Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/2/13

Λι Πο: Ο ποιητής του έρωτα και του οίνου


Στη Βανγκ Λουν

του Λι Πο
μτφρ: Α. Αγγελάκης

Είχα ανεβεί πια στο καράβι
κι όλη μου η έγνοια ήταν να φύγω
όταν ακούστηκε απ' την όχθη το τραγούδι σου
- απρόσμενα - που τραγουδούσες χτυπώντας ρυθμικά
το ποδαράκι σου.
Χίλια πόδια είναι βαθιά η Λίμνη του Λουλουδιού
της Αχλαδιάς
αλλά τόσο βαθιά δεν είναι, όσο η αγάπη
μέσα στο αντίο σου.



Ο Κινέζος ποιητής Λι Πο, γνωστός και ως Λι Μπάι, Λι Πάι και Λι Μπο, γεννήθηκε το 701. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρόγονοί του είχαν εξοριστεί στις αρχές του 7ου  αιώνα, πιθανόν λόγω κάποιου εγκλήματος, στην απομακρυσμένη περιοχή της βορειοδυτικής Κίνας, τη σημερινή Ξιν Γιάνγκ όπου κατοικούσαν Ουιγούροι σε καθεστώς αυτόνομης περιφέρειας. Ο λαός αυτός είναι τουρκογενής και παραμένει μέχρι σήμερα στην ίδια περιοχή.

Ο πατέρας του ήταν μικροεπιχειρηματίας και η μητέρα του έπλενε ρούχα συμπληρώνοντας το οικογενειακό εισόδημα. Όταν ο Λι Πο έγινε πέντε ετών ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση για την άρση του εκτοπισμού η οποία έγινε δεκτή από τις αρχές. Έτσι μετακόμισαν στην επαρχία Σετσουάν που θεωρείτο περισσότερο πολιτισμένη από τα χρόνια εκείνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής των προγόνων του στη βορειοδυτική Κίνα, η οικογένεια αναμίχθηκε με ντόπιους κι έτσι εξηγούνται τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά του ποιητή. Σύμφωνα με περιγραφές ήταν ψηλότερος από το μέσο Κινέζο, με ευρύ στόμα και διογκωμένα μάτια.

Πολύ νωρίς επικεντρώθηκε στη μελέτη λογοτεχνικών και θρησκευτικών κειμένων αναζητώντας τον εσωτερικό κόσμο, αντίθετα από την κομφουκιανή εκπαίδευση της εποχής με την οποία ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι ήταν αρκετά εξοικειωμένος. Έτσι, αφοσιώθηκε στον Ταοϊσμό που τον προσέλκυσε έναντι του Κομφουκισμού, λόγω του ρομαντικού μυστικισμού. Μελετώντας σε βάθος τη θρησκεία αυτή, σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Ταοϊστής Κάο Τιεν Σιχ του απένειμε και δίπλωμα. Εν τω μεταξύ είχε ξεκινήσει να γράφει ποίηση. Μάλιστα, από το 720 ο κυβερνήτης της επαρχίας είχε προβλέψει ότι ο νεαρός Ταοϊστής θα γινόταν ένας σπουδαίος ποιητής ενώ θεωρώντας τον ιδιοφυΐα τού πρότεινε να παραμείνει κοντά του ως κρατικός υπάλληλος, πράγμα το οποίο ο ανήσυχος Λι Πο δεν δέχθηκε.  

Μετά από μια ταραγμένη εφηβεία, περίοδο κατά την οποία ασχολήθηκε και με την πολεμική τέχνη, άρχισε να στρέφεται στο στοχασμό με αποτέλεσμα στα 20 χρόνια του να εγκατασταθεί στα βουνά βόρεια της Σετσουάν ζώντας ως ερημίτης μαζί με έναν συμμαθητή του από τη σχολή Ταό και  κατοικίδια πουλιά. Από τότε ο Λι Πο άρχισε να αποκτά φήμη για τη σοφία και το ποιητικό του ταλέντο.

Μετά από τέσσερα χρόνια απομόνωσης, αισθανόμενος πλέον συναισθηματικά και πνευματικά ώριμος αποφάσισε να διευρύνει τους ορίζοντές του, και να γνωρίσει τον κόσμο έξω από τα όρια της  Σετσουάν. Ταξιδεύοντας βόρεια, πέρασε τον ποταμό Γιάνγκτσε και φτάνοντας στην επαρχία Χουμπέι εγκαταστάθηκε κοντά στη λίμνη Τάνγκ-τινγκ. Εκεί γνωρίστηκε με την Χσου Χσιν Σιχ, εγγονή του πρώην έπαρχου και παντρεύτηκαν το 727. Αν και απέκτησαν μαζί δέκα παιδιά το σαράκι της περιπλάνησης εξακολουθούσε να τρώει τον Λι Πο. Έτσι, εξακολουθούσε να ταξιδεύει στη χώρα, πότε μαζί και πότε χώρια από τη γυναίκα του, επισκεπτόμενος άλλους ποιητές και διανοούμενους. Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σύναψε ακόμη δύο γάμους. Όπως και να ΄χει, με τα ταξίδια του όχι μόνο αυξανόταν το ποιητικό έργο του Λι Πο, αλλά και η φήμη του που έφθανε σιγά σιγά σε επίπεδο θρύλου. 


Ωστόσο, ένα περιστατικό τον έκανε να αναρριχηθεί και ταξικά, αποκτώντας την εύνοια των κυβερνώντων. Το 735 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην επαρχία Σανσί ήρθε αντιμέτωπος με εχθροπραξίες στην περιοχή Αν Σι. Τότε έσωσε τη ζωή του στρατιωτικού Κούο Τζούι που αργότερα όταν έγινε ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς των Τανγκ του ανταπέδωσε το καλό, ανάλογα.

Πέντε χρόνια αργότερα, 740, ο Λι Πο πέρασε μια περίοδο συντροφιά με πέντε ακόμη λογοτέχνες.  Οι «Έξι τεμπέληδες στο ποταμάκι των μπαμπού», όπως έγιναν γνωστοί, αποτελούσαν μια άτυπη ομάδα αφιερωμένη στην ποίηση και στο κρασί. Έμειναν μαζί στη βορειοανατολική επαρχία Σαντόγκ, επί έναν περίπου χρόνο και απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο πέρασαν μέρες «ποίησης μετά οινοποσίας».

Το 742, επισκεπτόμενος την πρωτεύουσα Τσανγκ έγινε θερμά δεκτός τόσο ο ίδιος όσο και η ποίηση και οι γνώσεις του από την αυτοκρατορική αυλή. Το γεγονός ενόχλησε κάποιους οι οποίοι φρόντισαν να «αποδείξουν» ότι ένα ποίημά του αποτελούσε μια κακόβουλη σάτιρα κατά του καθεστώτος. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η αιτία της απομάκρυνσής του από το παλάτι ήταν ότι ο Λι Πο τριγυρνούσε μεθυσμένος δημιουργώντας επεισόδια, όπως το να απαιτεί από τον υπασπιστή του αυτοκράτορα να του βγάλει τις λασπωμένες μπότες μπροστά από το θρόνο στον οποίο τύχαινε εκείνη τη στιγμή να κάθεται ο … ίδιος ο αυτοκράτορας!  

Έτσι, ο Λι Πο ξεκίνησε πάλι τις περιπλανήσεις στα βουνά και στις πόλεις της Κίνας. Περιπλανήσεις που κράτησαν μια δεκαετία και διακόπηκαν απότομα όταν ενεπλάκη σε μια εξέγερση. Τότε δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, ωστόσο η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία στα νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας μετά την παρέμβαση του Στρατηγού Κούο Τζούι που δεν ξέχασε ποτέ ότι τον γλίτωσε από το θάνατο και πρότεινε την ανταλλαγή της θέσης του με τη ζωή του ποιητή. Η ανάμειξη του Λι Πο στις εξεγέρσεις του 756 αφορούσαν στο ρόλο του Συμβούλου που το έδωσε ένας εκ των αντιπάλων του Αυτοκράτορα.

Κατά τη διαδρομή προς τη σημερινή Γιουνάν, την πλέον απομακρυσμένη νοτιοδυτική περιοχή της αυτοκρατορίας, ο Λι Πο  δεν έδειξε να βιάζεται. Αντίθετα μάλιστα σταματούσε για κοινωνικές επισκέψεις, για να γράψει αλλά και περιγράψει όσα έβλεπε αφήνοντας σημαντικά ιστορικά στοιχεία στις επόμενες γενιές.  Όταν κόντευε πια να φτάσει στον τόπο εξορίας έλαβε το μήνυμα της αυτοκρατορικής χάρης και αμέσως ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής περνώντας και από άλλες περιοχές όπου απόλαυσε στο μέγιστο, φαγητό και κρασί  με  καλή παρέα, ενώ δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση.  

Από τότε και μέχρι το 762 περιορίστηκε σε μικρά ταξίδια. Τότε, 762, ο φίλος του Λι Λι Γιανγκμπί διορίστηκε δικαστής σε Επαρχία και ο Λι Πο τον ακολούθησε αλλά σύντομα πέθανε. Έτσι, δεν πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι ο αυτοκράτορας είχε αλλάξει και ο ίδιος είχε διοριστεί Γραμματέας του νέου.  

Για το θάνατό του πλέχτηκαν θρύλοι. Σύμφωνα με τον πιο διαδομένο ο Λι Πο πνίγηκε πέφτοντας από τη βάρκα του, σε μια προσπάθεια  ν΄  αγκαλιάσει την αντανάκλαση του φεγγαριού στον ποταμό Γιανγκτσέ (μακρύ ποτάμι).  Ωστόσο, η πραγματική αιτία φαίνεται να ήταν ο σκληρός και περιπετειώδης τρόπος ζωής του. Όμως, ο μύθος αποτελεί μέχρι σήμερα μέρος της κινεζικής παράδοσης.

Παρ΄ όλο που η  ποίηση του Λι Πο είναι εμφανώς επηρεασμένη από τον ταοϊστικό μυστικισμό, δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για το κρασί, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής ενώ παραμένει ένας περιπλανώμενος στα μονοπάτια της εμπειρίας και της φιλίας. Με τους στίχους που απευθύνει τόσο στον στενό φίλο του και σπουδαίο ποιητή Ντου Φου όσο και σε άλλους, ακόμη και διαφορετικού φιλοσοφικού ρεύματος, αντανακλάται η τάση του Λι Πο να ζήσει τα πάντα κοντά στη φύση και τους ανθρώπους.  

Οι δυτικοί μελετητές αν και εκτιμούν ότι η ποίησή του δεν έχει να παρουσιάσει κάτι καινοτόμο παραδέχονται  τη στιχουργική δεξιοτεχνία του πράγμα που σε συνδυασμό με την άποψη ότι «φώτισε τα παλιά» τον καθιστά ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της χρυσής κινεζικής εποχής. Επιπλέον, η ποίηση του Λι Πο φαίνεται να επηρέασε όχι μόνο τον ίδιο τον Μάο Τσε Τουνγκ αλλά και ολόκληρη την αμερικανική νεωτεριστική ποίηση του 20ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σε μια αχανή χώρα, με τους απλούς στίχους του χάρισε στις επόμενες γενιές τη γεύση του πολιτισμού της εποχής του. Μέσα από τις συνταγές της ψυχής του που συνοδεύονταν πάντα από ένα ποτήρι καλό κρασί, αναδείχθηκε όχι σε έναν απλό εγκωμιαστή του οίνου, αλλά και στον πολιούχο του.


Με τον ίδιο όμως απλό τρόπο εγκωμίασε και τον έρωτα. Ένα ταξίδι είναι κι αυτός, πάνω σε ένα καράβι με το φεγγάρι απατηλό οδηγό. Εκείνο το ίδιο φεγγάρι που εξαπάτησε τον Λι Πο αντανακλώντας το φως του επάνω στο «Μακρύ Ποτάμι».

You ask why I make my home in the mountain forest,
and I smile, and am silent,
and even my soul remains quiet:
it lives in the other world
which no one owns.

The peach trees blossom,
The water flows.

Πηγές
-Dictionary of World Biography, Vol. II “The Middle Ages”, Salem Press Inc, 1998.
-Ανδρέας Αγγελάκης, Κινεζική και Ιαπωνική Ποίηση, Καστανιώτης, 1983.
-Li Po, Humanistic Texts 
-Tang poetry, Wikipedia  
-Li Bai, Wikipedia 
-Ξιν Γιάνγκ, όπως Θιβέτ, της Κορίνας Βασιλοπούλου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 12 Ιουλίου 2009
- Το ποίημα στην αγγλική και η τελευταία εικόνα από εδώ 

7/7/12

Νικολάς Γκιγιέν

Ο εθνικός ποιητής της Κούβας, Νικολάς Γκιγιέν Κριστομπάλ Μπατίστα, γεννήθηκε στο Καμαγουέι, μία από τις τέσσερις βασικές νησιωτικές συστάδες που περιβάλλουν την Κούβα, στις 10 Ιουλίου 1902. Τη χρονιά εκείνη οι Ισπανοί αποχώρησαν από την Κούβα, μετά από δεκαετείς αγώνες των κατοίκων, ωστόσο ήταν και η αρχή της κατοχής της από τις ΗΠΑ.

Ο μιγάς ποιητής ήταν το έκτο παιδί του Nicolás Guillén y Urra και της Argelia Batista y Arrieta, απόγονοι Αφρικανών και Ισπανών, αντίστοιχα. Ο πατέρας του που υπήρξε δημοσιογράφος, γερουσιαστής των Φιλελευθέρων και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των μαύρων, δολοφονήθηκε από την κουβανική κυβέρνηση το 1917 κατά τη διάρκεια εμφυλίου πολέμου. 

Η δολοφονία του πατέρα του έκανε τον νεαρό Γκιγιέν να στρέψει το ενδιαφέρον του προς τη δημοσιογραφία και την ποίηση. Σε ηλικία 16 ετών έμαθε την τέχνη της εκτύπωσης και ξεκίνησε να εργάζεται στην El Naci Οnal, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα στο Γυμνάσιο. Την εποχή εκείνη άρχισε να γράφει στίχους. 

Τα πρώτα ποιήματά του εμφανίζονται στο περιοδικό Camagüey Gráfico το 1919 και ακολούθησε η συλλογή Cerebro y Corazon (Μυαλό και Καρδιά). Ταυτόχρονα έστρεψε το ενδιαφέρον του στα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι μαύροι Κουβανοί. Το 1920, τελειώνοντας το Γυμνάσιο στο Καμαγουέι ξεκινά ανώτατες σπουδές στη Νομική Σχολή της Αβάνας. Όμως πολύ σύντομα (1921) εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο, πιθανόν λόγω οικονομικής αδυναμίας, και ιδρύει με τον αδελφό του Φρανσίσκο το λογοτεχνικό περιοδικό Lis, γράφοντας παράλληλα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά της Κούβας. 

Το 1926 κατάφερε να προσληφθεί ως υπάλληλος σε δημόσια υπηρεσία και ταυτόχρονα άρχισε να συνεργάζεται τακτικά με την κυριακάτικη λογοτεχνική έκδοση της Diario de la Marina.

Εν τω μεταξύ, κατά τη δεκαετία ΄20 με την αφρο-κουβανική μουσική και τα ντόπια όργανα ξεκίνησε η διαμόρφωση της εθνικής μουσικής ταυτότητας της χώρας, με αποτέλεσμα η κουλτούρα των μαύρων να εξαπλωθεί και στις σφαίρες της τέχνης και της λογοτεχνίας. 

Δείγματα της γνωστής ως negrista ποίησης, έχουμε από κομμουνιστές, κυρίως, λευκούς λογοτέχνες μεταξύ των οποίων και ο σπουδαιότερος Κουβανός πεζογράφος, Αλέχο Καρπεντιέρ. Ο Γκιγιέν έχοντας γνωρίσει από τα παιδικά χρόνια, μέσω του πατέρα του, την αφρο-κουβανική μουσική αλλά και τον ρατσισμό που εισέπρατταν σε όλα τα επίπεδα της ζωής οι μαύροι της Κούβας, το 1929 δημοσιεύει στην El Camino en Harlem ένα άρθρο καταδικάζοντας της φυλετικές διακρίσεις στη χώρα του. 

Την ίδια χρονιά παίρνει συνέντευξη από τον Λάνγκστον Χιούζ που θαύμαζε πολύ. Έκτοτε και δια βίου παρέμειναν φίλοι. Ο Χιούζ (1902-1967) υπήρξε ποιητής και θεατρικός συγγραφέας από τις ΗΠΑ. Το έργο του συνδέθηκε όχι μόνο με την Τζαζ αλλά και την Αναγέννηση του Χάρλεμ τη δεκαετία του ΄20. 
Στη φωτογραφία από αριστερά προς τα δεξιά: Χιούζ, Κολτσόφ, Χέμινγουεϊ, Γκιγιέν. 

Το 1930, ο Γκιγιέν απευθύνει έκκληση στη λογοτεχνική κοινωνία για το ζήτημα του ρατσισμού με έναν μοναδικό, κατά κοινή παραδοχή, τρόπο. Η συλλογή  Motivos de son  αποτελεί την πρώτη επίσημη παρουσία του στα ποιητικά δρώμενα της Κούβας. 

Με οκτώ σύντομα ποιήματα εμπνευσμένα από τα sones, τα περίφημα λαϊκά τραγούδια των Αντιλλών, και τις καθημερινές συνθήκες ζωής των μαύρων της χώρας, ο ποιητής καταθέτει την προσωπική του άποψη για τους αγώνες, τα όνειρα, και τις ιδιομορφίες των Αφρο-Κουβανών. 

Τα ποιήματα αναπτύσσονται με επανάληψη στίχων και λέξεων, και σταδιακά κορυφώνονται νοηματικά, με μουσικότητα και έντονο κρεολικό συναίσθημα, παραπέμποντας στο εντεινόμενο ρυθμικό ταμ-ταμ  της μουσικής των Αφρο-Κουβανών. 

Εξάλλου, ο Γκιγιέν όπως και Χιούζ, πίστευε ότι οι μαύροι καλλιτέχνες πρέπει να είναι ελεύθεροι να  εκφράζουν τον μελαμψό εαυτό τους χωρίς ντροπή. 

Καθώς η γλώσσα που χρησιμοποιεί, είναι η καθομιλουμένη των μαύρων της Κούβας, με τη συλλογή αυτή διαχωρίστηκε η αφρο-κουβανική από την ισπανική λογοτεχνία, μετατοπίζοντας την κουλτούρα των μαύρων από το περιθώριο στο επίκεντρο της κουβανικής λογοτεχνίας. Για τα οκτώ αυτά ποιήματα οι κριτικοί αναφέρουν χαρακτηριστικά: Ήταν σαν ο Γκιγιέν να είχε ακουμπήσει σε κάτι που οι άνθρωποι της Κούβας είχαν στην άκρη της γλώσσας τους, μα περίμεναν τον Γκιγιέν να το αρθρώσει. 

Μετά τα Motivos de son, ακολούθησε μια άλλη σειρά ποιημάτων ακριβώς την επόμενη χρονιά. Με τη συλλογή Sóngoro Cosongo (1931), ο Γκιγιέν επεκτείνεται, αποτυπώνοντας λυρικά την πικρή ζωή όλων των Κουβανών, δίνοντας έμφαση στον πολιτισμό των μιγάδων, στους οποίους ανήκε και ο ίδιος. 

Και η συλλογή αυτή προκαλεί μεγάλη αίσθηση, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αναζήτηση της ταυτότητας της εθνικής κουβανικής λογοτεχνίας, συνδέοντάς την με τη μουσική  αλλά και απευθείας με το λαό. 

Ο ποιητής σε συνέντευξή του το 1930 δήλωσε σχετικά με τις αναζητήσεις αυτές:  Προσπαθώ να ενσωματώσω στην κουβανέζικη λογοτεχνία ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί ποίημα - ρυθμός, στηριγμένο στη μορφή λαϊκού χορού της χώρας μας. Οι ρυθμοί που μπορούν να γίνουν μουσική, αλλά δε γράφτηκαν μόνο γι' αυτό το σκοπό, θέλουν να παρουσιάσουν κάδρα ηθών, λαϊκούς τύπους που υπάρχουν πλάι μας, όπως μιλούν και σκέφτονται! Τα ποιήματά μου με βοηθούν, επιπλέον, να διεκδικήσω ό,τι απομένει δικό μας, βγάζοντάς το στο φως και χρησιμοποιώντας το σαν ένα ποιητικό στοιχείο δύναμης. Όσον αφορά στον προσανατολισμό της ποίησής μου, πιστεύω ότι τον έχω βρει. Με μαγεύει η σπουδή του λαού... Το βαθύ ψάξιμο των σπλάχνων του... Η ερμηνεία των πόνων και των απολαύσεών του. 

Το 1933, μετά την κατάρρευση της διεφθαρμένης κυβέρνησης του εθνικιστή Χεράρδο Ματσάδο, οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν όλο και περισσότερη από την εθνική κυριαρχία της Κούβας, εν μέσω των κοινωνικών αναταραχών που είχε προκαλέσει η επέκταση της οικονομικής κρίσης και στη χώρα αυτή. Τότε, ο Γκιγιέν άρχισε να γράφει ποίηση με έκδηλες πολιτικές απόψεις. 

Η συλλογή West Indies, Ltd (1934) είναι διαποτισμένη από αγωνία, απογοήτευση και επίκριση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της Καραϊβικής φτωχών. Ο Γκιγιέν κατηγορεί ευθέως τους ιμπεριαλιστές περιγράφοντας την περιοχή ως ένα τεράστιο και κερδοφόρο εργοστάσιο που εκμεταλλεύονται ξένα έθνη. 

Το 1937, κι ενώ στην Ισπανία ο λαός μάχεται κατά των φασιστών του Φράνκο, γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας και αναχωρεί για την Ιβηρική Χερσόνησο μετά από σύντομη παραμονή σε Μεξικό και Παρίσι. 

Σε αυτό το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό, αναλαμβάνει ανταποκριτής του περιοδικού Mediodia. Παράλληλα αρθρογραφούσε στα έντυπα του ισπανικού Λαϊκού Μετώπου ενώ συμμετείχε και στο Δεύτερο Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού που οργανώθηκε επίσης στην Ισπανία  το 1937. 

Επέστρεψε στην Κούβα μέσω Γουαδελούπης με τις εμπειρίες από τον αντιφασιστικό ισπανικό αγώνα, να έχουν ενισχύσει ακόμα περισσότερο τις πεποιθήσεις του για κοινωνική αλλαγή. Ένα εκτεταμένο, αφηγηματικό του αγώνα των Ισπανών, ποίημα με τίτλο España: Poema en cuatro angustias y una Esperanza (1937), αποτελεί την πρώτη λυρική εκδήλωση των απόψεων αυτών. 

Την ίδια περίοδο δημοσίευσε και τη συλλογή Cantos para soldados y sortes para turistas, καταγγέλλοντας την κλιμακούμενη στρατιωτική παρουσία στην κουβανική κοινωνία. Σε αυτή τη συλλογή ο Γκιγιέν αναδεικνύει την αντίθεση μεταξύ των σκοτεινών και εξαθλιωμένων γκέτο του λαού της Κούβας και των φανταχτερών τουριστικών εγκαταστάσεων της Αβάνας, με στίχους σατιρικούς και ιδιαίτερα καυστικούς. 

Το 1940, έθεσε υποψηφιότητα για δήμαρχος του Καμαγουέι από πλευράς του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έκτοτε και μέχρι το 1945, μεγάλο μέρος της ζωής του στην Κούβα το πέρασε ως πολιτικός κρατούμενος, ενώ στάθηκε αδύνατη η χορήγηση βίζας από τις ΗΠΑ. Σε ένα σύντομο διάστημα που δεν ήταν υπό περιορισμό αποφάσισε και έφυγε από τη χώρα του. 

Μέχρι το 1948 ταξιδεύει σχεδόν σε όλη τη Λατινική Αμερική δίνοντας διαλέξεις. Σε Περού, Χιλή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Κολομβία, Αργεντινή, Βενεζουέλα, το έργο του αναγνωρίζεται και τον υποδέχονται θερμά. Το 1947 δημοσιεύει στο Μπουένος Αϊρες την ποιητική συλλογή El son entero (Όλα τα τραγούδια), περιγράφοντας τα βάσανα και τους αγώνες όχι μόνο των Κουβανών αλλά και όλων των Λατινοαμερικανών. 

Ωστόσο, η επιστροφή του στην Κούβα δε ήταν εύκολη υπόθεση. Αν και το 1948 έθεσε ξανά υποψηφιότητα για δήμαρχος στην ιδιαίτερη πατρίδα του κάθε προσπάθεια να μπει στη χώρα συνοδευόταν με τη σύλληψή του. Μάλιστα, σε μια από τις προσπάθειες επανεγκατάστασης συνελήφθη μαζί με άλλους συντάκτες του Mediodia. Σε όλους αποδόθηκαν κατηγορίες για υπονόμευση λόγω της πολιτικής σάτιρας, με αποτέλεσμα να περάσουν κάποιο διάστημα στη φυλακή  μετά από μια δίκη παρωδία. 

Έτσι, όταν αφέθηκε ελεύθερος αποφάσισε να συνεχίσει να ζει στο εξωτερικό, και από το 1950 κυρίως στην ΕΣΣΔ. Μέχρι το 1959 ταξίδεψε και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες, περιλαμβανόμενης και της Κίνας. Το 1950 έγινε μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Ειρήνης, και το 1954, για τους αγώνες και την ποίησή του, τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη (τότε Βραβείο Στάλιν). 

Την ίδια χρονιά εκδίδει τη συλλογή Elegías και τις παραμονές της Κουβανικής Επανάστασης εκδίδει, στο εξωτερικό, τη συλλογή La Paloma de vuelo (Το περιστέρι των λαών), όπου εξαίρει τη δράση αγωνιστών όπως ο Κάστρο και ο Γκεβάρα. Στα έργα αυτής της περιόδου εκφράζει την αντίθεσή του στην πολιτική καταστολής του Μπατίστα και στον ρατσισμό στις ΗΠΑ, ενώ στους στίχους του είναι καταφανής η μαρξιστική διαλεκτική. 

Ο Γκιγιέν επέστρεψε στην Κούβα στις αρχές του 1959, αμέσως μετά την εκδίωξη του Μπατίστα, προσφέροντας πολλές και πολύπλευρες υπηρεσίες στην Επανάσταση. Το 1961 εκλέχθηκε πρόεδρος της Ένωσης Κουβανών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών, μια θέση που διατήρησε επί 25 ολόκληρα χρόνια. Το 1964 δημοσιεύει τη συλλογή Tengo. Πρόκειται για μια λυρική γιορτή της νικηφόρας Επανάστασης και της κατάργησης φυλετικών και ταξικών διακρίσεων που έφερε στη χώρα του. Το 1967 εκδίδει τη συλλογή El gran zoo (Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος). 

Εμπνευσμένος από τον Αίσωπο, τον Γκιγιόμ Απολινέρ, τον Πάβλο Νερούδα και την τρέχουσα κατάσταση στην Κούβα, ο Γκιγιόμ χρησιμοποιεί ζώα προσεγγίζοντας μεταφορικά τα κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Φαίνεται ότι ο ποιητής είχε ξεκινήσει το έργο από το 1964, ενώ πριν το εκδώσει το έστειλε στον σπουδαίο Αϊτινό κομμουνιστή ποιητή Ρενέ Ντεπέστρ (βλ. σχετικό αφιέρωμα των Γεφυρισμών) ο οποίος το απέδωσε στη γαλλική. 
Στη φωτογραφία με τον Πάβλο Νερούδα στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, 1960. 

Όμως, η πρώτη έκδοση της συλλογής αυτής δεν έγινε ούτε στην Κούβα ούτε σε άλλη χώρα. Το 1966 ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος μετά από πρόσκληση, επισκέφθηκε την Αβάνα και γνωρίσθηκε με τον Γκιγιέν. 

Η συνάντηση δύο ποιητών με κοινή ιδεολογία και κοινούς αγώνες  που ο ένας θαύμαζε την ποίηση του άλλου, είχε ως αποτέλεσμα ο ποιητής της Ρωμιοσύνης να γυρίσει στην Ελλάδα έχοντας μαζί του τη γαλλική μετάφραση του El gran zoo από τον Ντεπέστρ, αδημοσίευτη ακόμη. 

Παράλληλα ο Γκιγιέν μετέφρασε δέκα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου τα οποία δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Bohemia, το 1967. 
Έτσι, το 1966 κυκλοφορεί για πρώτη φορά, παγκόσμια, ο Μεγάλος Ζωολογικός Κήπος του Γκιγιέν, από τις εκδόσεις Θεμέλιο.   

Η πείνα 

Να την η πείνα. Ζώο 
όλο από μάτι και κυνόδοντα. 
Τίποτα δεν την ξεγελά μήτε την ξεστρατίζει. 
Δεν τη χορταίνει το τραπέζι. 
Μήτε που αρκείται σ' ένα γεύμα 
ή σ' ένα δείπνο. 

Πάντοτες προμηνάει το αίμα. 
Βρυχιέται σα λιοντάρι, σφίγγει σαν το βόα, 
σκέφτεται σαν άνθρωπος. 

Το είδος που βρίσκεται δω πέρα 
πιάστηκε στις Ινδίες (στα προάστια της Βομβάης) 
μα βρίσκεται λίγο ως πολύ σε αγρία κατάσταση 
και σ' άλλες περιοχές πολυάριθμες. 

Το νου σας, μην πλησιάζετε. 

 Το 1971 λόγω υπερκόπωσης άρχισε να κλονίζεται η υγεία του και νοσηλεύθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε νοσοκομείο με σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα. Εξερχόμενος ακολούθησε πιο ήσυχη ζωή  περιοριζόμενος μόνο στην ποίηση. 

Το 1972 δημοσιεύει δύο συλλογές. Στην πρώτη, La Rueda dentada, προσαρμόζει την ποίησή του στη νέα Κούβα δίνοντας έμφαση στην κοινωνική ευθύνη για όσα πλήγωναν τους ανθρώπους  τα χρόνια πριν την Επανάσταση. Σε αυτή τη συλλογή περιλαμβάνονται και έξι ελεγείες για τον Τσε Γκεβάρα. Στη δεύτερη, El diario que a diario, συνδυάζοντας την ποίηση με τη δημοσιογραφία σχολιάζει με σατιρικό και ειρωνικό ύφος την αδικία, την ανηθικότητα, και τον παραλογισμό που επικρατούσε στην αποικιακή κουβανική κοινωνία.


Το 1978 παρουσίασε μια ποιητική συλλογή για παιδιά και το 1981 τιμήθηκε με το βραβείο Χοσέ Μαρτί. Τα δύο επόμενα χρόνια ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστήμιο του Μπορντό και έλαβε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Κούβας. Έφυγε από τη ζωή στις 16 Ιουλίου 1989 μετά από μακρόχρονη ασθένεια και τάφηκε με ιδιαίτερες τιμές στην Αβάνα. 

Το ευρύ φάσμα των θεμάτων και η ποικιλία της ποιητικής τεχνικής του Γκιγιέν, δυσχεραίνουν την ταξινόμηση του έργου του από τους κριτικούς, οι απόψεις των οποίων διαπιστώνονται διχασμένες ακόμη και για τις «άφρο» επιρροές. Άλλοι εστιάζουν στην πολιτική πλευρά της ποίησής του και άλλοι έχουν επικεντρωθεί στις αισθητικές ανησυχίες του, καθώς μας άφησε ποιήματα ελεγειακά, σατιρικά, λαϊκά και πάντα εξόχως λυρικά.

Ωστόσο, σε εκείνο το σημείο για το οποίο υπάρχει μία κοινή άποψη είναι ότι ο μιγάς ποιητής Νικολάς Γκιγιέν συνέβαλε τα μέγιστα στην καθιέρωση εθνικής Κουβανικής ποίησης, ενώνοντας τους μαύρους και τους λευκούς, με προσήλωση στην καταπίεση και την αδικία και την πεποίθηση ότι η ποίηση έχει τη δύναμη να επηρεάσει την κοινωνία και να οδηγήσει σε μεγάλες αλλαγές.

Το Δεκέμβριο του 2011 εκδόθηκε στη χώρα μας η Ποιητική Ανθολογία του Νικολάς Γκιγιέν σε μετάφραση της Άννας Καράπα. Το βιβλίο παρουσιάστηκε  στις 20 Ιουνίου 2012 στην εκδήλωση που οργάνωσε η Πρεσβεία της Κούβας στην Ελλάδα, το Ινστιτούτο Θερβάντες, το Ίδρυμα Τσάκος και το περιοδικό Sol Latino, στο πλαίσιο του φεστιβάλ LEA


Πηγές
-Nicolás Guillén, Wikipedia  
-Nicolás Guillén, Enotes   
-Biografía, Nicolás Guillén, Avizora 
-Nicholas Guillén, Cuban Poet, Chicken Bones: A Journal for Literary 
-Κούβα, Βικιπαίδεια 
-Langston Hughes, Academy of American Poets  
-«Συνάντηση» των ποιητών της Κούβας και της Ρωμιοσύνης, Ριζοσπάστης, 18-06-2006   
-Βιογραφικό του Αλέχο Καρπεντιέρ, Ριζοσπάστης, Ένθετο «7 ημέρες μαζί», 27-02-2005 
-Ρίτσος - Γκιγιέν αλληλομεταφρασμένοι, Ριζοσπάστης, 14-03-2006
-«Κιθαριστής» των λατινοαμερικάνικων λαών, Ριζοσπάστης, 18-06-2006 


25/6/11

Οι τρεις αγελάδες

Ένα αγγλικό παραμύθι από τη συλλογή του καθηγητή D.L.Ashliman. Απόδοση στην ελληνική: α.μ.

MΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε ένας γεωργός που είχε τρεις πανέμορφες και αφράτες αγελάδες, τη Φατσούλα, τη Διαμαντούλα και την Ομορφούλα. Ένα πρωί φτάνοντας στο στάβλο, βρήκε τη Φατσούλα τόσο αδυνατισμένη που μπορούσε να την πάρει ο αέρας. Το δέρμα της κρεμόταν σαν άδεια σακούλα καθώς ίχνος κρέατος δεν είχε μείνει πάνω της. Ακίνητη εκεί, η Φατσούλα, τον κοιτούσε με τα τεράστια μάτια της λες κι αντίκριζε φάντασμα. Την ίδια μέρα όμως είχε όμως συμβεί και κάτι ακόμη. Στο τζάκι της κουζίνας του υπήρχε ένας σωρός από στάχτη όμοια με εκείνην που αφήνουν τα ξύλα όταν καίγονται, γεγονός που έκανε το γεωργό να αναρωτιέται αν όλα όσα έβλεπε ήταν πραγματικότητα. Την επόμενη μέρα, η γυναίκα του βγαίνοντας από το σπίτι είδε τη Διαμαντούλα μεταμορφωμένη σε ένα σακί από κόκαλα, σαν τη Φατσούλα δηλαδή, ενώ η στοίβα με τα καυσόξυλα είχε μείνει μισή. Αλλά και στο τζάκι, το ύψος της στάχτης είχε φτάσει το ένα μέτρο!

Φραντς Μαρκ[*], Η μοίρα των ζώων, 1901, Μουσείο Κουνστ, Βασιλεία, Ελβετία. Wikipedia


Μια και δυο λοιπόν, ο γεωργός αποφάσισε να μείνει ξάγρυπνος τη νύχτα μήπως και καταλάβει, επιτέλους, τι συμβαίνει. Έτσι, κρύφτηκε σ΄ ένα ντουλάπι από το οποίο μπορούσε να ελέγχει όλο το σπίτι του, κι άφησε την πόρτα μισάνοιχτη ώστε να δει ποιος ή τι θα μπει μέσα. Οι ώρες πέρναγαν και μόνο το ρυθμικό «τικ, τακ» του ρολογιού ακουγόταν. Ο γεωργός είχε αρχίσει να κουράζεται, πια, και στην προσπάθειά του να παραμείνει ξύπνιος δάγκωνε το μικρό του δάκτυλο. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και χίλια ξωτικά, γελώντας και χορεύοντας, εισέβαλαν μέσα τραβώντας την Ομορφούλα από το σκοινί μέχρι το κέντρο του δωματίου. Εκείνος, αν και ήταν σίγουρος ότι από στιγμή στιγμή θα πέθαινε από την τρομάρα του, μπόρεσε να κρατηθεί ζωντανός, μόνο και μόνο από περιέργεια για ό,τι θα ακολουθούσε.

Ακόμη κι ο χρόνος φαινόταν να είχε σταματήσει γι΄ αυτόν. Τρομοκρατημένος, όπως ήταν, δεν άκουγε ούτε το «τικ, τακ» του ρολογιού και το μόνο που τον απασχολούσε ήταν η δύστυχη Ομορφούλα, η τελευταία όμορφη αγελάδα του. Είδε τα ξωτικά να τη ρίχνουν κάτω, να πέφτουν πάνω της και να τη γδέρνουν με τα μαχαίρια τους. Είδε να τρέχουν μερικά απ΄ αυτά έξω στην αυλή και να επιστρέφουν κουβαλώντας καυσόξυλα ανάβοντας μια μεγάλη φωτιά στο τζάκι. Είδε να μαγειρεύουν το κρέας της Ομορφούλας του, ψητό, τηγανητό κι όπως αλλιώς γίνεται. Ξαφνικά ένα από τα ξωτικά, που φαινόταν να είναι ο βασιλιάς τους φώναξε: «Προσέξτε, μην σπάσει ούτε ένα κόκκαλο!».

Όταν πια, όλα τα δαιμόνια είχαν καταβροχθίσει κάθε ίχνος κρέατος, ξεκίνησαν να παίζουν με τα κόκαλα, πετώντάς τα μεταξύ τους. Όμως, μέσα σε αυτό το πανδαιμόνιο ένα κοκαλάκι από το πόδι της Ομορφούλας βρέθηκε πολύ κοντά στην πόρτα της ντουλάπας που ήταν κρυμμένος ο γεωργός. Εκείνος κατατρόμαξε και μόνο στη σκέψη ότι τα ξωτικά θα το αναζητήσουν και απλώνοντας δειλά το χέρι του, το τράβηξε μέσα. Την ίδια στιγμή είδε τον βασιλιά των ξωτικών, όρθιο στο τραπέζι να διατάζει: «Μαζέψτε τα κόκαλα!», κι αμέσως εκείνα άρχισαν να σεργιανούν στο δωμάτιο, μαζεύοντάς τα ένα-ένα. «Τακτοποιήστε τα, τώρα», διέταξε ξανά ο βασιλιάς, και τα ξωτικά τα έβαλαν όλα στη θέση τους, μέσα από το δέρμα της αγελάδας, που δίπλωσαν με περισσή τεχνική. Στη συνέχεια ο βασιλιάς, άρχισε να κτυπά με το ραβδί του τη μάζα οστών και δέρματος και σε λίγο ακούστηκε ένα πονεμένο μουγκανητό. Η αγελάδα ξαναζωντάνεψε!

Αλίμονο όμως! Όταν τα ξωτικά άρχισαν να την τραβούν πίσω στο στάβλο, τα πράγματα ήταν δύσκολα για εκείνην αφού της έλειπε κάτι από το ένα της πόδι. Αλλά ήταν πια πολύ αργά. Ο κόκορας ξημέρωνε μια νέα μέρα και τα ξωτικά κρύφτηκαν αφήνοντας την Ομορφούλα δυο φορές πληγωμένη και τον γεωργό τρέμοντας να κουκουλώνεται στο σκεπάσματά του.

Επίκαιρο ηθικό δίδαγμα
Η περιέργεια και η αγωνία δεν σε σώζουν. Αντίθετα, σε οδηγούν στη φυγομαχία που σημαίνει το τέλος σου.


[*]Φραντς Μαρκ (Franz Marc, 1880-1916)
Γερμανός εξπρεσιονιστής ζωγράφος και χαράκτης, ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «Ο Γαλάζιος Καβαλάρης», στην οποία συμμετείχε, μεταξύ άλλων Ρώσων καλλιτεχνών-μεταναστών, και ο Β. Καντίνσκι. Γεννήθηκε στο Μόναχο από πατέρα ζωγράφο ενώ η μητέρα του ήταν γνωστή ως πιστή καλβινίστρια. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης του ενώ μεταξύ 1903-1907 μελέτησε τεχνικές στο Παρίσι όπου συναναστράφηκε με πολλούς καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων και η Σάρα Μπερνάρ. Εκεί, όμως, διαπίστωσε και έντονες ομοιότητες του έργου του με εκείνων του Βίνσεντ βαν Γκογκ. Την ίδια περίοδο μελέτησε την τεχνική της βυζαντινής αγιογραφίας επισκεπτόμενος τη Θεσσαλονίκη και το Άγιο Όρος, τουλάχιστον.

Επηρεασμένος από τον φουτουρισμό και τον κυβισμό ανέπτυξε μια δική του, ξεχωριστή, τεχνική αποτυπώνοντας συνήθως ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον. Το έργο του διακρίνεται από έντονη απλότητα, βαθύτατη ευαισθησία και χαρακτηριστικά χρώματα τα οποία εκφράζουν συγκεκριμένα νοήματα και σκοπούς: το μπλε για την αρρενωπότητα και την πνευματικότητα, το κίτρινο για τη θηλυκότητα και τη χαρά, το κόκκινο για τη βία.

Η προσωπική του ζωή ήταν θυελλώδης με μεγάλους έρωτες και δύο γάμους. Σκοτώθηκε στη μάχη του Βερντέν, από γαλλική σφαίρα, λίγο πριν την αναχώρηση από το μέτωπο των σπουδαίων καλλιτεχνών που είχαν αποφασίσει οι Γερμανοί με σκοπό να τους προστατεύσουν. Οι Ναζί καταδίκασαν το έργο του Μαρκ, χαρακτηρίζοντας τον ίδιο ως «εκφυλισμένο καλλιτέχνη». Το συγκεκριμένο έργο ολοκληρώθηκε το 1913 και φέρει στο πίσω μέρος σημείωση του ζωγράφου στην οποία εκφράζει την έντονη αγωνία του για τον επικείμενο πόλεμο.

23/9/10

Είμαστε πολλοί

Πάβλο Νερούδα (1904-1973)

Τον τελευταίο καιρό, παρόλα όσα βιώνουμε, διαβάζουμε, ακούμε και βλέπουμε, διαπιστώνεται μια περίεργη τάση φλύαρης… σιωπής. Οξύμωρο φαίνεται, ωστόσο, σαν πριν από καταιγίδα μοιάζει η στάση των ανθρώπων στους εργασιακούς χώρους, στους δρόμους, στα μαγαζιά, στο διαδίκτυο, παντού. Όλοι έχουν να πουν πολλά, αλλά σκέφτονται λίγα. Και εν μέσω αυτού του κλίματος που ενισχύεται από τις συνεχιζόμενες εκπτώσεις στη ζωή μας και από ειδήσεις-αποκαλύψεις ενεργειών που θυμίζουν μακρινές δεκαετίες (ή έτσι πιστεύαμε τουλάχιστον) υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αντιπαλεύονται την ίδια τους τη σάρκα ή και ακόμα χειρότερα βρίσκουν απάγκιο σε όψιμους επαναστάτες, μέχρι χθες στυλοβάτες του συστήματος που μας κατάπιε. Δεν είναι και λίγοι βέβαια εκείνοι που επιλέγουν, εντίμως θα έλεγα, το δρόμο του «αυτομαστιγώματος» αλλά και ευτυχώς λιγότεροι όσοι συνεχίζουν την προβοκάτσια τους -κατά κανόνα ανώνυμη και διαδικτυακή- με ανούσιες, ανώφελες και μη υποστηριζόμενες ιστορικά αναφορές στο παρελθόν σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν στη λούφα τους και την «αριστερή» παραλλαγή τους.

Ευτυχώς, είναι πολλοί περισσότεροι όσοι επανατοποθετούνται και συστρατεύονται κατά του ενός και κοινού εχθρού που αυτή τη στιγμή έχει εξαπολύσει τη μεγαλύτερη ίσως επίθεση στην ιστορία, κατά της ζωής μας και της ζωής των παιδιών μας. Των παιδιών που, ακόμη περισσότερο ευτυχώς, είναι πιο τολμηρά, πιο μαχητικά και πιο διεκδικητικά απ΄ όσο εμείς πιστεύουμε.

Σε αυτά τα παιδιά και ιδιαίτερα στον Κωστή, που με εκπλήσσει με την πολιτική ωριμότητά του, είναι αφιερωμένο το ακόλουθο ποίημα του Πάβλο Νερούδα ο οποίος πέθανε πριν από 37 χρόνια (23 προς 24 Σεπτεμβρίου 1973). Το ποίημα ανήκει στην ενότητα «Εστραβαγάριο» (Παραδοξολόγιο) που γράφτηκε το 1958, χρονιά του έρωτα Νερούδα-Ματίλντε και σηματοδότησε την αναγνώριση του ποιητή εντός και εκτός Χιλής. Η μετάφραση είναι, ασφαλώς, της Δανάης Στρατηγοπούλου που αφιέρωσε τη δουλειά της (1966) στον παιδικό της φίλο Γιάννη Ρίτσο, την ποίηση του οποίου αγαπούσε παθιασμένα ο Πάβλο Νερούδα. Εξάλλου οι δύο σπουδαίοι αυτοί άνθρωποι και ποιητές θαύμαζαν πολύ ο ένας τον άλλο.




ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ

Από τους τόσους ανθρώπους που είμαι,
που είμαστε
κανέναν δεν μπορώ να βρω:
μου χάνονται κάτω από τα ρούχα
φύγανε γι' άλλη πολιτεία.

Όταν το κάθε τι έχει ετοιμαστεί
για να δείξω έξυπνος
ο ανόητος που κρύβεται μέσα μου
παίρνει το λόγο στο στόμα μου.

Άλλες φορές με παίρνει ο ύπνος
ενώ βρίσκομαι με την εκλεκτή κοινωνία,
κι όταν γυρεύω μέσα μου τον τολμηρό
ένας δειλός που δεν τον ξέρω
τρέχει με το σκελετό μου να πάρει
χίλιες αβρές προφυλάξεις.

Όταν καίγεται ένα ευυπόληπτο σπίτι
αντί για τον πυροσβέστη που φωνάζω
σπεύδει ο εμπρηστής,
κι αυτός είμαι εγώ. Δεν έχω γιατρειά.

Τι πρέπει να κάνω για να περισυλλέγω;
Πώς μπορώ να επανορθωθώ;

Όλα τα βιβλία που διαβάζω,
υμνολογούν λαμπρούς ήρωες,
πάντα βέβαιους για τον εαυτό τους:
πεθαίνω για δαύτους από ζήλεια
και στις ταινίες με ανέμους και σφαίρες
λιώνω από φθόνο για τον καβαλάρη,
κάθομαι και θαυμάζω το άλογο.

Αλλά μόλις ζητήσω του απτόητου να βγει,
μου ξεφυτρώνει ένας γεροτεμπέλης.
Κι έτσι δεν ξέρω ποιος είμαι,
δεν ξέρω πόσοι είμαι ή είμαστε,
θα μ' άρεσε να πατήσω ένα κουμπί
και να βγάλω το εμένα το αληθινό
γιατί αν με χρειάζομαι δεν πρέπει να με εξαφανίσω.

Ενόσο γράφω είμαι απών,
κι όταν επιστρέψω έχω κι όλας φύγει:
πάω να δω αν και στους άλλους ανθρώπους
συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε μένα,
αν είναι τόσοι όπως είμαι γω,
αν μοιάζουν με τους εαυτούς τους,
κι όταν θα το 'χω εξακριβώσει,
θα μάθω τόσο καλά τα πράματα
που για να εξηγήσω τα προβλήματα μου
θα σας μιλώ για γεωγραφία.


Συμπληρωματικά παρατίθεται το κείμενο της μεταφράστριας με βιογραφικά στοιχεία του μεγάλου Χιλιανού ποιητή, που γράφτηκε, προφανώς, μία εβδομάδα μετά τον θάνατό του. Επιπλέον πληροφορίες για την πολιτική κατάσταση στη Χιλή εκείνη την εποχή και τις συνθήκες θανάτου του Νερούδα μπορείτε να διαβάσετε και στην Βικιπαίδεια όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται και το εξής αμίμητο σχετικά με τη σύλληψη του κομμουνιστή ποιητή από τη Χούντα του Βιντέλα: «Όταν ο Πρόεδρος Γκονζάλες Βιντέλα απαγόρευσε τον κομουνισμό στη Χιλή,…». Ναι, έτσι ακριβώς όπως λέμε «απαγόρευσαν τη χρήση των κινητών κατά την οδήγηση….» και με ένα «μ» παρακαλώ!

Η παρατήρηση αυτή αφιερώνεται εξαιρετικά σε ορισμένους, λίγους, από τους προαναφερόμενους λουφαδόρους, σταχτοπούτες της «αριστεράς» που βρήκαν καιρό κατάλληλο να χλευάσουν την αντικομμουνιστική προπαγάνδα την οποία έχει εξαπολύσει η Ε.Ε. και με πίκρα σε εκείνους που ενώ έχουν τη διαύγεια και το θάρρος να «αυτομαστιγωθούν» για τις «πράσινες» επιλογές του κόμματός τους, υποστηρίζουν τη χλεύη κάνοντας μάλιστα χρήση στίχων του Γιάννη Ρίτσου. Αν μη τι άλλο ίσως θα έπρεπε να σκεφτούν τι γράφουν και πώς το γράφουν πριν πατήσουν το πλήκτρο αποστολής του σχολίου τους. Ποτέ όμως, γι΄ αυτούς δεν είναι αργά. Όσο για τους άλλους, όταν βρεθεί το γοβάκι τους δεν θα υπάρχει.. πρίγκιπας να τους το δώσει… Και καθώς φαίνεται, από τα μεγαλοπρεπή ψευδώνυμά τους, αγαπούν τα βασίλεια και τα πριγκιπάτα.

Ο Πάβλο Νερούδα και η Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο Νεφταλί Ρικάρντο Ελιέσερ Βασοάλτο, δηλαδή ο Πάβλο Νερούδα, γεννιέται στις 12 Ιουλίου του 1904 στο Παρράλ, κώμη του νομού Λινάρες της Νότιας Χιλής, από τη Δόνια Ρόσα Βασοάλτο ντε Ρέγιες, δασκάλα και τον Δον Χοσέ ντελ Κάρμεν Ρέγιες Μοράλες, τροχιοδρομικό οδηγό. Τον Αύγουστο πεθαίνει ο Δόνια Ρόσα. Το 1906 ο Δον Χοσέ ντελ Κάρμεν μεταφέρεται στο Τεμούκο, πρωτεύουσα του νότιου νομού Καουτίν, με το γιο του.

Εκεί παντρεύεται για δεύτερη φορά με την Δόνια Τρινιδάδ Κάντια Μαρβέρδε. (Το επίθετο «Κάντια» αποδείχνει την ελληνική καταγωγή της μυτριάς του Νερούδα η οποία πρέπει να ήταν απόγονος του Δον Χουάν Μαρτίν ντε Κάντια, μοναδικού Έλληνα, και μάλιστα Κρητικού, που έφτασε ως τη Χιλή με τους Ισπανούς κονκισταδόρες του 16ου αιώνα, όπως αποδεικνύει ο ερευνητής Λουίς Ροβέρτο Βέρα. Από τον ίδιο αυτό Κρητικό κατάγεται και ο ιδρυτής της νεώτερης Χιλής Δον Βερνάρδο Ο' Χίγινς).

Ο Πάβλο Νερούδα το 1910 μπαίνει στο Λύκειο Αρρένων του Τεμούκο, όπου πραγματοποιεί όλες τις σπουδές του, τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1920. Στις 18 Ιουλίου του 1917 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα «Λα Μανιάνα» («το Πρωί») του Τεμούκο ένα άρθρο με τον τίτλο «Ενθουσιασμός και Καρτερία» εμπνευσμένο από την περίφημη στροφή του Ρεμπώ «με φλογερή υπομονή.... θα μπορέσουμε να μπούμε στις λαμπρές πολιτείες» το οποίο υπογράφει ως Ντεφαλί Ρέγιες. Είναι το πρώτο δημοσίευμα του ποιητή που τότε είναι 13 χρονών.

Στις 30 Νοεμβρίου του 1918 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Κόρρε - Βουέλα» («Τρέχα Πέτα») του Σαντιάγο στο τεύχος υπ' αριθ. 566, το ποίημα «Τα Μάτια μου» υπογραμμένο από τον Νεφταλί Ρέγιες. Την ίδια χρονιά εμφανίζονται τρία ποιήματα του ακόμα στην ίδια επιθεώρηση και άλλα σε διάφορες λογοτεχνικές επιθεωρήσεις των σπουδαστών του Τεμούκο. Το 1919 δημοσιεύει δεκατρία ποιήματα στο «Κόρρε Βουέλα». Συνεργάζεται στο «Σέλβα Αουστράλ» («Νότιος Δρυμός») του Τεμούκο. Δημοσιεύει σε περιοδικά του Τσιγιάν και της Βαλντίβια, (μεγάλες πόλεις της κεντρονότιας Χιλής), χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Συμμετέχει στα Ανθεστήρια του Μάουλε (νομός παρωκεάνιος της Χιλής) με το ποίημα του «Νοκτούρνο Ιδεάλ» και κερδίζει το τρίτο βραβείο.

Το ψευδώνυμο Πάβλο Νερούδα το υιοθετεί οριστικά για τις δημοσιεύσεις του τον Οκτώβρη του 1920. Το «Νερούδα», όπως έχει πει ο ίδιος, το διάλεξε γιατί διάβασε κείμενα του Τσέχου Γιαν Νερούδα, και του είχε πολύ αρέσει το επίθετο αυτό. Όσο για το όνομα Πάβλο το πήρε για τον ίδιο λόγο, δηλαδή το εύρισκε πολύ ωραίο. Τίποτε άλλο δεν τον συνέδεσε με το ονοματεπώνυμο αυτό έξω από την ακουστική και οπτική του αρμονία. Στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου κερδίζει το πρώτο βραβείο στη «Φιέστα ντε λα Πριμαβέρα» («Γιορτή της Άνοιξης») στο Τεμούκο. Τον ίδιο χρόνο είναι πρόεδρος του περιοδικού «Ατενέο Λιτεράριο» («Φιλολογικό Αθηναίο») του Λυκείου του Τεμούκο και αντιγραμματέας των σπουδαστών του νομού Καουτίν. Ετοιμάζει δυο βιβλία: «Τα Παράξενα Νησιά» και τις «Ανώφελες Ταλαιπωρίες» που δεν δημοσιεύει. Μέρος αυτών των βιβλίων θα συμπληρώσει τη σύνθεση του πρώτου του βιβλίου «Κρεπουσκουλάριο» (παιγνίδι πάνω στη λέξη Κρεπούσκουλο, να λέμε «Δειλινένιο» από τη λέξη «δειλινό», αλλά ποτέ «ηλιοβασιλέματα» που γράφει κάποιος αυθαίρετος μεταφραστής). Το 1921 ταξιδεύει στο Σαντιάγο και σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο καθηγητής της Γαλλικής Φιλολογίας. Στις 14 Οκτωβρίου αυτού του χρόνου παίρνει το πρώτο βραβείο της Ομοσπονδίας Σπουδαστών της Χιλής για το ποίημά του «Λα Κανσιόν ντε λα Φιέστα» («το Τραγούδι της Γιορτής») που είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Χουβεν-τούδ» («Νιάτα») της Ομοσπονδίας Σπουδαστών.

Το 1922 συνεργάζεται στο περιοδικό «Κλαριδάδ» («Φέγγος»), επίσημο όργανο της Ομοσπονδίας Σπουδαστών, Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου η φιλολογική ομάδα «Βρέμια» πατρονάρει μιαν ανάγνωση ποιημάτων των ποιητών Χοακίν Σιφουέντες, Ρ. Μονεστιέρ, Αλβέρτο Ρόχας Χιμένες και Πάβλο Νερούδα. Τα ποιητικά αυτά ρεσιτάλ συνεχίζονται. Τον Οκτώβριο το περιοδικό «Λος Τιέμπος» («Οι Καιροί») του Μοντεβίδεο, πρωτεύουσας της Ουρουγουάης, αφιερώνει ένα τεύχος στη νεαρή χιλιανή ποίηση, όπου παρουσιάζει τον Νερούδα. Τον Αύγουστο του 1923 εμφανίζεται η αρχική έκδοση του «Κρεπουσκουλάριο».

Το περιοδικό «Διονύσιος» που διευθύνεται από τον Αλίρο Ογιαρσούν, δημοσιεύει τέσσερα ποιήματα του. Τα τρία τελευταία θα περιληφθούν στον «Ελ Οντέρο Εντουσιάστα» («Ο Ένθους Σφενδονιστής»), βιβλίο με τίτλο που δείχνει την κλασσική κουλτούρα του έθνους και την παραδοσιακή σφεντόνα, που ήταν όπλο των προγόνων του, που γράφτηκε εκείνη την εποχή, αλλά δεν δημοσιεύτηκε μέχρι το 1933. Τον ίδιο χρόνο βρίσκουμε διάφορες συνεργασίες του στο περιοδικό «Κλαριδάδ» με το ψευδώνυμο «Σάτσκα» που είναι λογοτεχνική κριτική. Μερικά από τα δημοσιευμένα ποιήματα τούτης της χρονιάς θα ενσωματωθούν στο κοσμαγάπητο βιβλίο του «Βέιντε Ποέμας ντε αμόρ υ ούνα κανσιόν ντεσεσπεράδα» («Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και Ένα Τραγούδι Απελπισμένο), όπως π.χ. το «Ποίημα 20» που λεγόταν «Θλίψη στον Όχτο της Νύχτας».

Το 1924 είναι η χρονιά των Είκοσι ποιημάτων Αγάπης και του Απελπισμένου του Τραγουδιού. Το τυπώνει ο μεγάλος εκδοτικός οίκος «Νασιμέντο». Ταυτόχρονα δίνει στην ίδια Εκδότρια «Εκλεκτές σελίδες του Ανατόλ Φρανς» με πρόλογο, επιλογή και μετάφραση δικιά του. Τον ίδιο χρόνο στην εφημερίδα του Σαντιάγο «Λα Νασιόν» («Το Έθνος»),δημοσιεύεται γράμμα του πάνω στο βιβλίο του «Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και ένα Τραγούδι Απελπισμένο», όπου εξηγεί τη διαδικασία της δημιουργίας του.

Ο Πάβλο Νερούδα είναι μεγάλος ποιητής του 20ού αιώνα και ένας από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών. Γεννήθηκε στη Χιλή. Λάτρεψε την πατρίδα του και την τραγούδησε με το ίδιο πάθος που τραγούδησε το σεβασμό στον άνθρωπο και στην ελευθερία της πατρίδας.

Πέθανε στη Χιλή. Πρεσβευτής όντας στο Παρίσι γύρισε σ' αυτήν, άρρωστος και αντί να ξαναφύγει για το Παρίσι σε στιγμές κινδύνου, προτίμησε να μείνει και να χαθεί κοντά της. Αυτό συνέβη την περασμένη βδομάδα, στις 24 Σεπτεμβρίου του 1973, στις 4.30' το πρωί. Ήταν μόνο 69 χρονών.

Είχε τιμηθεί με όλα τα βραβεία Ειρήνης: το Νόμπελ, το Ζολιό - Κουρί, το Λένιν, Εθνικά Αριστεία Γραμμάτων, Ενώσεων Συγγραφέων κτλ.

Τα χρήματα του, που όλα προέρχονται μόνο από την ποίηση του ξόδευε αγοράζοντας βιβλία που τελικά αποτέλεσαν τη θαυμάσια «Βιβλιοθήκη Π. Νερούδα», που εδώρησε στο Πανεπιστήμιο της Χιλής στο Σαντιάγο. Εκείνο με τη σειρά του τιμώντας το εξαίρετο παιδί της, ίδρυσε το «Ινστιτούτο Πάβλο Νερούδα για τη μελέτη της Ποίησης», επί της υπουργείας στην παιδεία του δον Χουάν Μίγιας.

Σε ολόκληρη την ισπανόγλωσση Αμερική, βόρεια, κεντρική και νότια, δυο είναι τα Νόμπελ Ποίησης: και τα δυο τα έχει η Χιλή, το πρώτο πήρε στα 1945 η Γαβριέλα Μιστράλ, δασκάλα και δασκάλα του Νερούδα στα δέκα του χρόνια και το δεύτερο ο Πάβλο Νερούδα το 1971. Η ποίηση του, απέραντη, αγκάλιασε τα πάντα, τον άνθρωπο μόνο του, τον άνθρωπο με τον άνθρωπο, τον άνθρωπο με την κοινωνία, τον άνθρωπο με το σύμπαν.

Γι' αυτό είναι τα πάντα: είναι ερωτική, πολιτική, φιλοσοφική, χιουμοριστική, ρωμαντική, κλασσική, μπαρόκκο... Έτσι είναι: Βαθύς και πλατύς σαν τη Δημιουργία. Χαρακτηριστική η απάντηση που δίνει σε ένα χρονογράφημα του: Ποιος θάναι ο πιο μοντέρνος ποιητής του έτους 2000; Μα, ο παππούς! Ο Όμηρος!

Ήταν ακούραστος, ζωηρός, γοητευτικός, νταντελένιος διπλωμάτης και ακόμα πιο νταντελένιος εραστής. Από κει βγήκαν τα σχεδόν εφηβικά αριστουργηματικά του «Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και ένα Τραγούδι Απελπισμένο», τα «Εκατό Σονέττα για τη Ματίλντε», το «Όλος ο Έρωτας» κτλ.

Η καρδιά μας είναι βαρεία για τον τραγικό θάνατο του. Μα η πίστη μας είναι ακλόνητη πως το έργο του και ο βίος του κρατάνε ακοίμητη την προσπάθεια για την ανθρωποποίηση του ανθρώπου. Κάπου λέει: «Δεν μπορώ όταν οι άνθρωποι δεν είναι άνθρωποι» και κάπου αλλού: «θέλω ο άνθρωπος να είναι άνθρωπος».

Τούτη τη στιγμή η πίστη και η πίεση του υπέροχου Χιλιανού Λαού κατάφερε, ύστερα από τόσα χρόνια στυγνής δικτατορίας, να πουλιέται ο Νερούδα σα να μη συνέβαινε τίποτα. Η Ματίλντε Ουρρούτια, η γλυκεία ηρωική και πιο τραγουδισμένη γυναίκα σ' όλη την Ιστορία της ποίησης, κατάφερε να σώσει το σπίτι της Ίσλα Νέγρα και να στέκει -δωρική κολώνα- αγέρωχη μπροστά στο ξεδοντιασμένο θηρίο του αποικιοκρατικού αίσχους, δεν μπορεί να βλάψει πια ούτε τη μνήμη -το προσπάθησε- ούτε το έργο του Ποιητή.

Δανάη

Πηγές
- Πάβλο Νερούδα, Εστραβαγάριο, Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου, Εκδόσεις Ζυγός.
- Πάβλο Νερούδα, Ανθολόγιο – Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και Ένα τραγούδι Απελπισμένο, Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου, Εκδόσεις Ζυγός.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
- Πάβλο Νερούδα, Βικιπαίδεια.
- Δανάη Στρατηγοπούλου: «Αηδόνι» του τραγουδιού και του αγώνα, Ριζοσπάστης, 20-01-2009.

9/5/10

Οι Τρεις Χοντροί

Ένα επαναστατικό παραμύθι του Γιούρι Ολέσα, σε περίληψη, όπως βρέθηκε στη σελίδα marxist.org. Το έργο έχει μεταφρασθεί στην ελληνική από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο (Κέδρος, 1978) και θεωρείται πραγματικό αριστούργημα της σοβιετικής λογοτεχνίας, ως ύμνος στα δικαιώματα και τους αγώνες των μη εχόντων. Στο τέλος παραθέτουμε ορισμένα βιογραφικά στοιχεία του Γιούρι Ολέσα, που πέθανε ακριβώς πριν 50 χρόνια, όπως και χρήσιμες πηγές για περαιτέρω γνωριμία με τον ίδιο και το έργο του αλλά και τον μεταφραστή του, Μ. Αλεξανδρόπουλο. Οι εικόνες που συνοδεύουν την σύνοψη του παραμυθιού ανήκουν στον Μστισλάβ Ντομπουζίνσκι -πρωτοπόρος του ρεύματος του «δημοκρατικού ρεαλισμού»- από την εικονογράφηση του 1924, και αντλήθηκαν από την παραπάνω αναφερόμενη ιστοσελίδα.

Τα ηθικά διδάγματα και το επιμύθιο ανήκουν σε εσάς, όπως πάντα, ενώ οι όποιες ομοιότητες με σύγχρονες καταστάσεις προτείνουμε να μην αντιμετωπιστούν με την οπτική «εντελώς τυχαία» που συνηθίζεται σε λογοτεχνικά, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά έργα. Όχι μόνο επειδή θεωρούμε πως τίποτε δεν είναι τυχαίο, αλλά κυρίως επειδή «η τάξη των πραγμάτων» εξακολουθεί να είναι δυαδική: «Εμείς κι Εκείνοι» ή «Φτωχοί και Πλούσιοι» ή «Πλουτοπαραγωγοί και Πλουτοκράτες».

Τέλος, κι επειδή στις μέρες μας μπορεί ορισμένοι αναγνώστες να θεωρήσουν ότι το παραμύθι "βγάζει" μια ρατσιστική διάθεση για τους υπέρβαρους ανθρώπους θέλουμε να σημειώσουμε ότι εδώ ως «παχυσαρκία» θεωρείται η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια των λίγων και κατά συνέπεια αυτό που «ζυγίζεται» δεν είναι το ανθρώπινο λίπος αλλά ο πλούτος. Για το λόγο αυτό επιλέξαμε να γράφουμε τη λέξη «Χοντροί» με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα.


ΜΕΡΟΣ Ι: Ο ΤΙΜΠΟΥΛ ΠΕΡΠΑΤΑ ΣΕ ΤΕΝΤΩΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ

Η μέρα του καθηγητή Γκασπάρ γίνεται άνω κάτω
Ο καιρός των μάγων έχει παρέλθει. Μερικές φορές όμως οι αγράμματοι άνθρωποι μπορεί να κάνουν το λάθος να περάσουν τον καθηγητή Γκασπάρ Αρνέρι για μάγο λόγω των καταπληκτικών πραγμάτων που μπορούσε να κάνει. Ο καθηγητής κατείχε συνολικά εκατό επιστήμες. Μια μέρα ο δόκτωρ Γκασπάρ αποφασίζει να μαζέψει σπάνια χόρτα και έντομα από το πάρκο του Παλατιού των Τριών Χοντρών. Φτάνοντας όμως στην έξοδο της πόλης διαπιστώνει ότι όλες οι πύλες ήταν κλειστές ενώ ένα τεράστιο πλήθος βρισκόταν συγκεντρωμένο μπροστά τους. Οι φρουροί απαγόρευαν σε οποιονδήποτε να βγει από την πόλη επειδή ο οπλοποιός Πρόσπερος και ο ακροβάτης Τιμπούλ είχαν οδηγήσει όλον αυτόν τον κόσμο προκειμένου να εισβάλλουν στο Παλάτι των Τριών Χοντρών. Μετά από μια αιματηρή μάχη οι στρατιώτες συλλαμβάνουν τον ήρωα του λαού, Πρόσπερο.
Ο καθηγητής, εν τω μεταξύ, έχει ανέβει ψηλά για να παρακολουθήσει τη μάχη αλλά για κακή του τύχη μια αδέσποτη οβίδα καταστρέφει τον πύργο που βρισκόταν με αποτέλεσμα μέσα στην αναταραχή να χάσει το καπέλο του, το παλτό του, τα γυαλιά του, τα τακούνια του και τις αισθήσεις του. Όταν ξυπνάει, πια, είναι νύχτα και το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται είναι οι ήχοι ενός βαλς προερχόμενου από κάποια γιορτή που γινόταν εκεί κοντά. Οι καραγωγείς και οι πωλητές λουλουδιών συζητούν εμφανώς ανήσυχοι για την τύχη του Πρόσπερου, που έχει περιοριστεί στο θηριοτροφείο του Παλατιού. Μια στολισμένη κυρία φαίνεται πολλή ευτυχισμένη επειδή το κελί το Πρόσπερου είναι καλοκλειδωμένο, ενώ από την άλλη μεριά ένα αγόρι ισχυρίζεται ότι ο Τιμπούλ εξακολουθεί να διαφεύγει της σύλληψης. Πομπή από 100 ξυλουργούς και κάμποσους στρατιώτες περνάει μπροστά από τον καθηγητή, προφανώς πορευόμενοι προς το σημείο που θα στηθούν 10 αγχόνες, μία για κάθε εξεγερμένο που έχει συλληφθεί.
Σε ένα τσίρκο, ο κλόουν παρωδεί τους Τρεις Χοντρούς Άνδρες, παρουσιάζοντάς τους σαν παραφουσκωμένα σακιά με στάρι καταλήγοντας ότι «έχουν φτάσει οι τελευταίες μέρες τους». Οι «χοντροί» θεατές αγανακτούν και ο πιο «αδύνατος» χειροκροτεί. Ταυτόχρονα οι στρατιώτες παραδίδουν στις φλόγες την περιοχή που ζουν οι εργάτες με σκοπό να βρουν τον Τιμπούλ.
Ο καθηγητής Γκασπάρ, προσπαθώντας να φτάσει στο σπίτι του, πέφτει πάνω στο εξοργισμένο πλήθος που έχει καταλάβει την πλατεία «Άστρο» που είναι και η κεντρική της πόλης. Η πλατεία είναι σκεπασμένη από έναν γυάλινο τρούλο στο κέντρο του οποίου δεσπόζει κρεμασμένο από καλώδια ένα γιγαντιαίο φανάρι. Εξάλλου από το φανάρι αυτό που λέγεται «Άστρο» πήρε και το όνομά της η πλατεία.
Εκεί στη στέγη βρισκόταν ο ακροβάτης Τιμπούλ φορώντας μια πράσινη μπέρτα κι ένα πολύχρωμο κολάν, όπως συνήθιζε πάντα όταν έκανε ισορροπία, προσπαθώντας να διαφύγει τη σύλληψη. Κάποιοι από το πλήθος ζητωκραυγάζουν ενώ άλλοι τον καταριούνται. Φτάνοντας ο Τιμπούλ στην οροφή αρχίζει να κατευθύνεται προς το Άστρο ισορροπώντας πάνω σε ένα καλώδιο. Ένας αξιωματικός ενώ τον έχει βάλει στόχο και είναι έτοιμος να τον πυροβολήσει με έκπληξη ακούει έναν άλλο πυροβολισμό που προέρχεται από απλό στρατιώτη. Τότε οι στρατιώτες χωρίζονται σε δυο ομάδες. Σε εκείνους που υποστηρίζουν τον Τιμπούλ και σε διώκτες του. Ο ήρωας ακροβάτης έχει φτάσει ήδη στο Αστέρι που φέγγει όλη την πλατεία και κατεβάζοντας τον διακόπτη του ρεύματος τη βυθίζει στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι πλέον τα πράγματα είναι πιο εύκολα: ο Τιμπούλ δραπετεύει δια μέσου της καταπακτής που υπάρχει στη γυάλινη οροφή.
Ο καθηγητής επιστρέφει στο σπίτι του και σημειώνει στο ημερολόγιό του, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τη μέρα αυτή. Ξαφνικά ακούει έναν θόρυβο, γυρίζει το κεφάλι του και αντικρίζει τον ίδιο τον Τιμπούλ!


ΜΕΡΟΣ ΙΙ: Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΤΟΥΤΙ

Η φανταστική περιπέτεια του πωλητή μπαλονιών
Την επόμενη μέρα, είχε πολύ δυνατό αέρα κι ένας πωλητής μπαλονιών όπως τα κρατούσε στα χέρια του άρχισε να σηκώνεται ψηλά προς τον ουρανό. Καθώς ο άνθρωπος πετάει του φεύγει μία παντόφλα και πέφτει ακριβώς στο κεφάλι του καθηγητή χορού Ραζντβάτρις, ο οποίος βάζει τις φωνές στα άτακτα παιδιά.
Ο πωλητής μπαλονιών παρασυρμένος από τον αέρα είχε βγει πια έξω από την πόλη και κατευθυνόμενος στο παράθυρο της κουζίνας του Παλατιού των Τριών Χοντρών προσγειώνεται με φόρα πάνω στη γιγάντια τούρτα που είχαν ετοιμάσει οι ζαχαροπλάστες για τη γιορτή που παρέθεταν οι άρχοντες προς τιμήν την καταστολής της εξέγερσης. Απελπισμένος ο σεφ αποφασίζει ότι ο μόνος τρόπος για να γλιτώσουν είναι να χρησιμοποιήσουν τον πωλητή μπαλονιών με τα μπαλόνια του, ως διακοσμητικό στην τούρτα! Έτσι «χτίζουν» τον μπαλονά και τα μπαλόνια του με μπόλικη κρέμα γάλακτος και καραμέλα και όπως είναι πάνω στην τούρτα τον μεταφέρουν στην τραπεζαρία που οι Τρεις Χοντροί δεξιώνονταν τους καλεσμένους τους.
Εκεί, οι Τρεις Χοντροί αποφασίζουν να εκθέσουν σε κοινή θέα τον Πρόσπερο όπως τον είχαν κλειδωμένο σε ένα κλουβί για ζώα. Μάλιστα την πρώτη στιγμή που τον έβγαλαν δημιουργήθηκε πανικός καθώς οι περισσότεροι τον φοβήθηκαν με αποκορύφωμα τον μυλωνά που λιποθύμησε από την τρομάρα του. Ο Πρόσπερος όμως σαν πραγματικό θηρίο στο κλουβί δεν το έβαλε κάτω. Αμέσως άρχισε να καταγγέλλει τους Τρεις Χοντρούς και να τους απειλεί λέγοντάς τους ότι οι χωρικοί, οι ανθρακωρύχοι και οι εργάτες δεν θα είναι πλέον σκλάβοι τους. Αλλά ο Πρώτος από τους Χοντρούς τον …. παρότρυνε να μείνει ήσυχος στο κλουβί του μέχρι να συλλάβουν και τον Τιμπούλ οπότε θα εκτελεστούν μαζί ενώ και οι Τρεις μαζί καμάρωναν απαριθμώντας τα πλούτη τους. Ο Πρώτος έλεγχε το σύνολο της παραγωγής σιτηρών, ο Δεύτερος τον άνθρακα και ο Τρίτος τον σίδηρο.
Όταν οι άνθρωποι των Χοντρών πήραν το κλουβί με τον Πρόσπερο από την αίθουσα οι καλεσμένοι άρχισαν να ασχολούνται με την τούρτα. Εξάλλου το «στολίδι» προκαλούσε το ενδιαφέρον. Όλοι αναρωτιούνταν ποια υπέροχη λιχουδιά να κρύβεται μέσα από τα μπαλόνια και τον μπαλονά. Μπορεί να ΄ταν καραμέλα μπορεί όμως και σαμπάνια. Με την περιέργειά τους στο ζενίθ αποφασίζουν να κόψουν το κεφάλι του μπαλονά για να αποκαλυφθεί το μυστικό αλλά ο διάδοχος Τούτι τους διακόπτει πριν το τολμήσουν.
Ο διάδοχος Τούτι είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που έχουν επιλέξει ως κληρονόμο τους οι άκληροι Τρεις Χοντροί. Ο μικρός μπήκε στην αίθουσα και κλαίγοντας σπαρακτικά φώναζε μπροστά σε όλους ότι καταστράφηκε η κούκλα του, μεγέθους πραγματικού κοριτσιού. Απαρηγόρητος ο Τούτι είπε ότι η κούκλα του κομματιάστηκε από τα σπαθιά των στρατιωτών και στη συνέχεια ο δάσκαλός του, εξήγησε ότι τους πλησίασαν στο πάρκο 12 εξαγριωμένοι στρατιώτες και χλευάζοντας τον μικρό τον αποκάλεσαν «προσκοπάκι» των Τριών Γουρουνιών. Εκείνη τη στιγμή εμφανώς αμήχανος ο Πρώτος ρώτησε: «Ποια είναι αυτά τα Τρία Γουρούνια;». Μετά, σύμφωνα με τη διήγηση των σωματοφυλάκων του μικρού, οι 12 στρατιώτες έφυγαν φωνάζοντας υπέρ του Πρόσπερου χωρίς να ξεχάσουν να προειδοποιήσουν ότι πολύ σύντομα όλοι οι στρατιώτες θα σταθούν στον πλευρό του λαού.
Όλοι σοκαρίστηκαν από το περιστατικό. Οι πιο πιστοί φρουροί των Τριών Χοντρών απέκλεισαν τα σημεία επικοινωνίας Παλατιού- Πάρκου φοβούμενοι τα χειρότερα ενώ οι αφέντες έσπευσαν αμέσως να ζυγιστούν. Παρόλα τα «τρεχάματα» όμως διαπίστωσαν ότι δεν είχαν χάσει ούτε γραμμάριο. Έτσι συνέλαβαν τον γιατρό του παλατιού και τον φυλάκισαν δίνοντάς του μόνο νερό και ψωμί.
Ο Τούτι εν τω μεταξύ κρατούσε την κατακουρελιασμένη κούκλα του αγκαλιά από τα σκισίματα της οποίας φαίνονταν και τα σωθικά της. Το Συμβούλιο της χώρας αποφάσισε, λοιπόν, ότι ο μόνος κατάλληλος να τη φτιάξει ήταν ο περίφημος καθηγητής Γκασπάρ. Χωρίς να χάσουν χρόνο τού έστειλαν μήνυμα ορίζοντάς του ότι έχει ένα 24ωρο στη διάθεσή του για να επιδιορθώσει την κούκλα του διαδόχου ανταμείβοντάς τον, σε περίπτωση που τα καταφέρει, με ό,τι ζητήσει. Στην περίπτωση όμως που αποτύχει η ποινή που τον περίμενε θα είναι πολλή αυστηρή.
Μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση φυσικό ήταν κανείς να μη δίνει σημασία πια στη γιγάντια τούρτα με το καραμελωμένο μπαλονά. Έτσι όταν την ξαναπήγαν στην κουζίνα ο έρμος πωλητής τάζοντας τα μπαλόνια του στα είκοσι αγόρια της κουζίνας, ζήτησε τη βοήθειά τους για να δραπετεύσει. Εκείνα του είπαν να χωθεί σε μια τεράστια χάλκινη κατσαρόλα και θα το κρύψουν σκεπάζοντάς την με το καπάκι.

Ο μαύρος άνθρωπος και τα λάχανα
Νωρίτερα, το ίδιο πρωινό κι ενώ ο μπαλονάς … απολάμβανε την πτήση του η οικονόμος του καθηγητή, η θείτσα Γανυμήδη, μπαίνοντας στο γραφείο του Γκασπάρ παρατήρησε ένα χωνευτήρι και κάτι που καιγόταν μέσα του. Σοκαρισμένη κυριολεκτικά αντίκρισε έναν μαύρο άνθρωπο που φορούσε μια κόκκινη βράκα να στέκεται στο δωμάτιο.
Ο Γκασπάρ και ο νιόφερτος όταν βγήκαν έξω να περπατήσουν αντίκρισαν τις ανακοινώσεις των Τριών Χοντρών που πληροφορούσαν τον κόσμο ότι το προγραμματισμένο Φεστιβάλ της εποχής θα πραγματοποιηθεί την ίδια μέρα και ώρα με τις εκτελέσεις των επαναστατών στην κεντρική πλατεία.
Όταν πήγαν στο Φεστιβάλ, ο Γκάσπαρ και ο μαύρος άνθρωπος, ένας Ισπανός δήμιος νομίζοντας ότι ο δεύτερος είναι ηθοποιός τον προσκαλεί να συμμετέχει σε επαινετικές παραστάσεις για τους Τρεις Χοντρούς οι οποίοι πλήρωναν καλά για κάτι τέτοιο. Ωστόσο του επισήμαναν ότι όποιος ηθοποιός αρνείται θα φυλακίζεται. Η παράσταση δε, είχε ξεκινήσει και ένας κλόουν ήταν ήδη στη σκηνή και επαινώντας τους Τρεις Χοντρούς, χτυπούσε τη μούρη του με μια τούρτα.
Μετά εμφανίσθηκε ο χειροδύναμος Λαπιτούπ κάνοντας επίδειξη άρσης βαρών. Χτυπώντας κάτι βαρέλια προσπαθούσε να δείξει στον κόσμο τον τρόπο με τον οποίο οι Τρεις Χοντροί θα συντρίψουν τα κεφάλια του Προσπέρο και του Τιμπούλ. Τότε ο μαύρος άνθρωπος αρχίζει να τον προκαλεί και να τον προτρέπει να βουλώσει το στόμα του. Ο αρσιβαρίστας δείχνει φανερά τον εκνευρισμό του, ειδικά τη στιγμή που ο μαύρος άνθρωπος αρχίζει να του φωνάζει πως γνωρίζει την καταγωγή του και την προσωπική του ιστορία –ο πατέρας του ήταν σιδεράς και η μητέρα του πλύστρα- και ότι του δίνει τόσο χρόνο για να φύγει, όσο να μετρήσει μέχρι το τρία. Τελικά, θολωμένος και φοβισμένος ο Λαπιτούπ φεύγει ενώ ο μαύρος άνθρωπος λέει ότι αυτός είναι ο τρόπος για να διώξουν τους Τρεις Χοντρούς. Το πλήθος όμως φοβάται και μόνο στη σκέψη ότι ο μαύρος άνθρωπος είναι ακόμη ένα από τα ανδρείκελα των Τριών Χοντρών. Ωστόσο αποκαλύπτεται ότι δεν είναι άλλος από τον Τιμπούλ, μεταμφιεσμένο.
Την ίδια στιγμή ο αρχηγός της φρουράς του Παλατιού, Κάουντ Μπονεβεντούρα, μεταφέρει την καταστραμμένη κούκλα προσπαθώντας να εντοπίσει στο πλήθος τον καθηγητή Γκασπάρ που ορίστηκε να την επισκευάσει. Τον βρίσκουν κι αρχίζουν να τον καλούν ενώ ο Λαπιτούπ τρέχει στον αρχηγό να τον ενημερώσει σχετικά με την παρουσία του Τιμπούλ στην πλατεία. Ο Ισπανός κραδαίνοντας το όπλο του καλεί τον Τιμπούλ να γυρίσει. Ο αρχηγός, μαζί κι ο Ισπανός και ο Λαπιτούπ ενωμένοι αρχίζουν να κυνηγούν τον Τιμπούλ που τρέχει και πηδώντας έναν φράκτη βρίσκεται σε έναν λαχανόκηπο. Κόβοντας τα λαχανοκέφαλα αρχίζει να τα εκσφενδονίζει προς του διώκτες του προκαλώντας τους μεγάλη σύγχυση. Κάποια στιγμή σκύβοντας να κόψει ένα λάχανο διαπιστώνει ότι αυτό που τραβάει είναι το κεφάλι του μπαλονά που έβγαινε εκείνη τη στιγμή από την κρυφή σήραγγα που ένωνε την πόλη με το Παλάτι των Χοντρών και ξεκινούσε από την τεράστια κατσαρόλα που τον είχαν κρύψει τα παιδιά της κουζίνας. Ο μπαλονάς διηγείται στον Τιμπούλ τα καθέκαστα και εκείνος αφού τον τράβηξε έξω αρχίζει πάλι να τρέχει. Εν τω μεταξύ ο Ισπανός έχει γίνει πυρ και μανία με ένα από τα μπαλόνια που έχασε κάποιο παιδί της κουζίνας και τώρα κυκλοφορούσε στον αέρα ανεξέλεγκτο πλην όμως γύρω γύρω από τον δήμιο. Εκείνος στην προσπάθειά του να το αποφύγει, πυροβόλησε, αλλά άστοχα. Η σφαίρα χτύπησε το καπέλο του αρχηγού και ο πυροβολισμός τρόμαξε έναν σκύλο που άρχισε να κυνηγάει και τους τρεις διώκτες του Τιμπούλ, καταφέρνοντας να δαγκώσει τον Λαπιτούπ και να υποχρεώσει τον Διευθυντή να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο για να σωθεί!

Μια απρόβλεπτη εξέλιξη
Οι φρουροί συνόδευσαν τον καθηγητή Γκασπάρ στο εργαστήριό του για να του παραδώσουν την σπασμένη κούκλα την οποία έπρεπε να παραδώσει ακέραια το επόμενο πρωί, κι έφυγαν. Ο καθηγητής εξετάζει την κούκλα που ήταν κατασκευασμένη με εξαιρετική τεχνική. Κοιτάζοντάς την του δημιουργείται η εντύπωση ότι είναι πολλή ζωντανή και πολλή γνωστή. Αλλά από πού; Μοιάζει σαν αληθινό κορίτσι που έχει μετατραπεί σε κούκλα. Μετά από προσεκτικό έλεγχο διαπιστώνει το ακριβές σημείο της βλάβης που αλίμονο χρειαζόταν δύο μέρες για να προετοιμάσει το ειδικό μέταλλο για την επισκευή του. Ένας χρόνος πολύ πολύ μεγαλύτερος από τα όρια που του είχαν βάλει οι Τρεις Χοντροί. Τρομοκρατημένος κυριολεκτικά αποφασίζει να πάρει την κούκλα και να πάει στο Παλάτι να εξηγήσει πώς έχει η κατάσταση.

Η νύχτα της παράξενης κούκλας
Στο δρόμο για το παλάτι των Τριών Χοντρών ο καθηγητής έριξε έναν υπνάκο ο οποίος τέλειωσε από τις φωνές των φρουρών που απαγόρευαν να πλησιάσει οποιοσδήποτε σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Ο καθηγητής τους εξηγεί ποιος είναι και για ποιο σκοπό θέλει να φτάσει στο Παλάτι αλλά οι φρουροί, γελώντας, δείχνουν ότι δεν τον πιστεύουν. Εκείνος τότε για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του γυρνάει στην άμαξα να φέρει την κούκλα του διαδόχου Τούτι. Εκείνη όμως έχει γίνει άφαντη! Ο αμαξάς και ο καθηγητής σκέφτηκαν ότι μάλλον έπεσε από την άμαξα την ώρα που ο καθηγητής αποκοιμήθηκε κι αρχίζουν να την ψάχνουν. Μάταια. Είναι η στιγμή που ο καθηγητής Γκασπάρ αρχίζει να βεβαιώνεται ότι η κούκλα είναι πραγματικό κορίτσι και το έβαλε στα πόδια.
Αν και ο καθηγητής είναι σίγουρος ότι μετά την απόδραση της … κούκλας θα τον κρεμάσουν μια άλλη ανάγκη της στιγμής τον κάνει να το προσπεράσει. Είναι τόση η πείνα του που δεν τον αφήνει να σκεφτεί κάτι άλλο. Αρχίζει να ψάχνει πού θα φάει αλλά δυστυχώς γι΄ αυτόν, και το στομάχι του, τα εστιατόρια είναι όλα κλειστά τη νύχτα. Η μόνη μυρωδιά από φαγητό στην πόλη έρχεται από ένα βαγόνι του τσίρκου. Το βαγόνι αυτό ανήκει στον Μπριζάκ στο θίασο του οποίου δούλευε ο Τιμπούλ. Χωρίς να χάσει λεπτό τού χτυπά την πόρτα και αυτή ανοίγει αμέσως από τον γέρο κλόουν Αύγουστο. Ο καθηγητής του εξηγεί την κατάστασή του αλλά και την άγνοια για το πού κρύβεται πια ο Τιμπούλ. Ο Αύγουστος χάρηκε πολύ που είδε τον καθηγητή επειδή θυμήθηκε ένα περιστατικό που είχε συμβεί πέρσι. Σε μια παράσταση στην πλατεία η κόρη του Σουόκ τραγουδούσε για ένα κέικ που προτιμούσε να ψήνεται στον φούρνο παρά να καταλήγει στο στομάχι του Χοντρού γαιοκτήμονα. Τότε μια κυρία από τους θεατές εξαγριώθηκε και διέταξε την υπηρέτριά της να δείρει την μικρή τραγουδίστρια. Κάτι που αποφεύχθηκε χάρη στην παρέμβαση του καθηγητή Γκασπάρ.
Ο Αύγουστος φωνάζει την κόρη του, εκείνη ακούγεται να πλησιάζει και ο καθηγητής Γκασπάρ συγκλονισμένος βλέπει μπροστά του την κούκλα του διαδόχου Τούτι!

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ: ΣΟΥΟΚ

Ο δύσκολος ρόλος της μικρής ηθοποιού
Ο καθηγητής Γκασπάρ γνωρίζοντας πια με απόλυτη βεβαιότητα ότι η κούκλα είναι ένα πραγματικό κορίτσι που όντως απέδρασε από την άμαξα απαιτεί από την μικρή να του πει την αλήθεια. Μέσα σε αυτό το κομφούζιο ο καθηγητής δεν πρόσεξε ότι η Σουόκ δεν φορούσε τα κομψά ρούχα της κούκλας ούτε –το πιο σημαντικό- ότι δηλαδή δεν είχε τρύπες στο θώρακα. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει μέσα ο μαύρος άνθρωπος, η παρουσία του οποίου τρομοκρατεί όλους τους παρευρισκόμενους εκτός από τον καθηγητή. Ο μαύρος άνθρωπος πλησιάζει να αγκαλιάσει την Σουόκ αλλά η μικρή απομακρύνεται πανικοβλημένη. Εκείνος μη έχοντας άλλη λύση αρχίζει να αφαιρεί το χρώμα από πάνω του μέχρι που εμφανίζεται ο Τιμπούλ. Όλοι δείχνουν ενθουσιασμένοι. Ο καθηγητής μιλάει στον Τιμπούλ για την ομοιότητα της χαμένης κούκλας με την Σουόκ κι ο καταζητούμενος ήρωας σκέφτεται ότι είναι μια ευκαιρία να απελευθερώσουν τον Πρόσπερο. Αν δηλαδή στη θέση της κούκλας στείλουν στον Παλάτι των Χοντρών την Σουόκ τότε εκείνη θα βοηθήσει τον Πρόσπερο να μπει στην κατσαρόλα που μπήκε και ο μπαλονάς και να βγει μέσω του τούνελ στον λαχανόκηπο.
Καθώς η αυγή κάνει την εμφάνισή της βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να αποσπάσει κάτι από τα δόντια ενός σκύλου, του ίδιου που δάγκωσε τον Λάπιτοπ και τους άλλους. Τελικά ο άνθρωπος τα καταφέρνει και αρχίζει να τρέχει ευτυχισμένος κρατώντας στην αγκαλιά του το λάφυρο που δεν είναι άλλο από την κούκλα του διαδόχου Τούτι. Και ποιος ήταν ο άνθρωπος; Μα ο δάσκαλος χορού Ραζντβάτρις!


Η κούκλα με τη μεγάλη όρεξη
Ο καθηγητής με την κούκλα φτάνουν στο Παλάτι. Πλήθος αυλικών και υπηρετών έχει συγκεντρωθεί προκειμένου να δουν από κοντά την κούκλα που δεν είναι πια επιδιορθωμένη αλλά και βελτιωμένη: μπορεί να μιλά και να περπατά! Ο διάδοχος Τούτι είναι ενθουσιασμένος αλλά και εμφανώς συγκινημένος. Οι Τρεις Χοντροί σκουπίζουν τον ιδρώτα τους από την πρωινή άσκηση. Ο Πρώτος, μάλιστα, έχει ένα μαυρισμένο μάτι από την μπάλα που του πέταξε στη μούρη ο Δεύτερος. Εξετάζουν την κούκλα, αλλά το πρόσωπο του Τούτι, που ακτινοβολεί κυριολεκτικά, τους δημιουργεί αμέσως την καλύτερη διάθεση. Ανακοινώνουν στον καθηγητή Γκασπάρ ότι θα έχει ό,τι ζητήσει κι εκείνος ζητά την απελευθέρωση όλων των επαναστατών και το κάψιμο όλων των αγχονών. Η απάντηση του καθηγητή, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε σοκ και πανζουρλισμό. Ο Γραμματέας που ήταν έτοιμος να γράψει τις επιθυμίες και ανταμοιβές του καθηγητή χάνει την πένα από το χέρι του και καρφώνεται με ορμή στο πόδι του Δεύτερου Χοντρού. Εκείνος σφαδάζοντας από τον πόνο την τραβάει και την εκσφενδονίζει πίσω στον Γραμματέα, αλλά η πένα τον προσπερνά και καρφώνεται εκ νέου, αυτή τη φορά στον πισινό ενός φρουρού, ο οποίος παρόλο τον πόνο εξακολουθεί να στέκεται άκαμπτος μέχρι να τελειώσει το καθήκον του.
Οι Τρεις Χοντροί αρνούνται να ικανοποιήσουν το αίτημα του καθηγητή χαρακτηρίζοντάς το ως εγκληματικό κι εκείνος ψιθυρίζοντας κάτι στην Σουόκ τους βάζει στη δοκιμασία να βλέπουν την «κούκλα» να πεθαίνει. Βλέπετε, η μικρή ηθοποιός άρχιζε αμέσως να σφαδάζει και ο καθηγητής τους ενημερώνει ότι το σύστημά της είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και υπάρχει περίπτωση να σπάσει αν εξακολουθούν να αρνούνται την ικανοποίηση του αιτήματός του. Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο αλλά και στον Τούτι που σπαρταρούσε από το κλάμα, οι Τρεις Χοντροί υποχωρούν.
Ο Τούτι παίρνει την «κούκλα» Σουόκ στον κήπο και παραγγέλνει πρωινό. Η Σουόκ δεν είναι σίγουρη αν οι κούκλες τρώνε αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη θέα των γλυκισμάτων. Ο Τούτι εκφράζει τη χαρά του δηλώνοντας ότι τα προηγούμενα χρόνια ήταν πολύ βαρετό να τρώει μόνος του. Η Σουόκ μετά ακούει ένα «τουκ-τουκ» όχι ένα «τικ-τακ» και ο Τούτι της λέει ότι είναι ο ήχος από τη μεταλλική καρδιά του.

Το θηριοτροφείο
Ο Τούτι αφήνει την Σουόκ για να κάνει τα μαθήματά του κι εκείνη γνωρίζοντας ότι ο Πρόσπερος κρατείται στο θηριοτροφείο αρχίζει να σκέφτεται το σχέδιο για την απελευθέρωσή του.
Ο Τούτι ζούσε απομονωμένος, χωρίς άλλα παιδιά. Δεν είχε ποτέ του ένα ζωντανό παιδί να παίξει, δεν είχε ακούσει ποτέ παιδικό γέλιο. Οι Τρεις Χοντροί ήθελαν να πλάσουν έναν σκληρό και κακό διάδοχο κι γι΄ αυτό του στερούσαν την παρέα των άλλων παιδιών και γι΄ αυτό του χάρισαν την κούκλα η οποία ούτε να μιλήσει ούτε να γελάσει μπορούσε. Έτσι ο Τούτι δεν θα μάθαινε τίποτε για τη φτώχια, τις φυλακές και τις ταλαιπωρίες του κόσμου. Αντ΄ αυτού οι Τρεις Χοντροί σκέφτηκαν κι έφτιαξαν ένα θηριοτροφείο πιστεύοντας ότι αν ο μικρός έβλεπε μια τίγρη να τρώει ωμό κρέας ή έναν βόα να καταπίνει ένα ζωντανό κουνέλι, θα γινόταν τόσο σκληρός και απάνθρωπος όσο τον ήθελαν. Τελικά όμως το σχέδιό τους δεν λειτούργησε. Ο Τούτι προτιμούσε τη συντροφιά της κούκλας περισσότερο από τα ζώα.
Όταν ο Τούτι γύρισε από το μάθημα η Σουόκ του είπε πώς όταν ήταν σπασμένη είδε ένα όνειρο: ήταν, λέει, ακροβάτης και περπατούσε πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί κάνοντας χορευτικές φιγούρες. Ο θίασος και η ίδια ήταν πολύ φτωχοί και μερικές φορές πεινούσαν. Ο Τούτι όμως δεν γνώριζε τι σημαίνει «φτωχός» και της ζήτησε να του το εξηγήσει. Ώρες πολλές πέρασαν μέχρι το σούρουπο και η Σουόκ εξακολουθεί εξηγεί το όνειρό της ξεχνώντας ότι μιλούσε για ένα «όνειρο». Του λέει ακόμη ότι μπορεί να χορέψει βαλς επάνω στους σπόρους ενός βερίκοκου υπό τους ήχους σφυριγμάτων. Η περιγραφή κίνησε την περιέργεια του Τούτι και η Σουόκ συνεχίζει λέγοντάς του ότι μπορεί να παίξει βάλς με ένα κλειδί. Τότε ο διάδοχος της λέει ότι έχει ένα ειδικό κλειδί από το θηριοτροφείο του, που του το έχει δώσει ο επιστάτης να το έχει κρεμασμένο στο λαιμό του. Δίνοντας το κλειδί στην Σουόκ ο Τούτι δεν πρόσεξε πως μετά τη μουσική εκείνη το έβαλε στην τσέπη της.
Την ίδια νύχτα η Σουόκ με το κλειδί, γλιστρά κρυφά στο θηριοτροφείο. Παίρνει το φανάρι από τον φρουρό και αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στα ζώα για τον Πρόσπερο. Όταν βρίσκει το κλουβί στο οποίο βρισκόταν ο ήρωας, σύμφωνα με τις πληροφορίες, διαπιστώνει ότι στο κλουβί βρίσκεται ένα αλλόκοτο πλάσμα με γούνα σαν αρκούδα και αυτιά σαν λύκου, με νύχια μακριά και χέρια πιθήκου. Συνολικά έμοιαζε περισσότερο με γορίλα. Το πλάσμα πεθαίνει αλλά προλαβαίνει να βάλει στο χέρι της Σουόκ ένα σημείωμα στο οποίο εξηγεί τα πάντα. Η «κούκλα» πανικοβλημένη ασθμαίνει και σβήνει το φανάρι. Παντού σκοτάδι.

ΜΕΡΟΣ IV: ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ Ο ΟΠΛΟΠΟΙΟΣ

Ο θάνατος του ζαχαρωτού
Όταν η Σουόκ έσβησε το φανάρι ξύπνησαν όλα τα ζώα του θηριοτροφείου και άρχισαν να βρυχώνται, να γρυλίζουν, κ.λπ. Επόμενο ήταν να ξυπνήσει και ο φρουρός ο οποίος κάλεσε αμέσως ενισχύσεις για την έρευνα όλης της περιοχής. Δεν βρέθηκε κάτι ύποπτο παρά μόνο ένα ροζ σημάδι ψηλά σε ένα δέντρο. Ο διευθυντής του θηριοτροφείου υποθέτοντας ότι πρόκειται για την Λάουρα την παπαγαλίνα σκαρφάλωσε να την κατεβάσει. Ωστόσο, εκείνο που αντίκρισε ήταν τρομακτικό! Ουρλιάζοντας πέφτει κάτω και η νυχτικιά του μπλέκεται σε ένα κλαδί. Ταυτόχρονα αρχίζει να ουρλιάζει και ο φρουρός και να τρέχει γύρω γύρω σε πλήρη σύγχυση.
Ένα τέταρτο της ώρας πριν ο Τρεις Χοντροί είχαν πάρει τα άσχημα μαντάτα. Στην πόλη οι εργάτες έχουν πάρει τα όπλα και οι συμπλοκές με τους ανθρώπους του Παλατιού ήταν σε εξέλιξη κοντά στο ποτάμι. Ο Τιμπούλ ξεσηκώνει το λαό και πολλοί από τους στρατιώτες τάσσονται με το μέρος του. Όπως κάθε φορά που συγχύζονται τα στομάχια των Τριών Χοντρών, έτσι και τώρα αρχίζουν να φουσκώνουν σε σημείο που να ξηλώνονται τα κουμπιά από τα ρούχα τους. Το Συμβούλιο αμέσως ανέλαβε δράση για να λύσει τα δύο προβλήματα: (1) Πώς να σταματήσει το φούσκωμα των Τριών Χοντρών, και (2) Πώς να καταπνίξουν την εξέγερση. Όσον αφορά στο πρώτο πρόβλημα, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι ο χορός ήταν η καλύτερη λύση και καλούν αμέσως τον δάσκαλο χορού Ραζντβάτρις. Εκείνη τη στιγμή έφτασε στ΄ αυτιά τους η φασαρία που επικρατούσε στο θηριοτροφείο.
Πλήθος μεγάλος σπεύδει εκεί να δουν τι συμβαίνει, αλλά μόλις φθάνουν, γυρνούν και εγκαταλείπουν τρομοκρατημένοι την περιοχή. Τρομοκρατημένοι από αυτό που αντίκρισαν: ένα γίγαντα με κόκκινο κεφάλι και σκισμένο σακάκι. Είναι ο Πρόσπερος. Στο ένα χέρι του κρατάει την αλυσίδα ενός πάνθηρα που βρυχάται και στο άλλο του χέρι είναι καθισμένη η Σουόκ. Ο Πρόσπερος απελευθερώνει τον πάνθηρα και αρπάζοντας, μαζί και η Σουόκ, τα όπλα που έχουν πέσει από την άτακτη φυγή των φρουρών σκαρφαλώνουν στο παράθυρο της κουζίνας του Παλατιού, εκεί που δουλεύουν οι ζαχαροπλάστες και εκεί που προσγειώθηκε ο μπαλονάς.
«Ψηλά τα χέρια!» φωνάζει Πρόσπερος. Όλοι οι μάγειροι και οι εργάτες υπακούουν αμέσως αφήνοντας να πέσουν στο πάτωμα τα μπολ με την κομπόστα και το σιρόπι που κρατούσαν. Ο Πρόσπερος αρχίζει με φρενήρεις ρυθμούς να αναζητά την κατσαρόλα-καταπακτή κι όταν τη βρίσκει δίνει μια και πέφτει μέσα πριν προλάβει η Σουόκ να τον ακολουθήσει ενώ ο έξαλλος πάνθηρας κυνηγημένος από τους φρουρούς καταφέρνει με ένα μεγάλο άλμα να την προσπεράσει και να χωθεί μέσα στο άνοιγμα. Τώρα θα σκέφτεστε ότι ο πάνθηρας σκότωσε τον Πρόσπερο, και η απελπισμένη Σουόκ παραδόθηκε στους φρουρούς. Όχι ο Πρόσπερος Ζει! Κατάφερε να πυροβολήσει και να σκοτώσει τον πάνθηρα αλλά δυστυχώς η Σουόκ οδηγείται από τη φρουρά στους Τρεις Χοντρούς.

Ο καθηγητής χορού, Χορός Ραζντβάτρις
Ο χοροδιδάσκαλος Ραζντβάτρις εξακολουθεί να κάνει τα μαθήματά του. Κανένας από τους κομψούς μαθητές του δεν φαίνεται να ανησυχεί για τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στην πόλη. Έχουν τη βεβαιότητα ότι πολύ σύντομα οι φρουροί με τα κανόνια τους θα καταστείλουν την εξέγερση. Τότε φτάνουν οι στρατιώτες να πάρουν τον δάσκαλο και να τον συνοδεύσουν στο παλάτι για να σταματήσει το φούσκωμα των Τριών Χοντρών. Εκείνος, ευχαρίστως, παίρνει μαζί του στολές, περούκες και μουσικά όργανα και τους ακολουθεί.
Περνώντας από την πόλη ο Ραζντβάτρις βλέπει εργάτες να κυνηγούν με ραβδιά τα αφεντικά τους και σε μια περίπτωση μάλιστα όταν εργάτες δέρνουν το αφεντικό τους το σύννεφο σκόνης που σηκώνεται είναι τόσο όσο όταν χτυπάμε ένα παλιό χαλί.
Τον δάσκαλο του χορού και τη συνοδεία του, τους σταματά μια ομάδα επαναστατών και ακολουθεί μάχη μέχρι που εκείνος λιποθυμά. Όταν συνέρχεται διαπιστώνει ότι δεν του έχουν αρπάξει τίποτε από αυτά που είχε μαζί του, και που ήταν ουσιαστικά η περιουσία του. Ένα πράγμα έλειπε μόνο: η κούκλα! Ξαφνικά βλέπει μια ομάδα επαναστατών να καλπάζουν προς το Παλάτι κι ένας από αυτούς, γαλανομάτης, κρατούσε στην αγκαλιά του… την κούκλα!

Η νίκη
Το προηγούμενο βράδυ, περίπου μία ώρα μετά τη σύλληψη της Σουόκ, τρεις μυστηριώδεις φιγούρες μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα του Τούτι που κοιμόταν. Ο δάσκαλος του μικρού, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν και φύλακάς του, ήταν πολύ δειλός και κρύφτηκε αμέσως πίσω από μια καρέκλα. Από εκεί παρακολούθησε τα στοιχειά να ρίχνουν δέκα, ακριβώς, σταγόνες ισχυρού υπνωτικού στο αυτί του Τούτι. Τους άκουσε δε, να ψιθυρίζουν ότι ο μικρός θα κοιμάται τρεις ολόκληρες μέρες κι έτσι δεν θα παραστεί στη δίκη της «κούκλας». Βλέπετε φοβήθηκαν ότι ο μικρός με τα κλάματα και τα παρακάλια θα έπειθε τους Τρεις Χοντρούς να αθωώσουν την Σουόκ πράγμα που δεν τους άρεσε καθόλου!
Εν τω μεταξύ, η φυλακισμένη Σουόκ κορόιδευε τους φρουρούς της βγάζοντας τη γλώσσα της όταν έφτασε ο επικεφαλής του παλατιού και διέταξε να την μεταφέρουν στο δικαστήριο. Όμως στο δρόμο τους είχαν στήσει ενέδρα και κάποιος άρπαξε το κορίτσι ψιθυρίζοντάς της στο αυτί να μην φοβάται.
Οι Τρεις Χοντροί και οι δικαστές περιμένουν αγωνιωδώς την κατηγορούμενη «κούκλα». Οι Χοντροί μάλιστα έχουν αρχίσει να ιδρώνουν με αποτέλεσμα να καταστρέφουν συνεχώς τα χαρτιά που έχουν μπροστά τους αφού η κάθε σταγόνα του ιδρώτα τους έχει μέγεθος μπιζελιού. Και οι Γραμματείς όλο και αλλάζουν τα χαρτιά. Κάποια στιγμή μπαίνουν μέσα τρεις φύλακες μεταφέροντας το κορίτσι αλλά οι Τρεις Χοντροί ρωτούν πού είναι ο επικεφαλής. Από τους τρεις φρουρούς αναλαμβάνει ο γαλανομάτης κι εξηγεί ότι ο αρχηγός τους αισθάνθηκε δυσπεψία στο δρόμο και θα καθυστερήσει, εξήγηση που ικανοποίησε τους Χοντρούς.
Στη συνέχεια ο εθνοφρουρός βάζει το κορίτσι σε ένα παγκάκι μπροστά από το δικαστήριο. Παρόλο που της θέτουν ερωτήσεις εκείνη παραμένει σιωπηλή, αρνούμενη να απαντήσει. Τότε οι Τρεις Χοντροί καλούν τον μοναδικό μάρτυρα, δηλαδή τον υπεύθυνο του θηριοτροφείου, ο οποίος είχε μείνει όλη τη νύχτα κρεμασμένος στο δέντρο από τη νυχτικιά του και μόλις είχε καταφέρει να ξεμπλεχτεί. Όμως δεν είχε πολλά να καταθέσει. Τους είπε μόνο ότι ανεβαίνοντας στο δέντρο για την παπαγαλίνα είδε την Σουόκ αλλά επειδή δεν είχε ξαναδεί … ζωντανή κούκλα λιποθύμησε από την τρομάρα του. Κατά συνέπεια δεν γνώριζε πώς δραπέτευσαν ο Πρόσπερος και η Σουόκ.
Πρότεινε, ωστόσο, να κληθεί η παπαγαλίνα που ήταν εκεί ψηλά και πιθανόν να είχε ακούσει τις συνομιλίες των επαναστατών. Μετά την κλήτευσή της η παπαγαλίνα μαρτύρησε τον τρόπο με τον οποίο η Σουόκ απέσπασε το κλειδί και ελευθέρωσε τον Πρόσπερο όπως και ότι το κτήνος ήταν ο Τουμπ. Η Σουόκ καταδικάζεται να σπαραχθεί από τις τίγρεις. Όμως και μετά την ανακοίνωση της ετυμογορίας εκείνη εξακολουθεί να παραμένει ακίνητη και βουβή.
Οι Τρεις Χοντροί και οι άνθρωποί τους πάνε στο θηριοτροφείο να παρακολουθήσουν την εκτέλεση. Αφήνουν την Σουόκ μπροστά στα κλουβιά και ελευθερώνουν τρία θηρία. Η πρώτη τίγρης ρουθουνίζει στο κορίτσι, η άλλη την ακουμπά με το πόδι της και η τρίτη την αγνοεί παντελώς κι αρχίζει να λιγουρεύεται τους Τρεις Χοντρούς. Μόνο τότε συνειδητοποίησαν όλοι ότι αυτό δεν ήταν ένα ζωντανό κορίτσι, αλλά μια κούκλα!
Βόμβες έχουν αρχίσει να εκρήγνυται στον αέρα πάνω από το παλάτι. Οι άνθρωποι επιτίθενται με κανόνια. Οι Χοντροί τρέχουν έξω από το πάρκο, αλλά πολύ σύντομα βρίσκονται περικυκλωμένοι από μεγάλο πλήθος φτωχών με επικεφαλής τον Πρόσπερο και τον Τιμπούλ. Ακόμη και οι στρατιώτες βρίσκονται πια στο πλευρό του λαού ενώ οι πλούσιοι τρέχουν βιαστικά στο λιμάνι για να εγκαταλείψουν τη χώρα. Πράγμα που δεν έγινε γιατί οι εργάτες του λιμανιού και οι ναυτικοί τους σταμάτησαν. Όλη η πόλη τραγουδά το τραγούδι της νίκης.
Οι Τρεις Χοντροί που συνελήφθησαν φέρονται στη μεγάλη αίθουσα του Παλατιού όπου ο Πρόσπερος βγάζει λόγο αναγγέλλοντας το ξημέρωμα μιας νέας εποχής. Συμβουλεύει, μάλιστα «να θυμάστε αυτή τη μέρα, να θυμάστε αυτήν την ώρα». Κι όταν λέει τη λέξη «ώρα» ο καθένας γυρνάει προς το τεράστιο ρολόι της αίθουσας, σαν κι αυτά του παππού, να δει την ακριβή ώρα. Ξαφνικά το πορτάκι του ρολογιού ανοίγει, αποκαλύπτοντας ότι ο μηχανισμός του έχει αφαιρεθεί και το μόνο που κρύβει μέσα του είναι η Σουόκ! Το πλήθος ενθουσιάζεται την αγκαλιάζουν και τη φιλάνε.
Οι Τρεις Χοντροί είναι, πια, καλά κλειδωμένοι στο ίδιο κλουβί που είχαν κλείσει τον Πρόσπερο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ένα χρόνο αργότερα, στον εορτασμό της πρώτης επετείου της Επανάστασης η Σουόκ εμφανίζεται στη σκηνή με τον Τούτι ο οποίος όπως αποδείχθηκε ήταν αδελφός της. Όλα εξηγήθηκαν από το σημείωμα που έδωσε το «κτήνος» στην Σουόκ πριν πεθάνει, όταν εκείνη έψαχνε στο θηριοτροφείο τον Πρόσπερο. Στο σημείωμα, ο επιστήμονας Τουμπ ανέφερε πως όταν η Σουόκ και ο Τούτι ήταν πέντε ετών είχαν απαχθεί από τους ανθρώπους των Τριών Χοντρών. Στη συνέχεια αυτοί διέταξαν τον Τουμπ να φτιάξει μια κούκλα με το πρόσωπο της Σουόκ που δεν θα ήταν συνηθισμένη καθώς θα μεγάλωνε όπως και ο Τούτι. Μόλις ο Τουμπ έφτιαξε την κούκλα η Σουόκ πουλήθηκε σε έναν περιοδεύοντα θίασο τσίρκου με αντάλλαγμα έναν παπαγάλο που μιλά. Οι άνδρες των Τριών Χοντρών διέταξαν επίσης τον Τουμπ να κατασκευάσει μια καρδιά σιδερένια για τον Τούτι έτσι ώστε να γίνει σκληρός και να μην νιώθει καμιά συγκίνηση. Πράγμα όμως που ο επιστήμονας δεν έκανε ποτέ ισχυριζόμενος ότι η ανθρώπινη καρδιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τίποτε. Για την ανυπακοή του αυτή ο Τουμπ κλειδώθηκε από τότε σε ένα κλουβί του θηριοτροφείο όπου μεγάλωνε σε συνθήκες ζώων.
-
Τ Ε Λ Ο Σ
-
ΓΙΟΥΡΙ ΚΑΡΛΟΒΙΤΣ ΟΛΕΣΑ
19 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου) 1899 – 10 Μαΐου 1960

Συγγραφέας, δημοσιογράφος, και θεατρικός συγγραφέας γεννήθηκε στην Ουκρανία από γονείς της μέσης τάξης οι οποίοι μετακόμισαν στην Οδησσό το 1902. Στην πόλη αυτή, ο Ολέσα, ολοκλήρωσε την υποχρεωτική εκπαίδευση και τις νομικές σπουδές κατά τη διάρκεια των οποίων άρχισε να ασχολείται ιδιαίτερα με τη λογοτεχνία. Το 1919 απορρίπτοντας τις φιλομοναρχικές ιδέες των γονιών του προσχώρησε στον Κόκκινο Στρατό όπου υπηρέτησε επί ένα χρόνο. Παντρεύτηκε την Όλγα Γκουστάνοβα Σουόκ και εργάστηκε στο γραφείο προπαγάνδας της Ουκρανίας. Από το 1922 εγκαταστάθηκε στη Μόσχα και την ίδια χρονιά δημοσίευσε το πρώτο του έργο με τίτλο «Angel» γράφοντας παράλληλα και σε λογοτεχνικά περιοδικά, επηρεασμένος κυρίως από τους Γουέλς, Στίβενσον και Τολστόι.

Με το πιο γνωστό μυθιστόρημά του (Zavist-Φθόνος, 1927) σκιαγράφησε την εικόνα αντιπαράθεσης αξιών κατά τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης. Το ύφος του διέφερε από εκείνο της Σχολής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με αποτέλεσμα τα έργα του, χιουμοριστικά, αιχμηρά και ονειροπόλα να αντιμετωπιστούν δυσμενώς την περίοδο του Στάλιν. Εξάλλου σε ομιλία του στο Πρώτο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων το 1934, ο Ολέσα υπερασπίστηκε την ανάγκη για ανεξάρτητη λογοτεχνία, καταδικαζόμενος για «αντιδραστικές» υφολογικές τάσεις και «αντιανθρωπισμό». Το σύνολο του έργου ήρθε στη δημοσιότητα τρία χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν, ωστόσο λίγο αργότερα ο Ολέσα πέθανε αιφνίδια σε ηλικία μόλις 61 ετών.

Σύμφωνα με τον Βίκτορα Σκλόφσκι ο Ολέσα είναι ο πατέρας της γνωστής φράσης «Οι λογοτέχνες είναι μηχανικοί των ανθρώπινων ψυχών» και μάλιστα την είχε διατυπώσει στη συνάντηση των λογοτεχνών με τον Στάλιν στο σπίτι του Γκόρκι. Λέγεται ότι αν και ο Στάλιν αργότερα επανέλαβε το απόφθεγμα, αναφέροντας ότι το έχει διατυπώσει ο Ολέσα, σταδιακά η πατρότητα άρχισε να μετακυλίεται προς στον σοβιετικό ηγέτη.

Το έργο του Ολέσα περιλαμβάνει τουλάχιστον 16 δημοσιευμένα διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά, μεταξύ αυτών και το επαναστατικό παραμύθι «Οι Τρεις Χοντροί» το οποίο παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας τον Μάιο του 1930 και σε έκδοση με μουσική και μπαλέτο το 1935. Επίσης μετατράπηκε σε όπερα και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και στο ραδιόφωνο. Άλλωστε ο Ολέσα πίστευε πολλοί στους νέους θεωρώντας τους ως αρχή για την αλλαγή των αξιών με την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός δεν δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και ένα ηθικό σύστημα.

Πηγές
-Α summary of «Three Fat Men», marxists.org
- Olesha, Yuri Karlovich, Biography, SovLit.com, Encylopedia of Soviet Writers
- Yury (Karlovich) Olesha, Biography, Pegasos, A literature related site in Finland
-Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αφιέρωμα, Ελληνικά Γράμματα
- Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Σίγησε» η σπουδαία πένα του, Ριζοσπάστης, 20-05-2008
- Mstislav Dobuzhinsky, Wikipedia
- Οχτωβριανή Επανάσταση: Η Τέχνη στην υπηρεσία της Επανάστασης, Ριζοσπάστης, 13-01-2008
Απόδοση: α.μ.