο χρόνια, αλλά στο περίεργο ταμπεραμέντο του.

Οι φωνές του βέβαια αυτές, μια ακατέργαστη, θα έλεγα, προθυμία, με την οποία απαντούσε -πρώτος πρώτος εκείνος- και στις πιο απλές και αυτονόητες ερωτήσεις, επισείοντας επίμονα και επανειλημμένα το δείχτη του δεξιού χεριού του, προξενούσαν τις ποικίλες αντιδράσεις των συμμαθητών του του Τετάρτου Εσπερινού Γυμνασίου Νέου Κόσμου. Γέλια και κοροϊδίες αλλά και πολλαπλών αποχρώσεων άλλες κραυγές μέσα στην τάξη, ανάλογης ή παραπλήσιας έντασης, ακολουθούσαν το δικό του απεγνωσμένο «Κύριε, κύριε».

Και δεν επρόκειτο για κάποιον αργόστροφο. Στα διαλείμματα μάλιστα, παρόλο που ήταν πάντα λιγομίλητος, εύκολα έπειθε για τη σοβαρότητα και τη διανοητικότητά του, τόσο εμένα και τους υπόλοιπους καθηγητές όσο ακόμα και τους παράταιρους συμμαθητές του.

Μεγάλη ηλικία είχαν επίσης οι συμμαθητές του, αφού ήταν ως επί το πλείστον εργαζόμενοι και ανάμεσά τους αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι που έπρεπε να βγάλουν οπωσδήποτε τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου για να αλλάξουν έτσι μισθολογικά κλιμάκια, ΜΚ, όπως τα 'λεγαν, χρησιμοποιώντας τα αρχικά με ιερή σοβαρότητα, και ν' ανέβουν μέχρι και πέντε βαθμίδες στη σύνταξη. Όλοι αυτοί οι μαθητές έδειχναν τον ίδιο ανεξήγητο σεβασμό στον κύριο Πέτρο εκτός της αίθουσας διδασκαλίας.

Είχε μια τεράστια δερμάτινη τσάντα φουσκωμένη βιβλία, αν και τα κουτσομπολιά μιλούσαν για φαγητά και άλλα διάφορα, όπως το πιεσόμετρο -το οποίο είχα ο ίδιος εντοπίσει στοιβαγμένο μεταξύ του Ομήρου και των κειμένων της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας- και πήγαινε ανάμεσα στους άλλους μαθητές πάντα αυστηρός και επίσημος, δείχνοντας να μετέχει ενσυνείδητα σε μια υπόθεση μεγάλης ευθύνης.

Βαδίζαμε πλάι πλάι στο φωταγωγημένο, από το φόβο της χρήσης ναρκωτικών, προαύλιο του σχολείου, όταν έσπασε τη σιωπή και μου μίλησε.
«Την πρώτη Γυμνασίου την έβγαλα το σχολικό έτος 1936-1937», δήλωσε με θαυμασμό για τον εαυτό του ή για κείνα ίσως τα μακρινά χρόνια.

Τον κοίταξα ξαφνιασμένος και για μια στιγμή είδα ένα μεγάλο σεντόνι που απλωνότανε κάπου ψηλά στον ουρανό και ύστερα έπεφτε αργά σαν αλεξίπτωτο και μαζευόταν διαρκώς όσο έπεφτε, μέχρι που έγινε στο τέλος μικροσκοπικό σε μέγεθος. Ωσάν κουκκίδα μαύρη που απορροφήθηκε αργά μέσα στο γαλάζιο ξεπλυμένο βυθό της κόρης του ματιού του.

Ντράπηκα γιατί νόμισα πως διέγνωσε την άπρεπη φαντασίωσή μου - και δεν είχα άδικο, γιατί ο μαθητής μου άρχισε ν' ανεβαίνει τρέχοντας σχεδόν τις πολλές σκάλες του σχολείου, υπακούοντας ήδη εκ των προτέρων στον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του κουδουνιού που ακολουθούσε την ανάβασή του.

Την ίδια και μεγαλύτερη ζέση που επιδείκνυε μέσα στην τάξη δε δίσταζε να εκδηλώνει και στις σχολικές γιορτές. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, έκλαιγε και τραγουδούσε με ενθουσιασμό τον εθνικό ύμνο στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, καθώς ήτανε μέλος της χορωδίας, ή στη γιορτή του Πολυτεχνείου, έτσι που να ακούγονται σχολιασμοί όπως «Πολέμησε ο άνθρωπος στα βουνά της Αλβανίας» ή «Είχε γιο στο Πολυτεχνείο που σκοτώθηκε».

Μερικοί, οι πιο «βαρεμένοι», που δεν είχανε την πολυτέλεια του σχολιασμού, περιγελούσαν τη μουσική του παρουσία.

«Ρε, κοίτα ο γέρος, σαν την "Ιτιά" το τραγουδάει. Και κλαίει μαζί ο μαλάκας. Ψωνάρα ο άνθρωπος».

Εκείνος όμως επέμενε τραγουδώντας με στόμφο πως «για να γυρίσει ο ήλιος» ήθελε πολλή δουλειά με ζωντανούς, ακόμα και με νεκρούς ήρωες.

Στη γιορτή μάλιστα της 25ης Μαρτίου, μιας και θυμήθηκα τις σχολικές γιορτές, η φωνή του υπερκάλυψε όλη τη χορωδία, αναπαριστώντας ταυτόχρονα με πομπώδη δραματικότητα τις απερίγραπτες ταλαιπωρίες και τα βάσανα των κλεφτών.

«Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιόνι», ισχυριζόταν, «στα έρημα, στα σκοτεινά, στις μαύρες ράχες, στα βουνά, ο κλέφτης ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει».

Τραγούδησε μάλιστα σόλο και το περίφημο βουκολικό άσμα:
Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μια ζηλεμένη κόρη,
ήμουνα αμούστακο παιδί,
μα την αγάπησα πολύ,
δέκα χρονών αγόρι.

Κι εκεί που περίμενα ότι θα γινότανε ο χαμός από τις απροκάλυπτες και απρεπείς αυτές εξομολογήσεις του, συγκίνηση και σιωπή πλάκωσε την υπόγεια και υγρή αίθουσα, εκεί όπου γίνονταν οι εκδηλώσεις του σχολείου.

Τότε μάλιστα ένιωσα ότι κάτι παιζόταν μεταξύ των μαθητών, όλων ανεξαιρέτως, κάτι που οι καθηγητές, ή εγώ τουλάχιστον, ήμουν ολωσδιόλου ανίκανος να προσδιορίσω και να εντοπίσω.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προξενούσε πάντα η αγωνία του καθώς έγραφε τα πρόχειρα διαγωνίσματα των τριμήνων και η ένταση και έξαψή του όταν ανακοίνωνα τους βαθμούς των διαγωνισμάτων αυτών. 

Την ίδια έξαψη εκδήλωνε και όσες φορές πηγαίναμε εκδρομή στο παρακείμενο του σχολείου αλσύλλιο, πετώντας κι αυτός σαν τους άλλους συμμαθητές του την ογκώδη τσάντα του στον αέρα τη στιγμή της ανακοίνωσης της απόφασης για εκδρομή, επειδή γλύτωνε τις ώρες των μαθημάτων -παρόλο που όλοι οι συμμαθητές του εξαφανίζονταν αργότερα μέσα στο σκοτεινό παρκάκι κι έμενε αυτός να περιπολεί μοναχός στα ίδια πάντα ελάχιστα μέτρα. Με το άσπρο του κεφάλι να φωτίζει σαν θολό φανάρι τη νύχτα.

«Έλα, κάθισε μαζί μας», πήγαινα και τον προσκαλούσα στο τραπέζι μας, στην καφετερία που ήμασταν μαζεμένοι όλοι οι καθηγητές.
Αρνιόταν επίμονα, με όλο τον προσήκοντα σεβασμό, να συγχρωτιστεί μαζί μας. Είχε μια παλιά και ξεχασμένη ευπρέπεια.

«Τα παιδικά χρόνια μου ήταν τα καλύτερα της ζωής μου», πέταξε καθώς πηγαίναμε οι δυο μας βιαστικοί μετά το σχόλασμα, ώρα έντεκα παρά είκοσι το βράδυ, προς τη λεωφόρο Βουλιαγμένης να προλάβουμε το λεωφορείο. Μπροστά εγώ με τη μεγάλη τσάντα μου και από πίσω αυτός με τη δική του ακόμα μεγαλύτερη τσάντα, προσπαθώντας να με φτάσει.

Σταμάτησα και τον κοίταξα ντροπιασμένος, χωρίς να ξέρω το λόγο αυτής της ντροπής μου.
«Μπες, θα χάσεις το λεωφορείο», με παρότρυνε και μ' έσπρωξε ελαφρά ν' ανεβώ, έχοντας ξεχάσει νομίζω απολύτως την προηγούμενη διατίμηση της παιδικής του ηλικίας.

Τέλος Μαΐου, λίγες μέρες πριν ν' αρχίσουν οι απολυτήριες εξετάσεις του έτους, ο κύριος Πέτρος εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο.

Καθώς έμαθα αργότερα, έπασχε χρόνια από καρκίνο και μπαινόβγαινε κατά καιρούς στα νοσοκομεία. Τώρα όμως η ασθένειά του είχε φτάσει στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής της, πράγμα που ο ίδιος γνώριζε από καιρό ότι επρόκειτο να συμβεί.

«Θέλω να σου λύσω την απορία», μου είπε ανάμεσα στις κοινότοπες κουβέντες που ανταλλάσσαμε όταν είχα πάει να τον επισκεφθώ -και πριν προλάβω να σκεφτώ τι εννοούσε, ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον: «Περνιούνται, φαντάζομαι, ανελλιπώς οι απουσίες μου στο βιβλίο. Έτσι δεν είναι;»

«Ναι, βέβαια», επιβεβαίωσα.

«Πενήντα πέντε μέρες απουσίας, δηλαδή 165 τον αριθμό, συν μία ώρα παραπάνω τις Πέμπτες που 'χουμε τετράωρο, επί εφτά βδομάδες, 172 συνολικά απουσίες», υπολόγισε. «Περνάτε δηλαδή στο απουσιολόγιο τρεις απουσίες, Νικολαΐδης Πέτρος, κάθε μέρα, την Πέμπτη βέβαια τέσσερις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ξανά αυστηρά και επίσημα.

Τον παρατηρούσα αμήχανος πάνω στο κρεβάτι του.

«Ξέρεις γιατί γράφτηκα στο Γυμνάσιο, ενώ γνώριζα καλά την κατάστασή μου;» έσπασε τη σιωπή. «Για την προοπτική», είπε.

Έσμιξα τα φρύδια προσπαθώντας να τον καταλάβω.

«Ανεκδιήγητος είσαι, δάσκαλε», χαμογέλασε. «Τώρα που γράφηκα στο Γυμνάσιο και είμαι μαθητής, περασμένος κανονικά στα μαθητολόγια, τα απουσιολόγια και όλα τα μαθητικά μητρώα, είμαι χρεωμένος πια. Ανήκω. Εδώ μόνο βρίσκεται το μέλλον και η προοπτική μου», εξήγησε μιλώντας πολύ αργά και με υπομονή.

Φαίνεται πως μεγάλη απορία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο μου.


«Ανεκδιήγητος είσαι, μωρέ δάσκαλε», είπε ξανά και γέλασε με μια όρεξη απερίγραπτη, σαν να την είχε φέρει απίθανα σε κάποιον που είχανε μαζί παλιούς και ανοιχτούς λογαριασμούς.
--

28/6/13

Παραμύθι στον γιό μου

της Ιωάννας

Ένα παραμύθι από το βιβλίο του Ναζίμ Χικμέτ (1975) «Το ερωτευμένο σύννεφο». Η μετάφραση έγινε από την Έρα Σαβαΐδου το 1979 μετά από παραγγελία του Τρίτου Προγράμματος του Ραδιοφώνου, από όπου μεταδόθηκαν το διάστημα 1-12-1979 έως 18-1-1980, στην εκπομπή των Ελ. Βλάχου και Μ. Κυρτζάκη «Το ερωτευμένο σύννεφο, λαϊκά παραμύθια της Τουρκίας».

Τα περισσότερα παραμύθια αποτελούν διασκευή των παραδοσιακών, όπως τα είχε συλλέξει ο μεγάλος Τούρκος λαογράφος Μπορατάβ. Ωστόσο, ο Ναζίμ Χικμέτ, εκτός από τη διασκευή, επιχείρησε και έγραψε και ορισμένα, ένα εκ των οποίων και αυτό που παρουσιάζεται. Εξάλλου, ο σπουδαίος ποιητής και δραματουργός συνήθιζε να νανουρίζει το γιο του με ιστορίες αγάπης και ελευθερίας.

Αν και όπως γράφει ο ίδιος ο Ναζίμ Χικμέτ «τα παραμύθια είναι προτιμότερο να τ΄ ακούς παρά να τα διαβάζεις»,  το αναγνωστικό κοινό μπόρεσε να απολαύσει τα παραμύθια από τις εκδόσεις Ύψιλον (1988) σε εικονογράφηση Δημήτρη Καλοκύρη.






Ο Ναζίμ Χικμέτ, αναπαύεται στο σπίτι του στην ΕΣΣΔ, κάτω από τις φωτογραφίες του Μεχμέτ (πηγή).








Μια φορά κι έναν καιρό, γιε μου, μια χρονιά απ' όλες τις χρονιές, σε μια χώρα, ζούσε ένας άνθρωπος με άσπρα γένεια που ήξερε πολλά, πιο πολλά από την καλοσύνη που 'χε στην ψυχή του, και η καλοσύνη της ψυχής του ήτανε πιο πλατιά από τη γνώση του.

Σ' αυτήν τη χώρα, λοιπόν, γιε μου, που ζούσε ο άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, στην πιο μεγάλη πόλη είχανε στήσει ένα άγαλμα. Το άγαλμα που λέμε είχε μάτια αστραφτερά φτιασμένα από πέτρες πολύτιμες, τα μαλλιά του από ατόφιο ασήμι, η κορμοστασιά του από απείραγο χρυσάφι και το μπόι του ίσια με δυο χιλιάδων ανθρώπων. Οι συντοπίτες του ανθρώπου μας με την άσπρη γενειάδα, που είπαμε πως η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, πιστεύανε και προσκυνούσανε σ' αυτό το άγαλμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πιστεύανε πως το άγαλμα που λέμε έδινε και την καλοσύνη και την κακία, και την καλή και την κακή σοδειά, και την ομορφιά και την ασκήμια κι όλα.

Μόνο ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα δεν πίστευε σ' αυτά. Στην αρχή, αυτή του την απιστία την έκρυβε μέσα του. Με τον καιρό όμως το μυστικό του μεγάλωνε, ώσπου έγινε μέσα του μια μεγάλη πέτρα που του βάραινε την ψυχή. Ε, δεν άντεξε, και μια μέρα τρέχει εκεί που ήτανε στημένο τ' άγαλμα και φωνάζει στους συντοπίτες του:

- Καλοί μου συντοπίτες, γιατί πιστεύετε σ' αυτό το άγαλμα με τ' αστραφτερά μάτια και τη μαλαματένια κορμοστασιά; Αυτό, εσείς το φτιάσατε και το στήσατε εδώ. Με το μυαλό σας και με τα χέρια σας. Και τώρα στέκεστε μπροστά του λες κι είναι τούτο ο δημιουργός του μυαλού και των χεριών σας! Εγώ σας λέω: πέρα από κείνο που δεν φαίνεται, πού 'ναι αιώνιο μα και που αλλάζει ασταμάτητα, πέρα από το πλάσμα που δεν πλάστηκε, δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να πιστεύετε. Γκρεμίστε τούτο το άγαλμα, συντοπίτες μου!

Σαν ακούσανε τα λόγια του ανθρώπου που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, οι συντοπίτες του στην αρχή δεν καταλάβανε, ύστερα σαν καταλάβανε τα χάσανε λίγο, ύστερα θύμωσαν και στο τέλος πήρανε πέτρες από καταγής, γιε μου, και τον πετροβολήσανε. Και όχι μόνο μια φορά. Έλα όμως που αυτός δεν το έβαζε κάτω και δεν σώπαινε... Αυτό που νόμιζε σωστό, αυτό που σκεφτότανε, το 'λεγε χωρίς να διστάζει, κι όσο το 'λεγε και το ξανάλεγε τόσο η φωνή του δυνάμωνε, κι όσο η φωνή του δυνάμωνε τόσο ένιωθε και πιο νέος.

Έτσι λοιπόν, γιε μου, ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα απόχτησε την αγέραστη νιότη κάτω απ' τις πέτρες που πέφτανε βροχή. Κείνοι που τον πετροβολούσανε γέρασαν, οι μέσες τους λύγισαν, τα χέρια τους έτρεμαν και δεν μπορούσαν πια να προστατέψουν την πίστη τους, τ' άγαλμά τους. Κι ο άνθρωπος μας που συναπάντησε την αιώνια πίστη, αυτός που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από την γνώση του, αυτός που η ψυχή του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του κι απ' την ψυχή του πιο γενναία, γκρέμισε μόνο με μια γροθιά το άγαλμα πού 'χε το ύψος χιλιάδων ανθρώπων.

Κι εσύ, γιε μου, σαν δεν διστάζεις να λες πως δεν πιστεύεις σ' αυτό που δεν πίστεψες ποτέ, σαν δεν κιοτέψεις τότε που θα σε πετροβολάνε γι΄ αυτό που πιστεύεις, κι εσύ τότε, σαν τον άνθρωπο που ζούσε κάποτε σε κείνη τη χώρα, που η καλοσύνη του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του πάνω από την καλοσύνη του, τότε θα φτάσεις στη αιώνια νιότη, γιε μου...