Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/12/13

Αυλαία...

Σάββας Παπανικολάου (1966-2013)


Κάποτε θα ΄φευγες, και θα ΄µουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έµαθε
κάποτε, κάπου, µια φορά,
ένα µονάχα τρόπο να ΄ναι·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
µια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, µια φορά,
να µας συντρίψουν.
(Κι όµως, καθένας έµαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)

Κάποτε θα ΄φευγες· πως ήταν
κάποια στιγµή που φάνηκε να σµίγουν
δρόµοι σαφώς ασύµβατοι, δεν έχει σηµασία:
νύχτα, κι η νύχτα, µια φορά
τουλάχιστον, θα κάµψει την κάθε διαφορά.
Όσο για µας: αυτό που φεύγει και µακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ΄ ό,τι φεύγεται και µένει.


Γιώργος Μπλάνας, Νύχτα,  Ποίημα 9, Νεφέλη 1991.

15/4/13

Ξανά από τις στάχτες


1924-2013


Γι΄ αυτό είναι που σκάβω με τα νύχια μου
αυτές τις ξηρές ημερομηνίες
μήπως αστράψει κάποτες μια λύση

Μιχάλης  Κατσαρός

30/8/12

Η γέφυρα


Η γέφυρα Λανγκλουά στην Αρλ, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1888  


Είναι μια ωραία περιπλάνηση, σχεδόν μια δραπέτευση -
δεν ξέρω από πού και για πού, -μια μυστική δραπέτευση που δίνει
μια μυστικότητα στην κάθε κίνησή μας, στον ίσκιο μας πάνω στον τοίχο,
στις απίθανες σχέσεις των δακτύλων μας, στον ήχο των βημάτων
        μας -μια εξαίσια αίσθηση
παρανομίας προς όλα, σαν του μοιχού, του κλέφτη, του φονιά,
        του αρσενοκοίτη ή του λαθρεπιβάτη,
κ' η αίσθηση της παρανομίας αυτής σού επιβάλλει
μιαν άγρυπνη προσοχή για ν' αποφύγεις τη σύλληψη,
ενώ η προσοχή σου αυτή συλλαμβάνει
το νόημα μιας αρχικής ενοχής, συλλαμβάνει
τις πιο αδιόρατες εκφράσεις της σιωπής· μα τότε πάλι
νιώθεις πως έτσι παραβιάζεις μ' αντικλείδι ένα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ύστερα από σκάλες πολλές και μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
που κάνουν ν' αντηχούν απεριόριστα οι κλειδώσεις σου,
κ' ένα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει από φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε αντιμέτωπο
με την ίδια πελώρια σκιά σου που κρατάει
μεγεθυσμένες τις σκιές των κλειδιών, που εσύ κρατάς, σα νάναι κιόλας
τα κάγκελα της φυλακής που θα σε κλείσει ισόβια· ώσπου τέλος

ανακαλύπτεις πως αυτό το χρηματοκιβώτιο
είναι δικό σου, ολότελα δικό σου
και μπορείς να τ' ανοίξεις ελεύθερα
και μπορείς να χαρίσεις όσα θέλεις στους φίλους σου
και μπορείς να σκορπίσεις όσα θέλεις στον άνεμο
με κείνη τη χαρά που δίνει το ανεξάντλητο
με κείνη τη χειρονομία μιας άσκοπης λεβεντιάς κι' ασωτείας
που είναι, ίσως, η μόνη αληθινή σκοπιμότητα.

Μα τότε νιώθεις ο ίδιος, πόσο η κίνηση αυτή θα φαίνεται ύποπτη
μες στο σκοτάδι το καρφωμένο απ' τ' άστρα, με το μετάλλινο ήχο
        των κλειδιών,
σα χτύπημα σπαθιών, ψηλά στον αέρα, αόρατων μονομάχων ή ιππέων,
μ' αυτό το σκοτεινό, πελώριο στόμιο του χρηματοκιβώτιου
που χάσκει ανοιχτό μες στη νύχτα ενώ στο βάθος του αστράφτουν
σωροί τα νομίσματα περίεργων εποχών και τόπων,
ράβδοι χρυσού σα μεγάλα καρφιά για μια σταύρωση· στοίβες
        χαρτονομίσματα
σα μυστικά τραπουλόχαρτα της Mοίρας. Kι' όσοι
δέχτηκαν μια στιγμή την προσφορά σου, μόλις στρίψεις το κεφάλι σου
δοκιμάζουν στην πέτρα τα νομίσματα, μα εκείνα δεν αφήνουν ήχο,
προσπαθούν ν' αποκρυπτογραφήσουν στα χαρτονομίσματα
τους αριθμούς και τις σφραγίδες, μ' αυτά δε διακρίνονται στο
        καταπληχτικό σκοτάδι,
και τα πετούν ξανά μπροστά στα πόδια σου και φεύγουν.

Και μένεις μόνος μ' όλο σου τον πλούτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρος στο μαγνητικό ανοιγμένο στόμιο του αδειανού πια
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρος στην ακάλυπτη τρύπα του χάους,
με τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σε μισοτελειωμένη στάση θεατρικής γενναιοδωρίας,
σαν άγαλμα ήρωα που ο ηρωισμός του
αποδείχτηκε απατηλός μετά θάνατον ― ή σαν ατέλειωτη προσπάθεια
να γίνεις άγαλμα για να μη σωριαστείς στο χώμα ― ένα άγαλμα
που τείνει μάταια σαν τσαμπί σταφύλι τ' αναπόδεκτα κλειδιά ενός
        παραδείσου.

 Γιάννης Ρίτσος, από τα Ποιήματα 1930-1960, Γ΄, Kέδρος 1964 

19/8/11

Ύμνος στο τρίτο Πράγμα

Με όλες τις ευχές του κόσμου στον Κωστή!

Paulo, Picasso's Son, as Pierrot 1925


Ολοένα ακούμε, πόσο γρήγορα,
οι μανάδες τους γιους τους χάνουν. Εγώ όμως
τον δικό μου τον κράτησα. Πώς τον κράτησα;
Χάρη στο τρίτο Πράγμα.
Αυτός κι εγώ ήμασταν δυο, το τρίτο όμως
Πράγμα, που το ΄χαμε μαζί, το προσπαθούσαμε μαζί,
αυτό μας ένωσε.
Συχνά άκουσα η ίδια τους γιους
να συζητούν με τους γονιούς τους.
Πόσο καλύτερη ήταν η δική μας κουβέντα
για το τρίτο Πράγμα, που το ΄χαμε μαζί με πολλούς ανθρώπους!
Πόσο πλησιάζαμε ο ένας τον άλλον,
όταν πλησιάζαμε αυτό το κοινό Πράγμα!
Πόσο καλά ήμασταν μαζί, όταν πλησιάζαμε
αυτό το καλό Πράγμα!

Μπέρτολτ Μπρεχτ, μτφ. Μαρία Αγγελίδου

12/7/11

Όχι στο κλείσιμο του Νοσοκομείου "Αγία Βαρβάρα"



3/6/11

Πιότερες σκέψεις


Στη Νάμι που αγάπησα και με αγάπησε

Πιότερες σκέψεις θλιβερές τρυπώνουν στο μυαλό μου
σαν έρχεται το δειλινό∙ γιατί τότε είναι
που μ΄ επισκέπτεται το φάντασμά σου
μιλώντας μου όπως μονάχα εγώ καλά το ξέρω.


Ιαπωνική ποίηση, MAN YOSHU (8ος αι.), μτφ. Α. Αγγελάκης, Καστανιώτης,1983

13/5/11

Ποιο χρέος;

Η εισήγηση του Γιώργου Μπλάνα στην Ημερίδα που οργάνωσε η Κοσμητεία της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης με θέμα "Το Χρέος", στις 11 Μαΐου 2011.

Κυρίες και κύριοι,
αξιότιμε κοσμήτορα,
αγαπητοί φίλοι.

Αφού η σοφία μιας παράδοξης απόφασης της Κοσμητείας της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, τα έφερε έτσι ώστε να βρίσκομαι –εγώ, ένας θεράπων της ποίησης- στο βήμα μιας ημερίδας, η οποία ασχολείται με ένα ζήτημα οικονομικό ή τουλάχιστον πολιτικό, επιτρέψτε μου το παράδοξο ν’ αρχίσω από την αρχή. Και λέω το παράδοξο, επειδή φημολογείται πως οι ποιητές κατεργάζονται συναισθήματα και αρχίζουν πάντα από το σημείο της υψηλότερης συναισθηματικής έντασης. Συνεπώς, μπορείτε, αν θέλετε, να εκλάβετε την εδώ παρουσία μου ως σύμπτωμα υψηλής συναισθηματικής έντασης. Πλην όμως, αφού σύμφωνα με τις τρέχουσες αντιλήψεις, για να είναι ένας ποιητής λογικός θα πρέπει να είναι παράλογος, πρέπει να μου εκχωρήσετε το δικαίωμα να σας διαψεύσω.

Αρχίζω, λοιπόν, με το ίδιο το γεγονός της προσπάθειας να εξισωθεί ο λόγος μου με τον επιστημονικό λόγο. Φυσικά, σε μια δημοκρατία η ισοσθένεια των λόγων είναι δεδομένη, αλλά μόνο από την άποψη μιας ακραίας εκδοχής της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας θα μπορούσε να παραβλεφθεί το γεγονός πως οι κύριες όψεις του αντικειμένου μας έχουν χαρακτήρα ειδικό. Και αφού ό,τι κυρίως ευελπιστούμε να ακούσουμε είναι Η ΑΛΗΘΕΙΑ, είναι φυσικό να αναρωτιόμαστε τι σχέση έχει ένας ποιητής με την ΑΛΗΘΕΙΑ. Μπορούμε ίσως ν’ ακούσουμε από αυτόν κάποιες έντονα φορτισμένες συναισθηματικές κορώνες, σχετικές με τις ανθρώπινες συνέπειες της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε η χώρα μας. Αν είναι έτσι το πράγμα, κακώς βρίσκομαι εδώ. Αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Τα έντονα συναισθήματα και τα παιχνίδια με τις λέξεις δεν είναι ποίηση. Είναι τεμπέλικη στιχουργία αδύναμων πνευμάτων. Η ποίηση είχε πάντα το δικό της τρόπο να αναζητά, να μορφοποιεί και να εκθέτει αλήθειες. Η ποίηση, όπως η επιστήμη και ο έρωτας είναι μια διαδικασία αλήθειας. Υφαρπάζει από τα φαινόμενα εκείνο το περίσσευμα, που κάθε φορά δίνει στα πράγματα την ουσία τους, εκείνο το στοιχείο που κρύβεται, όλως παραδόξως μόνο και μόνο για να ελκύσει την προσοχή μας. Συνεπώς, σας διαβεβαιώνω πως βρίσκομαι εδώ για να σας εκθέσω μιαν όψη του αντικειμένου μας ΑΛΗΘΙΝΗ• ΤΡΑΓΙΚΗ και εν πολλοίς ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ.

Κατόπιν τούτων, υποχρεούμαι να σας εκθέσω το επιστημολογικό -θα μπορούσα να πω- παράδειγμα που ακολουθώ, το δικό μου, φυσικά, ποιητικό επιστημολογικό παράδειγμα, το οποίο παραμένει προσηλωμένο στην άποψη του Αριστοτέλη, που θέλει την ποίηση φιλοσοφώτερη της Ιστορίας – και της Πολιτικής Οικονομίας θα πρόσθετα, αφού από καιρό η Δύση επιχειρεί να ταυτίσει την Ιστορία με την οικονομία.

Έστω ένας Έλληνας. Ποιητής. Αλλά ποιητής. Είναι ήδη νύχτα, στα ρηχά, μόλις έπεσε το σκοτάδι. Οδηγεί το αυτοκίνητό του, κατευθυνόμενος προς την Αράχοβα. Το γεγονός είναι πως πηγαίνει να ξεκουραστεί σε μιαν ορεινή κωμόπολη του Νομού Βοιωτίας, χτισμένη στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού, σε υψόμετρο 960 μέτρων, ενταγμένη -με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης- στον νέο δήμο Διστόμου-Αράχοβας-Αντίκυρας, δημοφιλές χειμερινό θέρετρο, χάρη στην ύπαρξη χιονοδρομικού κέντρου. Αυτό είναι το γεγονός, το γεγονός που αναφέρεται σε ένα σύμπαν οικονομικών ποσοτήτων, αφού και η ανάπαυση σήμερα παράγει υπεραξία• και χρέη φυσικά.

Τι είναι όμως αυτό μπροστά στο οποίο βρίσκεται ο ποιητής μας -αν είναι όντως ποιητής- όταν σε μια στροφή του σκοτεινού δρόμου αντικρίζει ένα κοπάδι φώτα ν’ ανεβαίνει προς τον έναστρο ουρανό, τρεμοσβήνοντας μέσα στην ομίχλη, που υποχωρεί σιγά-σιγά; Είναι μήπως η κωμόπολη Αράχοβα, χτισμένη σε μια πλαγιά του Παρνασσού, που καταλήγει σε μια χαράδρα, στο βάθος της οποίας ρέει ο ποταμός Πλείστος, στην κύρια οδό που συνέδεε από την αρχαιότητα τους Δελφούς και την πεδιάδα της Άμφισσας με τη Βοιωτία; Όχι βέβαια, αφού και αυτό το γεγονός μπορεί να ενταχθεί μια χαρά στο σύμπαν της Ιστορίας-Πολιτικής Οικονομίας. Αυτό που αντικρίζει ο ποιητής είναι το συναρπαστικό, αλλά και ανεξήγητο ίχνος ενός συμβάντος, που τον προκαλεί να αναλάβει τις συνέπειές του, να προβεί στην επανέναρξη ενός από καιρό παροπλισμένου προτάγματος. Και αναλαμβάνοντας αυτές τις συνέπειες, μπορεί κάλλιστα να οδηγηθεί σε μιαν ιδέα, η οποία εγκαταλείπει το καθεστώς των αριθμών, που ορίζουν -επιβάλουν θα έλεγα- το ενθάδε ενός οικισμού χτισμένου από πολίτες ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που διανοίγεται στην ποιητική συνείδηση, απαιτώντας τον οντολογικό προσδιορισμό του εντός ενός νέου σύμπαντος αναφοράς, μπορεί να ενθυλακωθεί στην ύπαρξή μας με τους στίχους:

Όποιος ζητά την άνωση του δέντρου,
χρεώνεται υγρή οφειλή στον ουρανό.

Γιατί τίποτα δεν μπορεί να εξηγήσει με αριθμούς την ύπαρξη εκείνων των φώτων, εκεί ψηλά, στην ερημιά του θεού. Ένα πολυτελές ξενοδοχείο θα ήταν οπωσδήποτε ένα γεγονός, που θα μπορούσε να ερμηνευθεί στη βάση των αρχών της Οικονομικής. Αλλά ένα χωριό σκαρφαλωμένο πάνω στα βουνά, στα 2011, λέει περισσότερα πράγματα για την πάλη της ψυχής των πρώτων κατοίκων του με τον κόσμο. Οι άνθρωποι εκείνοι, που μιλούσαν την ίδια γλώσσα και μοιράζονταν προφανώς την ίδια ιδέα για την σχέση του ανθρώπου με τον ουρανό ως εμπράγματο σύμβολο της ευδαιμονίας, αναζήτησαν μια θέση για την αυτονομία τους ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Κι έτσι, το ίχνος της ιερότητας της αυτονομίας, είναι εκεί, για όποιον μπορεί να το δει. Γιατί η Αράχοβα επιμένει, ως οφειλή στην άνωση του αυτόνομου Ανθρώπου, να στέκεται στην άκρη μιας ρεματιάς, 950 μέτρα πάνω από τα σχέδια και τις μέριμνές μας, τρελαίνοντας τους αριθμούς. Ας σκεφτούμε πως αυτό που εμείς εδώ κάτω ονομάζουμε παραεμπόριο και φοροδιαφυγή είναι εκεί πάνω συνθήκη ύπαρξης. Ή μήπως θα μπορούσαν τέτοιες κωμοπόλεις να επιβιώσουν σεβόμενες τους νόμους ενός κράτους άρπαγα, ενός κράτους που δεν δίστασε να εκχωρήσει σε ξένους -για άλλη μια φορά- σαν να ήταν ιδιοκτησία του κυριαρχικά δικαιώματα, τα οποία βέβαια μπορεί μόνο να διαχειρίζεται και μόνο υπό προϋποθέσεις. Η ανάληψη των συνεπειών του συμβάντος της εν λόγω κωμόπολης -και πολλών άλλων, των οποίων η υπόσταση επιχειρείται να αφανιστεί με το βάρβαρο πρόγραμμα Καλλικράτης, δοκιμασμένο άλλωστε και από τον Καποδίστρια, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες- συνάδει προς τις αρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και οι αρχές αυτές επιβάλουν το σύνταγμα ως ύψιστη υπαρκτική συνθήκη ενός έθνους-κράτους. Οφείλουμε να πεινάσουμε, να δυστυχήσουμε ακόμα-ακόμα, αλλά όχι να παραβιάσουμε το σύνταγμα. Γιατί το σύνταγμα δεν είναι μια συμφωνία ανάμεσα σ’ εμάς και στο κράτος, αλλά μια συμφωνία ημών μεταξύ μας. Κι αν -σύμφωνα πάλι με το ευρωπαϊκό πνεύμα, που είναι όπως γνωρίζουμε παιδί ελληνικό, αρχαίο και νεώτερο επίσης- ο Άνθρωπος είναι Άνθρωπος μόνο μέσα στην κοινωνική συνθήκη, που του εξασφαλίζει την αυτονομία του, τότε το ουσιώδες του συντάγματός μας είναι μια συνέπεια του συμβάντος των ορεινών οικισμών μας - συμπεριλαμβανομένων του παραεμπορίου και της φοροδιαφυγής, ως ακραίων προσπαθειών δραπέτευσης από την αθλιότητα. Τι να κάνουμε; Ο πολιτισμός δεν βρίσκεται πάντα σε ό,τι το κράτος ονομάζει πολιτισμό – ιδίως όταν το κράτος συμπεριφέρεται σαν βάρβαρος κατακτητής.

Αν κάτι σας είπε αυτό το επιστημολογικό -όπως το λέω- παράδειγμα, θα καταλάβετε γιατί έχω την παρακάτω άποψη για το φημολογούμενο ελληνικό χρέος.

Είναι γεγονός πως το ελληνικό κράτος δανείστηκε τεράστια ποσά, τα οποία ακόμα και ένας μικροπωλητής θα καταλάβαινε πως δεν είναι δυνατόν να εξοφλήσει στον αιώνα τον άπαντα. Είναι γεγονός πως το ελληνικό κράτος ισχυρίζεται ότι το χρέος είναι νόμιμο και δημόσιο, αφού με τα χρήματα αυτά βελτιώθηκε το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, οι οποίοι ευθύνονται για τις ενέργειες των αντιπροσώπων τους και, συνεπώς, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο το βιοτικό τους επίπεδο και η ίδια η εθνική κυριαρχία, πρέπει να ικανοποιήσουμε, με κάθε μέσο, τις απαιτήσεις των δανειστών μας. Απέναντι σε αυτό το γεγονός, που ταυτίζει την ύπαρξη του ελληνικού κράτους με την ικανοποίηση των νομικά κατοχυρωμένων αριθμών, οι Έλληνες στην συντριπτική τους πλειοψηφία, στέκονται αν όχι αδιάφοροι, τουλάχιστον απαθείς. Οι σχετικές μαζικές διαμαρτυρίες δεν ανταποκρίνονται βέβαια στην κοινωνική επικινδυνότητα των διαδραματιζομένων. Οι Έλληνες συνεχίζουν να επιμένουν στο βιοτικό επίπεδό τους, αρνούμενοι να πειθαρχήσουν στις εντολές του κράτους, ακόμα και αν είναι λογικές - άσχετες όμως με το χρέος καθεαυτό. Θέλω να πω πως ο οικονομικός εξορθολογισμός του δημοσίου τομέα, ενώ παρουσιάζεται ως αναγκαία συνθήκη για την αποπληρωμή του χρέους, δεν σχετίζεται παρά περιστασιακά με αυτήν, αφού ήταν, είναι, και θα είναι υποχρέωση του κράτους, άσχετα από την οικονομική του κατάσταση. Το να μην απομυζά το δημόσιο τους κόπους των Ελλήνων εργαζομένων δεν είναι ζήτημα χρέους, αλλά απόρροια του συντάγματός μας. Στην απείθαρχη αυτή στάση αντιτάσσεται μια ακαθόριστη πολιτικά και πληθυσμιακά –αλλά δυστυχώς καθορισμένη «μισθολογικά» ομάδα «ευρωπαϊστών», «νεωτεριστών», «εκσυγχρονιστών» ή πώς αλλιώς, οι οποίοι εκπαιδευμένοι τις σχολές κοινωνικών επιστημών συντηρητικών -κυρίως αγγλοσαξονικών- πανεπιστημίων, ωρύονται με μια νευρωσικής απόχρωσης ένταση, επισείοντας τον κίνδυνο να κυλήσει πάλι η ελληνική κοινωνία στον φονταμενταλισμό της «ελληνικότητας», σ’ εκείνη την Ελλάδα, που ένας πολύ σημαντικός ποιητής μας, αλλά δυστυχώς ανόητος και επικίνδυνος άνθρωπος, έλεγε πως «μυρίζει μυζήθρα». Ξέρετε τώρα, την Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών ή όπως προσφάτως λέγεται: την Ελλάδα των κλεφταρματολών. Παραγνωρίζουν βέβαια πως ένας λαός, όταν αισθάνεται να κινδυνεύει υλικά και ψυχικά, αρπάζεται από έννοιες -και βιώματα- όπως η πατρίδα, η θρησκεία, η οικογένεια. Και τότε κανείς δεν μπορεί να προστατεύσει κανέναν από την απρόκλητη χυδαιότητα των ανθρώπων που σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις ιερές αυτές έννοιες. Παραγνωρίζουν πως το ελληνικό κράτος δεν οργανώθηκε από κλεφταρματολούς, αλλά από εραστές ενός καθεστωτικού Διαφωτισμού, με βελάδες. Και δεν θέλουν να δουν αυτοί οι πλανόδιοι απόστολοι του φιλελευθερισμού μαλθουσιανής κοπής -γενίτσαρους της πολιτικής ορθότητας θα τους ονομάσω, χάριν αστεϊσμού- πως η προσαγόρευση της προβληματικής ύπαρξής μας διανοίγει ενώπιών μας δύο τινά: ένα γεγονός καταμετρημένο και επαρκώς ταξινομημένο στο σύμπαν των κοινωνικών επιστημών, και το ίχνος ενός ιστορικού συμβάντος. Το ίχνος αυτό είναι η αρνητική στάση των Ελλήνων απέναντι στο κράτος. Αν ανταποκριθούμε στη διάνοιξη αυτού του ίχνους, όχι μόνο θα εξηγήσουμε καλύτερα την «βαλκανική» τάχα στάση των Ελλήνων, όχι μόνο θα εκτεθούμε στην ουσία της, αλλά θα βρεθούμε μπροστά στην πρόκληση της ανάληψης συνεπειών, κάθε άλλο παρά «βαλκανικών», με τον προσβλητικό τρόπο που χρησιμοποιούν τον προσδιορισμό οι υπερασπιστές της αποκαθαρμένης από κοινωνικά πάθη Ευρώπης. Υπήρξε άραγε ποτέ τέτοια Ευρώπη; Μόνο στα όνειρα των ειδικών του πελατοκεντρικού Marketing.

Τι μπορεί να μας πει αυτό το ίχνος, λοιπόν; Νομίζω το ίδιο μ’ εκείνη την παραδειγματική κωμόπολη, στην οποία αναφέρθηκα:

Όποιος ζητά την άνωση του δέντρου,
χρεώνεται υγρή οφειλή στον ουρανό.

Να το πω στη βάση των συνεπειών του; Ένα έθνος, που ζητά να ριζώσει στον τόπο του και να ανθίσει και να καρπίσει, πρέπει πρώτα απ’ όλα να τινάζει τα κλαδιά του προς τα επάνω, όσο βαθιά πηγαίνουν οι ρίζες του και με όση υγρασία μπορεί να φυλακίσει στο σώμα του. Αυτό που θα καρπίσει είναι ο χυμός και το φλούδι και τα σπόρια της Ιστορίας του• πάντα μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει, αλλά με αξιοπρέπεια.

Γι’ αυτό οι Έλληνες αντιδρούν στις εντολές του κράτους. Γιατί επιχειρεί να κρεμάσει στα κλαδιά του έθνους, άλλους καρπούς, μεταλλαγμένους στα εργαστήρια πολυεθνικών, ξεραίνοντας παράλληλα τις ρίζες, για να μην βγουν οι πραγματικοί καρποί. Χώρος στο ίδιο κλαδί και για τη ζωή και για τον συνεχώς αναβαλλόμενο θάνατο της εμπορευματικής κοινωνίας δεν υπάρχει. Ψεύτικο δέντρο: απομίμηση έθνους. Ή μάλλον αφανισμός έθνους.

Οι Έλληνες, βρέθηκαν για άλλη μια φορά μπροστά σε ένα κράτος, που τους καθυβρίζει ως τεμπέληδες, Βαλκάνιους, εγωιστές, απατεώνες, ανώριμους, ευδαιμονιστές, κουτοπόνηρους, από συνήθεια παρανομούντες και μύρια άλλα. Ωστόσο δεν έκαναν τίποτα παράνομο - αν εξαιρέσει κανείς την άρνησή τους να καταβάλλουν στο κράτος χρήματα, που εν πολλοίς είναι παράνομα ή τουλάχιστον παράλογα απαιτητά. Φοροδιαφεύγουν επειδή το κράτος τους φορτώνει κάθε τόσο με παράλογες εισφορές οθωμανικού τύπου. Και καθένας φοροδιαφεύγει ανάλογα με το βαλάντιό του. Οι έχοντες πολύ, οι μη έχοντες λίγο. Ένα ιστορικό ένστικτο, βαθύτερο από την ένταξή μας στην ευρωζώνη, μας κάνει σήμερα ακόμα πιο αντιδραστικούς. Ξέρουμε πως το χρέος είναι ειδεχθές, αφού η κοινωνία δεν ρωτήθηκε για την ανάληψή του, κατέστρεψε τη χώρα, και η αποπληρωμή του είναι ακόμα πιο καταστροφική. Ξέρουμε πως το χρέος δεν αφορά στη βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών τις οποίες το κράτος υποχρεούται από το σύνταγμα να οργανώσει. Ποια υγεία; Ποια παιδεία; Σε τι δαπανήσαμε τόσα χρήματα; Ξέρουμε πως η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώσει το χρέος, γιατί η νομική αυτή υποχρέωση απαιτεί την αναγνώρισή της από τον εντολοδόχο του κράτους, το έθνος. Ξέρουμε πως δεν ευθυνόμαστε για το σύνολο των πρωτοβουλιών της όποιας κυβέρνησης, αφού δεν έχουμε τη δυνατότητα να της απαγορεύσουμε τις πρωτοβουλίες, που δεν μας φαίνονται συμφέρουσες. Ξέρουμε πως η εθνική μας ανεξαρτησία δεν μπορεί να κινδυνεύσει παρά μόνο από βίαιη καταστρατήγηση των συνόρων μας, πράγμα που παραβιάζει κάθε διεθνή νόμο και ως εκ τούτου έχουμε κάθε λόγο να μην καταβάλουμε ούτε ένα λεπτό σε όποιον αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο.

Έστω και αν η πλειοψηφία των ελλήνων που αντιδρά -σε εθνική και όχι σε ταξική βάση- δεν αντιλαμβάνεται την στάση της ως πολιτικά συγκροτημένη στάση, είναι προφανές πως αναλαμβάνει τις συνέπειες του ίχνους που έχει εγγράψει στο σώμα της ελληνικής κρατικής οντότητας το συμβάν μιας διακήρυξης, η οποία πριν από 200 περίπου χρόνια υπέκλεψε από το καθεστώς της εθνικής υποτέλειας, την ουσία της ελληνικής κοινωνίας, την αυτονομία, την πρώτιστη -ενθυλακωμένη στην ελληνική γλώσσα- αρχή της αυτοτέλειας, μια αρχή που δεν τόλμησε να αμφισβητήσει ούτε η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη των νεωτέρων χρόνων: η ορθοδοξία, η οποία ίσα-ίσα την ενσωμάτωσε στις έννοιες της εκκλησίας και του προσώπου, όποιον ρόλο -συχνά ανεπίτρεπτο- και αν έπαιξε η Ιεραρχία.

Το συμβάν αυτό έθεσε εξαρχής την ήδη λειτουργική αυτοδιοίκηση ως ριζικά αντίπαλη προς το κεντρικό κράτος - οθωμανικό ή ψευδο-νεωτερικό. Οι προσπάθειες δημιουργίας κρατιδίων από τον Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο, από τον Ανδρούτσο στην Στερεά Ελλάδα, γνωρίζουμε σήμερα πως αντιμετωπίστηκαν ως εγκλήματα κατά της Ελλάδας. Γιατί; Διότι τα κρατίδια δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν δάνεια, ούτε να δημιουργήσουν χρέη, η αποπληρωμή των οποίων θα προϋπέθετε ένα «σύγχρονο» κράτος ληστών, που αρχίζουν την καριέρα τους υποκλέπτοντας την ψήφο του κάθε αφελή πολίτη.

Βέβαια από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι της αθλιότητας της Δύσης και η βαρβαρότητα δεν κατάφερε να κρυφτεί επαρκώς. Σήμερα δεν την ενδιαφέρει καν να κρυφτεί. Αλλά το ίχνος του συμβάντος που έθετε τους Έλληνες απέναντι στο κράτος ως ορκισμένους εχθρούς, μας διανοίγεται κάθε φορά που αυτό το κράτος επιτίθεται στο έθνος, στου οποίου το σώμα έχει κολλήσει σαν τσιμπούρι. Οι Έλληνες δεν αναγνωρίζουν το κράτος και τις λειτουργίες του, το θεωρούν εχθρό τους, βασανιστή τους, κλέφτη των κόπων τους. Ας μην γελιόμαστε. Όλοι έτσι το αντιμετωπίζουμε. Και τέτοιο είναι. Ποια μεγάλη για την Ιστορία μας απόφαση μας άφησε να πάρουμε; Ο πολιτικός μας βίος είναι γεμάτος με εθνάρχες που έκαναν λάθη, ολέθρια λάθη. Και κάθε φορά διαγραφόταν στον ορίζοντα το ίχνος του τρομερού συμβάντος, που έκανε κάποτε έναν ρακένδυτο λαό να διεκδικήσει πράγματα ασύλληπτα για την εποχή του. Και κάθε φορά έλειπαν εκείνοι που θα αναλάμβαναν τις συνέπειες αυτού του ίχνους. Γιατί μοιράζονταν -ναι μοιράζονταν- το πλιάτσικο. Και κάθε φορά, οι ειδικοί της απολογητικής έσπευδαν να προειδοποιήσουν τους Έλληνες πως υπάρχει ο φόβος να επιστρέψουν σε κατάσταση τουρκοκρατίας, αν δεν ακολουθούσαν τα προηγμένα έθνη. Μα πολλά προηγμένα έθνη προέκυψαν από το θάρρος που τους έδωσε η ελληνική ανεξαρτησία.

Και με το χρέος; Τι γίνεται με το χρέος; Ποιο χρέος; Οι Έλληνες φαίνεται σήμερα να αναγνωρίζουν μονάχα ένα χρέος. Αυτό του κράτους απέναντί τους. Είναι τραγικό, αλλά όσο οι απαιτήσεις του κράτους θα αυξάνονται, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η παραβατικότητα των Ελλήνων. Όσο θα αυξάνεται ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, τόσο λιγότερες θα είναι οι αποδείξεις που θα κόβονται. Όσο θα σκληραίνουν τα φορολογικά μέτρα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η φοροδιαφυγή. Το ελληνικό έθνος –και για να μην παρεξηγηθώ πρέπει να πω πως όταν προφέρω αυτή τη λέξη δεν εννοώ τίποτε περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο, από έναν πληθυσμό που ανταποκρίνεται στην προσαγόρευση της ίδιας γλώσσας– το ελληνικό έθνος, λοιπόν, πορεύεται σε πείσμα του κράτους, το οποίο ενώ καν δεν το εκπροσωπεί, αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία σαν ιδιοκτησία του. Και για άλλη μια φορά το ιστορικό ένστικτο, το καταγωγικό συμβάν της αντιπαλότητας με την αλλότρια κεντρική εξουσία, επαναφέρει το ζήτημα της εντιμότητας και της ίδιας της νομιμότητας του κράτους. Θα συμφωνήσετε νομίζω πως κάθε φορά που νιώθουμε έναν κίνδυνο, στρεφόμαστε προς το ’21, όπως συμβαίνει τώρα. Γιατί άραγε; Γιατί τα ριζικά προτάγματά του δεν έχουν ικανοποιηθεί και γιατί παραμένουν ως συμβαντικά ίχνη στον κοινωνικό βίο μας. Η κοινωνία μας αρνείται να δεχθεί πως το άκαπνο παιδί του ενός και το εγγόνι του άλλου κι ο ανεψιός του τάδε κι ο γαμπρός του δείνα μπορούν να ορίσουν τις τύχες της. Την στιγμή μάλιστα που προφανώς είναι ανίκανοι. Αν το ολιγαρχικό κράτος δεν θέλει να βρεθούμε μπροστά σε φαινόμενα «βαλκανικά» -με την αρνητική όψη του προσδιορισμού- θα πρέπει να ικανοποιήσει την καταφανή αναγκαιότητα της πραγματικής δημοκρατίας, η οποία εξάλλου είναι και παραείναι αίτημα της νεωτερικότητας. Η Προεδρική Δημοκρατία, η απλή αναλογική και η ομοσπονδιακής κατεύθυνσης αυτοδιοίκηση είναι μέτρα που έχουν ήδη υποδειχθεί από ανθρώπους με επιστημονική υπερεπάρκεια. Είναι απολύτως βέβαιο πως με αυτόν τον τρόπο θα λυθούν τα σοβαρότερα προβλήματά μας. Δεν θα πληρωθεί βέβαια το χρέος, στο οποίο έντεχνα οδηγήθηκε από τους χρηματιστές που εποφθαλμιούν τη δημόσια περιουσία, αλλά σίγουρα η χώρα θα αποκτήσει την αξιοπιστία της και οι πολίτες την υπευθυνότητά τους.

Μια ματιά σ’ αυτό που διανοίγουν οι καιροί των Ελλήνων μπροστά μας, μια ματιά που δεν προσπαθεί να πετάξει στα σκουπίδια την ιστορική υπόσταση του βλέμματός μας, φανερώνει την ΑΛΗΘΕΙΑ: η σημερινή κυβέρνηση επιχειρεί να ταπεινώσει τους Έλληνες προκειμένου να πείσει τους μελλοντικούς δανειστές της, πως μπορούν να την εμπιστεύονται ως απόλυτο άρχοντα αυτού του παρωχημένου -κατά την γνώμη της φιλελεύθερης Ευρώπης- «βαλκανικού» μορφώματος. Άλλωστε οι δανεισμοί έναν και μόνο στόχο είχαν, από την πλευρά του πολιτικού συστήματος: την αποκλειστική διαχείριση της εξουσίας – όποιο κόμμα κι αν βρισκόταν στην κυβέρνηση. Δανείστηκαν για να μας χρηματίσουν. Καταλαβαίνετε;

Λοιπόν; Ως ποιητής συνιστώ να σκεφτούμε σοβαρά την ανάληψη των συνεπειών του δικού μας ιστορικού συμβάντος: η σημερινή κρίση είναι ΠΟΛΙΤΙΚΗ και όχι ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ. Χρήματα σήμερα δεν έχουμε, αύριο έχουμε. Είναι βέβαια ζήτημα λογιστικό. Η Ιστορία όμως δεν έχει λογιστήριο. Ο μόνος δρόμος εξόδου από την «εικονική» αυτή κρίση είναι η δημιουργία μιας πραγματικής δημοκρατίας και όχι ο Καισαρισμός, που διαδέχθηκε την επταετή δικτατορία.

Σας ευχαριστώ.

5/5/11

Το χρέος



Οικονομολόγοι, Νομικοί και Δημοσιογράφοι συζητούν για το Χρέος. Ανάμεσά τους κι ένας ποιητής που αναρωτιέται: «Ποιο χρέος;»*.

*Τις επόμενες ημέρες το κείμενο του Γιώργου Μπλάνα θα είναι διαθέσιμο στους Γεφυρισμούς.

7/4/11

Μοναχός

Salvador Dali, 1931


Του Γιάννη Παπανικολάου

Δεν ήμουν σαν τους άλλους
εγώ από παιδί.
Δεν έβλεπα όπως αυτοί,
δεν έβγαζα τα πάθη μου
από κοινή πηγή.
Η θλίψη μου δεν έσταζε
από την ίδια βρύση.
Τα ίδια τραγούδια δεν ξυπνούσαν
στην καρδιά μου τη χαρά.
Κι ό,τι αγαπούσα,
το αγαπούσα ερημικά.
Τότε, λοιπόν, που ήμουν παιδί
-και χάραζε η συννεφιά
που έγινε ζωή μου-
ό,τι καλό κι ό,τι κακό
για μένα είχε βυθό:
έναν βυθό μυστήριο
που ακόμα με τυφλώνει.
Ο χείμαρρος και η πηγή,
ο ήλιος που με τύλιγε
χρυσάφι φθινοπωρινό,
το αστροπελέκι που άπλωνε
πάνω μου ολόφωτα φτερά,
η μπόρα, η βροντή,
το σύννεφο, έπαιρναν μορφή
(κι ας ήταν καταγάλανοι
γύρω μου οι ουρανοί)
δαίμονα μες στο βλέμμα μου•
απ’ τον καιρό που ήμουν παιδί.


Edgar Allan Poe
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

2/2/11

Ελπίζει

Στην Ε. που θα νικήσει

Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια), 1485-1486, Μουσείο Ουφίτσι, Φλωρεντία.


Έβλεπε το κακό να φουντώνει
κι απορούσε, αδυνατούσε μια κάποια λύση.
Ξαφνικά, έρχεται η σκέψη των ορφανών
να κατακλύσει την καρδιά του.
Χτυπάει, σκίζει, ανοίγει τον αέρα
με γρήγορα φτερά να τ΄ αγκαλιάσει·
ελπίζει, ελπίζει.


Αρχίλοχος, Επωδοί, 100[Ed.87]
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

17/1/11

Ο Παράδεισος του Αντώνη

Του νονού μου

Your laws do not compel me




Κάποτε, κάποιος, με προσφωνούσε Αντώνη. Για τους δικούς του λόγους. Τότε έμαθα πότε γιορτάζει το όνομα (κατά το χριστιανικό τυπικό στις 17 Ιανουαρίου), αλλά και την προέλευσή του. Ετυμολογικά το συνδέουν με το ουσιαστικό «άντωση» που δηλώνει τη δυναμική άνωση. Έτσι δικαιολόγησα και την «αναβάπτιση».

Ωστόσο, γνώριζα ήδη τον «Παράδεισο» του Κώστα Βάρναλη, όπου μνημονεύει την στέρφα γουρούνα του Άι – Αντώνη. Ένα ποίημα που μπορεί να είχε γραφτεί για το σήμερα. Εξάλλου κάθε εποχή έχει τα Γιούρα της, όπως και ορισμένες περίοδοι στη ζωή μας.


Λεύτερος να ΄σαι δούλος οποιανού,
λεύτερος να μιλάς, όταν κοιμάσαι,
λεύτερος, χρόνια να τα κυνηγάς
των Γιούρων τα ποντίκια μη σε φάνε.

Στις πληγές της ψυχής σου να χιλιάζουν
τα ψέματα -της μύγας τα σκουλήκια-,
να ΄σαι της Ιστορίας γελοιογράφος,
αφέντης δίχως πιθαμή δικιά σου.

Σαν τη στέρφα γουρούνα τ΄ Άι-Αντώνη,
μισότυφλη από πάχητα και νύστα,
να νείρεσαι πως κολυμπάς σε κάτουρα
και ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!

9/1/11

Η εκδίκηση του κουνελιού



Abusus non tollit usum

Τα πολύ πολύ παλιά χρόνια ζούσαν στην ίδια γειτονιά ένα κουνέλι κι ένα λιοντάρι. Το λιοντάρι ήταν πολύ περήφανο και λάτρευε, κυριολεκτικά, να επαίρεται για τη δύναμή του. Και σαν να μην ήταν γείτονας με το κουνέλι, το κοιτούσε απαξιωτικά και δεν έκανε τίποτ΄ άλλο παρά να το υποτιμά και να το φοβερίζει. Τελικά, το ποτήρι του κουνελιού ξεχείλισε. Δεν μπόρεσε ν΄ αντέξει άλλο το καθεστώς τρόμου που ζούσε κι αποφάσισε να πάρει το δίκιο του πίσω.

Μια μέρα, λοιπόν, πήγε στο λιοντάρι και του είπε: «Καλημέρα σας, σεβαστέ μεγάλε αδελφέ μου. Μου συνέβη κάτι εκπληκτικό. Γνώρισα, λίγο πιο μακριά από τη γειτονιά μας, ένα ζώο που είναι ακριβώς ίδιο με εσάς, και μου είπε: "Υπάρχει κάποιος στον κόσμο που τολμά να σηκώσει κεφάλι σε ΄μένα; Αν υπάρχει, ας έρθει να μονομαχήσουμε. Αν δεν υπάρχει, τότε όλοι εσείς πρέπει να υποταχθείτε σε ΄μένα και να είστε υπηρέτες μου!". Ω, ήταν απαράδεκτα καυχησιάρης! Μάλιστα, έχει φουσκώσει τόσο πολύ από το καμάρι, ώστε έχουν κλείσει τα μάτια του σε σημείο που να μην μπορεί ούτε το φως να περάσει ανάμεσά τους».

«Ω», είπε με στόμφο το λιοντάρι. «Δεν του μίλησες για ΄μένα;».

«Ναι, πράγματι, το έκανα», αποκρίθηκε το κουνέλι. «Αλλά καλύτερα να μην το είχα κάνει. Όταν άρχισα να του περιγράφω, πόσο φοβερός και δυνατός είστε, εκείνο άρχισε να σας σαρκάζει με τόση αγένεια, που ντρέπομαι να επαναλάβω τα λόγια του. Έφτασε μέχρι του σημείου να μου πει ότι δεν του κάνετε, ούτε καν, ως υπηρέτης!».

Το λιοντάρι, έξαλλο κυριολεκτικά, πετάχτηκε όρθιο και με όση μοχθηρία έκρυβε μέσα του, βρυχήθηκε: «Πού είναι; Πού είναι;»

Έτσι το κουνέλι αναγκάστηκε να του πει να το ακολουθήσει πίσω από το λόφο. Εκεί του έδειξε ένα βαθύ πηγάδι λέγοντάς του: «Είναι εκεί κάτω, στο πηγάδι», και εμφανώς ταραγμένο προτίμησε να παραμείνει σε απόσταση.

Το λιοντάρι ξεχύθηκε προς το πηγάδι και έσκυψε να κοιτάξει στο βάθος του με τόση αγριότητα στο βλέμμα όση ποτέ δεν είχε αντικρίσει κανείς. Πράγματι, βλέποντας την ίδια την εικόνα του μέσα στο νερό, πείσθηκε ότι εκεί μέσα κατοικούσε ο αντίπαλός του, και ήταν όπως ακριβώς τον είχε περιγράψει το κουνέλι. Βλέπετε, όσο το λιοντάρι αγριοκοίταζε τον … αντίπαλό του, άλλο τόσο τον αγριοκοίταζε κι εκείνος. Όσο εκείνο βρυχόταν άλλο τόσο και ο εχθρός του.

Το λιοντάρι έγινε έξαλλο. Εξαγριώθηκε σε σημείο που σηκώθηκαν οι τρίχες του. Το ίδιο όμως έπαθε και ο … αντίπαλος. Τότε αποφάσισε να δείξει τα δόντια του, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να χτυπιέται στριφογυρίζοντας απειλητικά την ουρά του στον αέρα που σφύριζε σα μαστίγιο. Αλίμονο όμως, το ίδιο έκανε και το … λιοντάρι του πηγαδιού, με τις ίδιες απειλητικές διαθέσεις. Στο τέλος, ήταν τόση η μανία του, ήθελε τόσο πολύ να εκδικηθεί τον … σφετεριστή της εξουσίας του, ώστε σε μια έξαρση της οργής του, χίμηξε με μανία στο πηγάδι να τον εξοντώσει, με αποτέλεσμα να πνιγεί αμέσως._

Απόδοση: α.μ.

Σημ.: Η λατινική φράση αποτελούσε αξίωμα του αρχαίου Δικαίου και σημαίνει: «Η κατάχρηση δεν αίρει τη χρήση». Δηλαδή, επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο κάποιος να κάνει κατάχρηση κάποιου πράγματος, δε σημαίνει ότι πρέπει λόγω του φόβου αυτού, να το στερηθεί και τελείως. Δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για τη διάκριση της έννοιας «κατάχρηση εξουσίας» και των αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει αυτή στον καταχραστή, αλλά και για τον καταχρηστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους, όταν φοβόμαστε την αξία τους.

Πηγές
-Το παραμύθι: The Lion in the Water, fables of Aarne-Thompson type 92, The Rabbit's Revenge, Tibet, selected and edited by D. L. Ashliman, © 2002.
-Η φράση: Νατσούλης, Τ., (χ.χ.) Λέξεις και Παροιμιώδεις Φράσεις. 4η έκδ., Αθήνα: Σμυρνιωτάκης, σ. 588.
-Ο πίνακας: «Le mal du pays» (νοσταλγία -για την πατρίδα) του Ρενέ Μαγκρίτ, 1940. Ανήκει σε ιδιωτική συλλογή.

7/1/11

Αντίο Βιολέτα

Tης Φαίης που αγάπησε τη Βιολέτα όσο κανείς άλλος…

Ένα κορίτσι μ΄ άσπρα γέρικα μαλλιά
Και πίσω απ΄ το κορμί της
Να σκοτεινιάζει ένα ποτάμι ποιήματα.


Τάκης Σινόπουλος, «Αντίστιξη, 1952»

31/12/10

O άμυαλος φίλος

Ένα Ινδουιστικό παραμύθι Πανχατάντρα, χαρισμένο εξαιρετικά σε έναν αγαπημένο πλην αμετροεπή φίλο και σε όλους εσάς που πλήττεστε από την ανοησία και την αμετροέπεια, με τις καλύτερες ευχές μας για το έτος… 2014 … εκτός κι αν ….

Έντβαρντ Μουνκ, Το κορίτσι με την καρδιά, Ξυλογραφία με σκαρπέλο και σέγα. Τύπωμα σε μαύρο, κόκκινο και πράσινο από μία ξύλινη πλάκα κομμένη σε τρία κομμάτια. 1898-1899. © The Munch Museum / The Munch-Ellingsen Group / BONO, Oslo 2010 - Gift of Charles and Evelyn Kramer. New York, to the Tel Aviv Museum of Art.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας βασιλιάς κατά την επίσκεψή του στο παλάτι των συζύγων του, βρήκε στον κήπο μια μαϊμού που τον κατέκτησε αμέσως. Έτσι αποφάσισε να την πάρει κοντά του, σαν κατοικίδιο, για να τον διασκεδάζει. Βλέπετε τότε οι βασιλιάδες συνήθιζαν να περιτριγυρίζονται από παπαγάλους, πέρδικες, περιστέρια, κριάρια, μαϊμούδες, και άλλα τέτοια πλάσματα.

Ο βασιλιάς είχε δεθεί τόσο πολύ με το μικρό πιθηκάκι σε σημείο να τρώει μαζί του και να το περιποιούνται σαν πραγματικό βασιλόπουλο, δηλαδή αντιμετωπίζοντάς το με τον ίδιο σεβασμό που έδειχναν και στον ίδιο. Και ήταν τόση η αδυναμία και η εμπιστοσύνη του βασιλιά στο κατοικίδιό του, ώστε σε λίγο καιρό του χάρισε κι ένα ξίφος!

Οι βασιλικοί κήποι ήταν γεμάτοι από δέντρα και λουλούδια διαφόρων ειδών, τόσων όσων δεν χωράει το μυαλό μας. Την Άνοιξη, μάλιστα, όταν φούντωνε η φύση, το αρώματα κατέκλυζαν την περιοχή και οι μέλισσες βούιζαν όλες μαζί την ομορφότερη μουσική της πλάσης: έναν ύμνο στο θεό του έρωτα.

Μια τέτοια μέρα ο βασιλιάς, έχοντας χαρεί τον έρωτα, έκανε βόλτα στους κήπους του με την αγαπημένη των συζύγων του με την εντολή σε όλους τους υπηρέτες του να μείνουν έξω από την περιοχή. Κάποια στιγμή, ευχάριστα κουρασμένος από τον περίπατο, αποφάσισε να πάρει έναν υπνάκο κάτω από τα λουλούδια. Έτσι είπε στην αχώριστη μαϊμού να ΄χει τα μάτια της δεκατέσσερα να μην τον ενοχλήσει τίποτα!

Δεν πέρασαν λίγα λεπτά που ο βασιλιάς είχε βυθιστεί σε ξέγνοιαστο ύπνο, όταν μια μέλισσα άρχισε να τον τριγυρνάει. Βλέποντάς την η μαϊμού σκέφτηκε θυμωμένη: «Τι είναι αυτό; Είναι δυνατόν ένα κοινό πλάσμα να δαγκώσει το βασιλιά και μάλιστα μπροστά στα μάτια μου;». Έτσι, άρχισε τις προσπάθειες να την απομακρύνει. Η μέλισσα όμως ήταν … ανένδοτη. Δώστου και τριγύριζε το βασιλιά. Μια, δυο, τρεις η μαϊμού έγινε έξαλλη. Τυφλωμένη από θυμό σηκώνει το σπαθί και δίνοντας μια, ρίχνει τη μέλισσα νεκρή.

Αλίμονο όμως, μαζί με τη μέλισσα το σπαθί της μαϊμούς παρέσυρε και το …κεφάλι του βασιλιά!

Τη στιγμή εκείνη ξυπνάει η αγαπημένη βασίλισσα, ακούγοντας όλη αυτή τη φασαρία, και έντρομη από το θέαμα που αντίκρισε αρχίζει να ουρλιάζει: «Ω! Ω! ανόητη μαϊμού! Τι έκανες στον βασιλιά που σε λάτρεψε;»

Η μαϊμού μπορεί να έδωσε όλες τις εξηγήσεις για το κρίμα της, ωστόσο απαξιώθηκε απ΄ όλους. Από τότε, μάλιστα, καθιερώθηκε και η γνωστή φράση: «Ποτέ μη διαλέξεις έναν άμυαλο για φίλο, γιατί ο βασιλιάς έπεσε νεκρός από μια μαϊμού», ενώ το παραμύθι διδάσκει ότι: «Είναι καλύτερο να έχουμε έναν έξυπνο εχθρό παρά έναν άμυαλο φίλο».

Κι εμείς συμπληρώνουμε: «Ο άμυαλος επιμένει να τραβάει το σκοινί αγνοώντας ότι σαν σπάσει, ο πρώτος που θα πέσει θα είναι ο ίδιος».
Απόδοση: α.μ.


Πηγές-Προτάσεις
1. The Foolish Friend, The Panchatantra, Translation © 1999 by D. L. Ashliman.
2. Τα Παραμύθια και ο Μαγικός Κόσμος τους: Τα Ινδικά Πανχατάντρα.
4. Έντβαρντ Μουνκ: Η κραυγή, του Τάσου Π. Καραντή.

22/12/10

Μάνα κουράγιο

Αντί ευχής ή αλλιώς «η σούπα δεν χύνεται»


Vincent van Gogh. Pietà (After Delacroix),1889.

«Θα' ρθει παιδί μου ο καιρός που θα νιώσεις την ψυχή σου να φεύγει από μέσα σου. Τελευταίο κομμάτι ζωής.»

Τότε είναι που θα πεις «δεν πάει άλλο». Πορείες στους δρόμους, μάχη σώμα με σώμα με αυτούς που σου στέρησαν αυτά που ένιωσες ότι δεν είχες, ενώ σου άξιζαν. Θα χαθείς. Μια γενιά μετά την άλλη, αφοσίωση στους αγώνες και μετά. Φαντάσματα της νέας εποχής.

Δεν θα σου πουν ευχαριστώ, θα σε ξεχάσουν. Θα ξεχάσεις κι εσύ εσένα. Θα ξεμείνεις. Ένα υγρό μπαρ. Μια μπύρα. Ένα τσιγάρο. Θα σκέφτεσαι αυτά που σκεφτόσουν στα 20 κάτι σου και θα αναρωτιέσαι: «Τόσο μαλάκας ήμουν;».

Όχι. Δεν ήσουν μαλάκας. Ούτε άτυχος. Ήσουν. Δεν είσαι πια και δεν θα γίνεις ξανά. Ένα τίποτα στου κόσμου το καζάνι που σιγοβράζει και δεν λέει να εκραγεί. Γιατί αλλιώς, θα χυθεί η σούπα.

Κουράγιο. Σε όλους.


Υ.Γ. Η δικαιοσύνη έχει πλέον μόνο την ψυχή της ως δεκανίκι, την δημοσίευση όπως είπε ο Μάγερ. Το κορμί της το τσακίσαμε πολλά χρόνια τώρα όλοι μας. Όσο για την ψυχή της, είναι μαύρη εκ γενετής. Απλό συμπέρασμα: ποτέ δεν υπήρξε δικαιοσύνη, ούτε πρόκειται να υπάρξει. Γιατί άλλωστε; Αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε άδικοι με τους δίκαιους.

23/9/10

Είμαστε πολλοί

Πάβλο Νερούδα (1904-1973)

Τον τελευταίο καιρό, παρόλα όσα βιώνουμε, διαβάζουμε, ακούμε και βλέπουμε, διαπιστώνεται μια περίεργη τάση φλύαρης… σιωπής. Οξύμωρο φαίνεται, ωστόσο, σαν πριν από καταιγίδα μοιάζει η στάση των ανθρώπων στους εργασιακούς χώρους, στους δρόμους, στα μαγαζιά, στο διαδίκτυο, παντού. Όλοι έχουν να πουν πολλά, αλλά σκέφτονται λίγα. Και εν μέσω αυτού του κλίματος που ενισχύεται από τις συνεχιζόμενες εκπτώσεις στη ζωή μας και από ειδήσεις-αποκαλύψεις ενεργειών που θυμίζουν μακρινές δεκαετίες (ή έτσι πιστεύαμε τουλάχιστον) υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αντιπαλεύονται την ίδια τους τη σάρκα ή και ακόμα χειρότερα βρίσκουν απάγκιο σε όψιμους επαναστάτες, μέχρι χθες στυλοβάτες του συστήματος που μας κατάπιε. Δεν είναι και λίγοι βέβαια εκείνοι που επιλέγουν, εντίμως θα έλεγα, το δρόμο του «αυτομαστιγώματος» αλλά και ευτυχώς λιγότεροι όσοι συνεχίζουν την προβοκάτσια τους -κατά κανόνα ανώνυμη και διαδικτυακή- με ανούσιες, ανώφελες και μη υποστηριζόμενες ιστορικά αναφορές στο παρελθόν σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν στη λούφα τους και την «αριστερή» παραλλαγή τους.

Ευτυχώς, είναι πολλοί περισσότεροι όσοι επανατοποθετούνται και συστρατεύονται κατά του ενός και κοινού εχθρού που αυτή τη στιγμή έχει εξαπολύσει τη μεγαλύτερη ίσως επίθεση στην ιστορία, κατά της ζωής μας και της ζωής των παιδιών μας. Των παιδιών που, ακόμη περισσότερο ευτυχώς, είναι πιο τολμηρά, πιο μαχητικά και πιο διεκδικητικά απ΄ όσο εμείς πιστεύουμε.

Σε αυτά τα παιδιά και ιδιαίτερα στον Κωστή, που με εκπλήσσει με την πολιτική ωριμότητά του, είναι αφιερωμένο το ακόλουθο ποίημα του Πάβλο Νερούδα ο οποίος πέθανε πριν από 37 χρόνια (23 προς 24 Σεπτεμβρίου 1973). Το ποίημα ανήκει στην ενότητα «Εστραβαγάριο» (Παραδοξολόγιο) που γράφτηκε το 1958, χρονιά του έρωτα Νερούδα-Ματίλντε και σηματοδότησε την αναγνώριση του ποιητή εντός και εκτός Χιλής. Η μετάφραση είναι, ασφαλώς, της Δανάης Στρατηγοπούλου που αφιέρωσε τη δουλειά της (1966) στον παιδικό της φίλο Γιάννη Ρίτσο, την ποίηση του οποίου αγαπούσε παθιασμένα ο Πάβλο Νερούδα. Εξάλλου οι δύο σπουδαίοι αυτοί άνθρωποι και ποιητές θαύμαζαν πολύ ο ένας τον άλλο.




ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ

Από τους τόσους ανθρώπους που είμαι,
που είμαστε
κανέναν δεν μπορώ να βρω:
μου χάνονται κάτω από τα ρούχα
φύγανε γι' άλλη πολιτεία.

Όταν το κάθε τι έχει ετοιμαστεί
για να δείξω έξυπνος
ο ανόητος που κρύβεται μέσα μου
παίρνει το λόγο στο στόμα μου.

Άλλες φορές με παίρνει ο ύπνος
ενώ βρίσκομαι με την εκλεκτή κοινωνία,
κι όταν γυρεύω μέσα μου τον τολμηρό
ένας δειλός που δεν τον ξέρω
τρέχει με το σκελετό μου να πάρει
χίλιες αβρές προφυλάξεις.

Όταν καίγεται ένα ευυπόληπτο σπίτι
αντί για τον πυροσβέστη που φωνάζω
σπεύδει ο εμπρηστής,
κι αυτός είμαι εγώ. Δεν έχω γιατρειά.

Τι πρέπει να κάνω για να περισυλλέγω;
Πώς μπορώ να επανορθωθώ;

Όλα τα βιβλία που διαβάζω,
υμνολογούν λαμπρούς ήρωες,
πάντα βέβαιους για τον εαυτό τους:
πεθαίνω για δαύτους από ζήλεια
και στις ταινίες με ανέμους και σφαίρες
λιώνω από φθόνο για τον καβαλάρη,
κάθομαι και θαυμάζω το άλογο.

Αλλά μόλις ζητήσω του απτόητου να βγει,
μου ξεφυτρώνει ένας γεροτεμπέλης.
Κι έτσι δεν ξέρω ποιος είμαι,
δεν ξέρω πόσοι είμαι ή είμαστε,
θα μ' άρεσε να πατήσω ένα κουμπί
και να βγάλω το εμένα το αληθινό
γιατί αν με χρειάζομαι δεν πρέπει να με εξαφανίσω.

Ενόσο γράφω είμαι απών,
κι όταν επιστρέψω έχω κι όλας φύγει:
πάω να δω αν και στους άλλους ανθρώπους
συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε μένα,
αν είναι τόσοι όπως είμαι γω,
αν μοιάζουν με τους εαυτούς τους,
κι όταν θα το 'χω εξακριβώσει,
θα μάθω τόσο καλά τα πράματα
που για να εξηγήσω τα προβλήματα μου
θα σας μιλώ για γεωγραφία.


Συμπληρωματικά παρατίθεται το κείμενο της μεταφράστριας με βιογραφικά στοιχεία του μεγάλου Χιλιανού ποιητή, που γράφτηκε, προφανώς, μία εβδομάδα μετά τον θάνατό του. Επιπλέον πληροφορίες για την πολιτική κατάσταση στη Χιλή εκείνη την εποχή και τις συνθήκες θανάτου του Νερούδα μπορείτε να διαβάσετε και στην Βικιπαίδεια όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται και το εξής αμίμητο σχετικά με τη σύλληψη του κομμουνιστή ποιητή από τη Χούντα του Βιντέλα: «Όταν ο Πρόεδρος Γκονζάλες Βιντέλα απαγόρευσε τον κομουνισμό στη Χιλή,…». Ναι, έτσι ακριβώς όπως λέμε «απαγόρευσαν τη χρήση των κινητών κατά την οδήγηση….» και με ένα «μ» παρακαλώ!

Η παρατήρηση αυτή αφιερώνεται εξαιρετικά σε ορισμένους, λίγους, από τους προαναφερόμενους λουφαδόρους, σταχτοπούτες της «αριστεράς» που βρήκαν καιρό κατάλληλο να χλευάσουν την αντικομμουνιστική προπαγάνδα την οποία έχει εξαπολύσει η Ε.Ε. και με πίκρα σε εκείνους που ενώ έχουν τη διαύγεια και το θάρρος να «αυτομαστιγωθούν» για τις «πράσινες» επιλογές του κόμματός τους, υποστηρίζουν τη χλεύη κάνοντας μάλιστα χρήση στίχων του Γιάννη Ρίτσου. Αν μη τι άλλο ίσως θα έπρεπε να σκεφτούν τι γράφουν και πώς το γράφουν πριν πατήσουν το πλήκτρο αποστολής του σχολίου τους. Ποτέ όμως, γι΄ αυτούς δεν είναι αργά. Όσο για τους άλλους, όταν βρεθεί το γοβάκι τους δεν θα υπάρχει.. πρίγκιπας να τους το δώσει… Και καθώς φαίνεται, από τα μεγαλοπρεπή ψευδώνυμά τους, αγαπούν τα βασίλεια και τα πριγκιπάτα.

Ο Πάβλο Νερούδα και η Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο Νεφταλί Ρικάρντο Ελιέσερ Βασοάλτο, δηλαδή ο Πάβλο Νερούδα, γεννιέται στις 12 Ιουλίου του 1904 στο Παρράλ, κώμη του νομού Λινάρες της Νότιας Χιλής, από τη Δόνια Ρόσα Βασοάλτο ντε Ρέγιες, δασκάλα και τον Δον Χοσέ ντελ Κάρμεν Ρέγιες Μοράλες, τροχιοδρομικό οδηγό. Τον Αύγουστο πεθαίνει ο Δόνια Ρόσα. Το 1906 ο Δον Χοσέ ντελ Κάρμεν μεταφέρεται στο Τεμούκο, πρωτεύουσα του νότιου νομού Καουτίν, με το γιο του.

Εκεί παντρεύεται για δεύτερη φορά με την Δόνια Τρινιδάδ Κάντια Μαρβέρδε. (Το επίθετο «Κάντια» αποδείχνει την ελληνική καταγωγή της μυτριάς του Νερούδα η οποία πρέπει να ήταν απόγονος του Δον Χουάν Μαρτίν ντε Κάντια, μοναδικού Έλληνα, και μάλιστα Κρητικού, που έφτασε ως τη Χιλή με τους Ισπανούς κονκισταδόρες του 16ου αιώνα, όπως αποδεικνύει ο ερευνητής Λουίς Ροβέρτο Βέρα. Από τον ίδιο αυτό Κρητικό κατάγεται και ο ιδρυτής της νεώτερης Χιλής Δον Βερνάρδο Ο' Χίγινς).

Ο Πάβλο Νερούδα το 1910 μπαίνει στο Λύκειο Αρρένων του Τεμούκο, όπου πραγματοποιεί όλες τις σπουδές του, τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1920. Στις 18 Ιουλίου του 1917 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα «Λα Μανιάνα» («το Πρωί») του Τεμούκο ένα άρθρο με τον τίτλο «Ενθουσιασμός και Καρτερία» εμπνευσμένο από την περίφημη στροφή του Ρεμπώ «με φλογερή υπομονή.... θα μπορέσουμε να μπούμε στις λαμπρές πολιτείες» το οποίο υπογράφει ως Ντεφαλί Ρέγιες. Είναι το πρώτο δημοσίευμα του ποιητή που τότε είναι 13 χρονών.

Στις 30 Νοεμβρίου του 1918 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Κόρρε - Βουέλα» («Τρέχα Πέτα») του Σαντιάγο στο τεύχος υπ' αριθ. 566, το ποίημα «Τα Μάτια μου» υπογραμμένο από τον Νεφταλί Ρέγιες. Την ίδια χρονιά εμφανίζονται τρία ποιήματα του ακόμα στην ίδια επιθεώρηση και άλλα σε διάφορες λογοτεχνικές επιθεωρήσεις των σπουδαστών του Τεμούκο. Το 1919 δημοσιεύει δεκατρία ποιήματα στο «Κόρρε Βουέλα». Συνεργάζεται στο «Σέλβα Αουστράλ» («Νότιος Δρυμός») του Τεμούκο. Δημοσιεύει σε περιοδικά του Τσιγιάν και της Βαλντίβια, (μεγάλες πόλεις της κεντρονότιας Χιλής), χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Συμμετέχει στα Ανθεστήρια του Μάουλε (νομός παρωκεάνιος της Χιλής) με το ποίημα του «Νοκτούρνο Ιδεάλ» και κερδίζει το τρίτο βραβείο.

Το ψευδώνυμο Πάβλο Νερούδα το υιοθετεί οριστικά για τις δημοσιεύσεις του τον Οκτώβρη του 1920. Το «Νερούδα», όπως έχει πει ο ίδιος, το διάλεξε γιατί διάβασε κείμενα του Τσέχου Γιαν Νερούδα, και του είχε πολύ αρέσει το επίθετο αυτό. Όσο για το όνομα Πάβλο το πήρε για τον ίδιο λόγο, δηλαδή το εύρισκε πολύ ωραίο. Τίποτε άλλο δεν τον συνέδεσε με το ονοματεπώνυμο αυτό έξω από την ακουστική και οπτική του αρμονία. Στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου κερδίζει το πρώτο βραβείο στη «Φιέστα ντε λα Πριμαβέρα» («Γιορτή της Άνοιξης») στο Τεμούκο. Τον ίδιο χρόνο είναι πρόεδρος του περιοδικού «Ατενέο Λιτεράριο» («Φιλολογικό Αθηναίο») του Λυκείου του Τεμούκο και αντιγραμματέας των σπουδαστών του νομού Καουτίν. Ετοιμάζει δυο βιβλία: «Τα Παράξενα Νησιά» και τις «Ανώφελες Ταλαιπωρίες» που δεν δημοσιεύει. Μέρος αυτών των βιβλίων θα συμπληρώσει τη σύνθεση του πρώτου του βιβλίου «Κρεπουσκουλάριο» (παιγνίδι πάνω στη λέξη Κρεπούσκουλο, να λέμε «Δειλινένιο» από τη λέξη «δειλινό», αλλά ποτέ «ηλιοβασιλέματα» που γράφει κάποιος αυθαίρετος μεταφραστής). Το 1921 ταξιδεύει στο Σαντιάγο και σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο καθηγητής της Γαλλικής Φιλολογίας. Στις 14 Οκτωβρίου αυτού του χρόνου παίρνει το πρώτο βραβείο της Ομοσπονδίας Σπουδαστών της Χιλής για το ποίημά του «Λα Κανσιόν ντε λα Φιέστα» («το Τραγούδι της Γιορτής») που είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Χουβεν-τούδ» («Νιάτα») της Ομοσπονδίας Σπουδαστών.

Το 1922 συνεργάζεται στο περιοδικό «Κλαριδάδ» («Φέγγος»), επίσημο όργανο της Ομοσπονδίας Σπουδαστών, Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου η φιλολογική ομάδα «Βρέμια» πατρονάρει μιαν ανάγνωση ποιημάτων των ποιητών Χοακίν Σιφουέντες, Ρ. Μονεστιέρ, Αλβέρτο Ρόχας Χιμένες και Πάβλο Νερούδα. Τα ποιητικά αυτά ρεσιτάλ συνεχίζονται. Τον Οκτώβριο το περιοδικό «Λος Τιέμπος» («Οι Καιροί») του Μοντεβίδεο, πρωτεύουσας της Ουρουγουάης, αφιερώνει ένα τεύχος στη νεαρή χιλιανή ποίηση, όπου παρουσιάζει τον Νερούδα. Τον Αύγουστο του 1923 εμφανίζεται η αρχική έκδοση του «Κρεπουσκουλάριο».

Το περιοδικό «Διονύσιος» που διευθύνεται από τον Αλίρο Ογιαρσούν, δημοσιεύει τέσσερα ποιήματα του. Τα τρία τελευταία θα περιληφθούν στον «Ελ Οντέρο Εντουσιάστα» («Ο Ένθους Σφενδονιστής»), βιβλίο με τίτλο που δείχνει την κλασσική κουλτούρα του έθνους και την παραδοσιακή σφεντόνα, που ήταν όπλο των προγόνων του, που γράφτηκε εκείνη την εποχή, αλλά δεν δημοσιεύτηκε μέχρι το 1933. Τον ίδιο χρόνο βρίσκουμε διάφορες συνεργασίες του στο περιοδικό «Κλαριδάδ» με το ψευδώνυμο «Σάτσκα» που είναι λογοτεχνική κριτική. Μερικά από τα δημοσιευμένα ποιήματα τούτης της χρονιάς θα ενσωματωθούν στο κοσμαγάπητο βιβλίο του «Βέιντε Ποέμας ντε αμόρ υ ούνα κανσιόν ντεσεσπεράδα» («Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και Ένα Τραγούδι Απελπισμένο), όπως π.χ. το «Ποίημα 20» που λεγόταν «Θλίψη στον Όχτο της Νύχτας».

Το 1924 είναι η χρονιά των Είκοσι ποιημάτων Αγάπης και του Απελπισμένου του Τραγουδιού. Το τυπώνει ο μεγάλος εκδοτικός οίκος «Νασιμέντο». Ταυτόχρονα δίνει στην ίδια Εκδότρια «Εκλεκτές σελίδες του Ανατόλ Φρανς» με πρόλογο, επιλογή και μετάφραση δικιά του. Τον ίδιο χρόνο στην εφημερίδα του Σαντιάγο «Λα Νασιόν» («Το Έθνος»),δημοσιεύεται γράμμα του πάνω στο βιβλίο του «Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και ένα Τραγούδι Απελπισμένο», όπου εξηγεί τη διαδικασία της δημιουργίας του.

Ο Πάβλο Νερούδα είναι μεγάλος ποιητής του 20ού αιώνα και ένας από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών. Γεννήθηκε στη Χιλή. Λάτρεψε την πατρίδα του και την τραγούδησε με το ίδιο πάθος που τραγούδησε το σεβασμό στον άνθρωπο και στην ελευθερία της πατρίδας.

Πέθανε στη Χιλή. Πρεσβευτής όντας στο Παρίσι γύρισε σ' αυτήν, άρρωστος και αντί να ξαναφύγει για το Παρίσι σε στιγμές κινδύνου, προτίμησε να μείνει και να χαθεί κοντά της. Αυτό συνέβη την περασμένη βδομάδα, στις 24 Σεπτεμβρίου του 1973, στις 4.30' το πρωί. Ήταν μόνο 69 χρονών.

Είχε τιμηθεί με όλα τα βραβεία Ειρήνης: το Νόμπελ, το Ζολιό - Κουρί, το Λένιν, Εθνικά Αριστεία Γραμμάτων, Ενώσεων Συγγραφέων κτλ.

Τα χρήματα του, που όλα προέρχονται μόνο από την ποίηση του ξόδευε αγοράζοντας βιβλία που τελικά αποτέλεσαν τη θαυμάσια «Βιβλιοθήκη Π. Νερούδα», που εδώρησε στο Πανεπιστήμιο της Χιλής στο Σαντιάγο. Εκείνο με τη σειρά του τιμώντας το εξαίρετο παιδί της, ίδρυσε το «Ινστιτούτο Πάβλο Νερούδα για τη μελέτη της Ποίησης», επί της υπουργείας στην παιδεία του δον Χουάν Μίγιας.

Σε ολόκληρη την ισπανόγλωσση Αμερική, βόρεια, κεντρική και νότια, δυο είναι τα Νόμπελ Ποίησης: και τα δυο τα έχει η Χιλή, το πρώτο πήρε στα 1945 η Γαβριέλα Μιστράλ, δασκάλα και δασκάλα του Νερούδα στα δέκα του χρόνια και το δεύτερο ο Πάβλο Νερούδα το 1971. Η ποίηση του, απέραντη, αγκάλιασε τα πάντα, τον άνθρωπο μόνο του, τον άνθρωπο με τον άνθρωπο, τον άνθρωπο με την κοινωνία, τον άνθρωπο με το σύμπαν.

Γι' αυτό είναι τα πάντα: είναι ερωτική, πολιτική, φιλοσοφική, χιουμοριστική, ρωμαντική, κλασσική, μπαρόκκο... Έτσι είναι: Βαθύς και πλατύς σαν τη Δημιουργία. Χαρακτηριστική η απάντηση που δίνει σε ένα χρονογράφημα του: Ποιος θάναι ο πιο μοντέρνος ποιητής του έτους 2000; Μα, ο παππούς! Ο Όμηρος!

Ήταν ακούραστος, ζωηρός, γοητευτικός, νταντελένιος διπλωμάτης και ακόμα πιο νταντελένιος εραστής. Από κει βγήκαν τα σχεδόν εφηβικά αριστουργηματικά του «Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και ένα Τραγούδι Απελπισμένο», τα «Εκατό Σονέττα για τη Ματίλντε», το «Όλος ο Έρωτας» κτλ.

Η καρδιά μας είναι βαρεία για τον τραγικό θάνατο του. Μα η πίστη μας είναι ακλόνητη πως το έργο του και ο βίος του κρατάνε ακοίμητη την προσπάθεια για την ανθρωποποίηση του ανθρώπου. Κάπου λέει: «Δεν μπορώ όταν οι άνθρωποι δεν είναι άνθρωποι» και κάπου αλλού: «θέλω ο άνθρωπος να είναι άνθρωπος».

Τούτη τη στιγμή η πίστη και η πίεση του υπέροχου Χιλιανού Λαού κατάφερε, ύστερα από τόσα χρόνια στυγνής δικτατορίας, να πουλιέται ο Νερούδα σα να μη συνέβαινε τίποτα. Η Ματίλντε Ουρρούτια, η γλυκεία ηρωική και πιο τραγουδισμένη γυναίκα σ' όλη την Ιστορία της ποίησης, κατάφερε να σώσει το σπίτι της Ίσλα Νέγρα και να στέκει -δωρική κολώνα- αγέρωχη μπροστά στο ξεδοντιασμένο θηρίο του αποικιοκρατικού αίσχους, δεν μπορεί να βλάψει πια ούτε τη μνήμη -το προσπάθησε- ούτε το έργο του Ποιητή.

Δανάη

Πηγές
- Πάβλο Νερούδα, Εστραβαγάριο, Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου, Εκδόσεις Ζυγός.
- Πάβλο Νερούδα, Ανθολόγιο – Είκοσι Ποιήματα Αγάπης και Ένα τραγούδι Απελπισμένο, Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου, Εκδόσεις Ζυγός.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
- Πάβλο Νερούδα, Βικιπαίδεια.
- Δανάη Στρατηγοπούλου: «Αηδόνι» του τραγουδιού και του αγώνα, Ριζοσπάστης, 20-01-2009.

19/8/10

Η επίδραση του ήλιου

Στον Κωστή που ανέτειλε πριν από 23 χρόνια με την ευχή να μεσουρανεί για πολλά-πολλά ακόμη κι ακόμη... σαν ήλιος!

Βασίλι Καντίνσκι, Άτιτλο, 1941, Μουσείο Σολομών Ρ. Γκούγκενχαϊμ, Νέα Υόρκη.

Σαν έφυγαν όλοι και ξανάρχισε να συγυρίζει
απ΄ την αρχή το σπίτι,
ένιωσε αυτή την καθημερινή επανάληψη
να της λύνει τα γόνατα.
Κι άξαφνα
κατάλαβε τον ήλιο από τις λάμψεις που τίναζαν
τα πιρούνια στην κουζίνα
σαν ένα σμήνος ολόχρυσα πουλιά φωτίζοντας
τους τοίχους.
Τότε έβγαλε την ποδιά της, την ακούμπησε
στη ράχη της καρέκλας
και σκούπισε τα μάτια της.
Ο κόσμος, λοιπόν, είναι ολόχρυσος.

Γιάννης Ρίτσος
Θερινό Φροντιστήριο 1953-1964

19/7/10

Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

του Γιώργου Μαρκόπουλου
από την προ των Τραπεζών εποχή

Το σπίτι του Βίνσεντ βαν Γκογκ στην Αρλ (Το κίτρινο σπίτι), 1888, Μουσείο βαν Γκογκ, Άμστερνταμ.

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, Κυριακὲς στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...
Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν...
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας.

Γι αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια.

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.


-Ο Γ. Μαρκόπουλος και τα ποιήματά του
-Μεγέθυνση με διαμεσολαβητή το κράτος, Ριζοσπάστης, 18-07-2010

12/2/10

Άρτζι μπούρτζι και λουλάς

Αυτή τη φράση χρησιμοποιούμε, συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε γεγονότα, καταστάσεις ή και κείμενα στα οποία επικρατεί χάος, με την απουσία κάθε λογικής συνοχής. Μάλιστα τη δεκαετία του ΄70 ορισμένα «ζωηρά» αγόρια του Α΄ Γυμνάσιου Αρρένων Αιγάλεω (ενιαίο τότε με το λύκειο) την εμπλούτιζαν, σκαρώνοντας κατά καιρούς επόμενους στίχους όπως: «Άρτζι μπούρτζι και λουλάς/ζήτω η ορεινή Ελλάς/Συνταγματάρχης Ζορμπαλάς/ φάτηνε και μη μιλάς», ώστε να περιγράψουν με γλαφυρό τρόπο τις σχολικές δραστηριότητες. Εκείνα τα χρόνια δεν ξέραμε την προέλευση της φράσης, ωστόσο ρίχναμε πολύ γέλιο «οι ανήλικες κορασίδες» επαναλαμβάνοντας ψιθυριστά την ώρα του μαθήματος τα σκωπτικά ποιήματα των αγοριών.

Η σκέψη για την παρουσίαση της προέλευσής της προήλθε με αφορμή αφενός τις Απόκριες και αφετέρου την δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει τουλάχιστον εμείς οι μισθωτοί με πρωτοφανείς, σε αριθμό, ληστείες, απόπειρες αυτοκτονίας και άλλες ακραίες εκδηλώσεις σε συνδυασμό πάντα με την εξαφάνιση, πιθανόν εντός των καλπών, των «χρημάτων που υπήρχαν». Εξάλλου οι πόλεις αυτή τη χρονιά δεν θυμίζουν ούτε στο ελάχιστο την Αποκριά. Σε τέτοιο σημείο που οι μη έχοντες μικρά παιδιά είναι πολύ εύκολο να ξεχάσουμε και το λόγο της αργίας της Δευτέρας. Και βέβαια, οι αφορμές είναι δύο όπως δύο και οι εκδοχές της φράσης αυτής.
.
Αναφέρεται ότι οι χαρταετοί πρωτοεμφανίσθηκαν στην Κίνα πριν από 3.000 χρόνια. Αναμφισβήτητα όμως τέτοια δόξα δεν είχαν ποτέ άλλοτε. (Ξανα) ακούστε το πέταγμά τους. Αξίζει!.


Η μία εκδοχή χρονολογείται από την εποχή του Καποδίστρια, όταν αρκετοί οπλαρχηγοί μαζεύονταν στην πρώτη πρωτεύουσα της χώρας, στο Ναύπλιο, ζητώντας από τον νεοδιορισμένο Κυβερνήτη να τους ενισχύσει οικονομικά αλλά και να τους κάνει διάφορα ρουσφέτια, μια κι όπως έχουμε ξανακουβεντιάσει οι «ανάγκες για τέτοιες ενισχύσεις» αποτελούν γονιδιακό στοιχείο της φυλής μας. Ο Καποδίστριας έχοντας γνώση των ανύπαρκτων, ουσιαστικά, οικονομικών της χώρας, προσπαθούσε να τους δώσει ό,τι μπορούσε αλλά κάποια στιγμή αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να τους γνωστοποιήσει την οικονομική ανυπαρξία της χώρας. Τότε οι οπλαρχηγοί φούντωσαν. Τους ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και προειδοποίησαν τον Καποδίστρια με τα εξής λόγια: «Άκου δω, κυρ Γιάννη. Αν δεν μας τακτοποιήσεις στα γρήγορα, θα πάρουμε τα αρκεβούζια και τον λουλά μας και θα τα στήσουμε στο πέρασμα του Αναπλιού. Όποιος πλούσιος θα πέφτει κατά κείθε, θα τον γραπώνουμε και θα του παίρνουμε τα λύτρα».
.

Στον προπολεμικό Πειραιά καρνάβαλο ονόμαζαν ένα παράξενο ιππήλατο με το οποίο μετέφεραν μια μεγάλη σκάλα για την επισκευή των καλωδίων του τραμ. Αντιλαμβάνεστε το κομφούζιο που θα επικρατούσε κατά τη μεταφορά των προπολεμικών εναεριτών που βρίσκονταν επάνω στη σκαλωσιά σε όλη τη διάρκεια του.. ταξιδιού προς το σημείο της βλάβης! Από εκεί προέρχονται και οι γνωστές φράσεις «περνάει ο καρνάβαλος» και «άντε ρε καρνάβαλε»..


Να σημειωθεί ότι οι εν λόγω άνθρωποι δεν ήταν οπλαρχηγοί κατ΄ ευφημισμόν, καθώς δεν είχαν παραδώσει ακόμη τον οπλισμό τους. Με τη θερμή παράκληση να αποφύγετε κάθε πειραματική ιδέα, θυμίζουμε ότι τα αρκεβούζια ήταν φορητά πυροβόλα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στη δυτική Ευρώπη τον 15ο αιώνα και μέχρι τον 17ο. Αρχικά ήταν πολύ βαριά και ιδιαίτερα δύσχρηστα ενώ αποτελούνταν από μια σιδερένια κάνη εφαρμοσμένη σε ξύλινο στήριγμα, ικανή να διαπεράσει μέχρι και πανοπλία. Αρχικά εκσφενδόνιζε πέτρες και αργότερα η γόμωση γινόταν με μαύρη πυρίτιδα, με σιδερένια ή μολυβένια σφαιρίδια. Τα συστήματα ήταν ποικίλα όπως εξωτερικής πυροδότησης με τη βοήθεια πυρακτωμένης ράβδου ή αναμμένου κάρβουνου, θαλάμης που γέμιζε από την πίσω πλευρά και τροχού με την τριβή επί πυρόλιθου. Η ονομασία τους προέρχεται από τη γερμανική λέξη Hakenbüchse και αυτή πιθανόν από την ολλανδική haakbus που σημαίνει «όπλο-γάντζος». Επίσης αξίζει να θυμίσουμε ότι ο λουλάς αποτελεί την εστία του ναργιλέ ή της σύριγγας για το κάπνισμα. Πρόκειται για μικρή διάτρητη στον πυθμένα κεραμική εστία μέσα στην οποία τοποθετείται το τουμπεκί, ο ειδικός καπνός για ναργιλέ δηλαδή, ενώ στην περίπτωση που η συσκευή χρησιμοποιείται σε ανοικτούς χώρους ο λουλάς σκεπάζεται με επίσης διάτρητο κάλυμμα. Γνωστό εξάλλου και τραγούδι του Μητσάκη «όταν καπνίζει ο λουλάς/εσύ δεν πρέπει να μιλάς/ Κοίταξε τριγύρω οι μάγκες/κάνουν κάνουν όλοι τουμπεκί». Τώρα ποιος τον καπνίζει, ποιος κάνει τουμπεκί και ποιος δεν πρέπει να μιλά είναι μια άλλη ιστορία.

Συνεχίζοντας με την άλλη εκδοχή, επίσης επίκαιρη, για την προέλευση της φράσης «Άρτζι μπούρτζι και λουλάς», τη βρίσκουμε να πηγάζει από έναν άλλο χώρο. Πράγματι αναφέρεται ότι ο Δάσκαλος των Αρμενίων Σέργιος είχε συντροφιά του έναν πιστό σκύλο που τον λάτρευε κυριολεκτικά. Ο άτυχος όμως Αρτζιβάριος, όπως τον έλεγαν, κάποτε βρήκε τραγικό θάνατο από θηρία. Ο Σέργιος τότε έπεσε σε βαριά θλίψη και δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του για μια ολόκληρη εβδομάδα που συμπίπτει με τη δική μας πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς (άνοιγμα Τριωδίου). Με τα χρόνια όμως η εβδομάδα νηστείας επιβλήθηκε σε όλους τους Αρμένιους οι οποίοι την τηρούν απαρέγκλιτα αντίθετα από τους άλλους Ορθόδοξους που την καταπατούν συχνά με γαστριμαργικές… ακολασίες. Τώρα το πώς ενισχύεται η συγκεκριμένη προέλευση της φράσης, αφού λείπει η λέξη λουλάς, εικάζουμε ότι αυτός περιλαμβάνεται στις ακολασίες της εβδομάδας «νηστείας».

Καλή Αποκριά

Πηγές
-Νατσούλης Τ. (1990) Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις, Δ΄ Έκδοση, Αθήνα: εκδ. Σμυρνιωτάκης, σ.σ. 82-83.
-Εγκυκλοπαίδεια «δομή» (2000), τομ. 3ος, Αθήνα: εκδ. Δομή ΑΕ.
-Arquebus, Wikipedia.
-Ναργιλές, Βικιπαίδεια.
-Όταν καπνίζει ο λουλάς, Στίχοι.
-Αρμένιοι, Αρμένικη Εθνική Επιτροπή Ελλάδος.
-Η ιστορία του Χαρταετού, Αφιέρωμα matia.gr.
-Καρνάβαλος (όχημα), Βικιπαίδεια.

31/12/09

Η πρωτοχρονιά του νέγρου

Με τις πιο όμορφες και πιο ζεστές ευχές για μια Καλύτερη Χρονιά γεμάτη από Υγεία και Επιτυχίες. Μαζί κι ένα γαλλικό παραμύθι που μόνο σε μυθικούς χρόνους δεν μας ταξιδεύει. Άλλωστε αν δεν μας δημιουργούσε συνειρμούς δεν θα ήταν παραμύθι, θα ήταν ένα απλό ψέμα. Σας το χαρίζουμε με την ελπίδα ότι θα σας βοηθήσει να απολαύσετε τον δικό σας ήλιο χωρίς να παραμερίσετε εκείνον του διπλανού, Έλληνα ή ξένου, μαύρου ή λευκού, γυναίκας ή άνδρα, νέου ή γέρου, απλώς χρήσιμου ή αγαπημένου, ανθρώπου τέλος πάντων. Γιατί, μέχρι σήμερα, κανένας ήλιος δεν έχει χωρέσει στα σκουπίδια..
Τέσσερα κομμένα ηλιοτρόπια, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1887.
.Ο ήλιος δεν είχε φανεί τούτο το πρωινό, ούτε το προηγούμενο, ούτε και κανένα άλλο πρωινό, όλες τις μελαγχολικές τούτες μέρες, ενός ακόμη πιο μελαγχολικού τέλους του χρόνου. Ένας ήλιος γκρίζος σ΄ έναν πιο γκρίζο και πιο μουντό ουρανό. Από τον φουσκωμένο Σηκουάνα που τα κιτρινισμένα νερά του παράσερναν θάμνους και πλημμύριζαν υδατοφράκτες και αποβάθρες, αναδύονταν μια ομίχλη που τον έκανε να φαντάζει ακόμη πιο πλατύς, μια πυκνή ομίχλη –σκιά και φάντασμα του ποταμού- που υπερπηδώντας το περίφραγμα, πότιζε τα σπίτια με τ΄ απαλά της κύματα και γιόμιζε με μελαγχολία τις χαρούμενες μικρές προθήκες.

Η προκυμαία ήταν έρημη∙ μονάχα κάποιος νέγρος στεκόταν ακίνητος μπροστά σε μια βιτρίνα και κοίταζε κάτι μικροσκοπικές σέρες με κάτι ακόμη πιο μικροσκοπικά φυτά, που με τις αιχμηρές τους άκρες και τους ελικοειδείς κορμούς τους φάνταζαν μικρογραφία τροπικού τοπίου. Με τα παιδιάστικα μάτια του, όπου η ξενιτιά είχε σταλάξει τόση θλίψη, ο κακόμοιρος γέρο-νέγρος, τουρτουρίζοντας από το κρύο, φανταζόταν πως έβλεπε, ανάμεσα από τα φύλλα του καχεκτικού κάκτου και της ραχιτικής αλόης, τους ανάλαφρους λόφους κάποιας όασης της πατρίδας του να αχνοφαίνονται σε κάποιον μακρινό αντικατοπτρισμό και την απέραντη κοιλάδα να τελειώνει ΄κει κάτω στον ορίζοντα σε μια λευκή γραμμή, που ΄ρχονταν σε τέλεια αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο ουρανό.

Έμεινε ΄κει ώρα πολλή, σαν σε έκσταση, ο κακόμοιρος ο νέγρος∙ ύστερα απομακρύνθηκε λιγάκι, για να σταθεί και πάλι σε κάποιαν άλλη βιτρίνα, όπου πίσω από το γυαλιστερό πλέγμα των μεγάλων κλουβιών πετούσαν και ξεφώνιζαν χαρούμενα κάθε είδους πολύχρωμα πουλιά, που πάνω στις φτερούγες τους ήταν χαραγμένη η χαρά κάποιας ηλιόλουστης χώρας.

Εδώ ο νέγρος μελαγχόλησε: «Πουλιά, αδέλφια μου», έμοιαζε να λέει, «ποιο να ΄ναι άραγε το μυστικό σας, που σας κάνει να ζείτε έτσι χαρούμενα κι ευτυχισμένα σε τόσο κρύα κλίματα; Κι εγώ προσπάθησα σαν κι εσάς, με το μπλε σακάκι μου, το κόκκινο γιλέκο μου, την κίτρινη γραβάτα μου, αλλά αλίμονο, δε φτάνει μόνο η λάμψη των ζωηρών χρωμάτων για να νιώσω λίγη ζεστασιά…»

Ξαφνικά, ο νέγρος χτύπησε τις παλάμες του στο μέτωπό του και το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. Μια καταπληκτική είδηση ήταν η αιτία της ικανοποίησης αλλά και της έκπληξής του∙ πίσω από το τζάμι της βιτρίνας κρεμόταν μια πινακίδα που έγραφε: Ήλιος για Παπαγάλους. «Ήλιος για παπαγάλους;» αναρωτήθηκε. «Έτσι εξηγούνται όλα», μονολόγησε ο νέγρος. «Διάβολε, τούτο ήταν το μυστικό!... Ήλιος για παπαγάλους!... Να, λοιπόν, γιατί μπορούν να ζουν οι παπαγάλοι στο Παρίσι. Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία!... Το δίχως άλλο θα ΄ναι ήλιος σε ράβδους, σαν εκείνες τις χρυσές ράβδους που τ΄ απογέματα του καλοκαιριού ξεγλιστρούν μες στα σπίτια από τα κακοκλεισμένα παντζούρια κι οι άνθρωποι τις μαζεύουν και τις κόβουν σε μικρά κομμάτια. Ήλιος για παπαγάλους λοιπόν! Ίσως μάλιστα να τις πουλούν και σε μπουκάλια. Γι΄ αυτό είναι μια χαρά οι φιλαράκοι! Αφού όμως κάνει τόσο καλό στους παπαγάλους, γιατί να μην κάνει καλό και στους νέγρους;»

Και γιομάτος περηφάνια για την ανακάλυψή του. Αφού πρώτα έψαξε τις τσέπες του μπήκε στο μαγαζί.
-Ήλιο, παρακαλώ, κερία∙ πέντε ντεκάρες ήλιο για καημένο μαύρο…, μουρμούρισε ακαταλαβίστικα στην κυρία του καταστήματος∙ κι εκείνη, χωρίς φυσικά να φαντάζεται τι προσδοκίες είχε ο νέγρος, του γέμισε, σ΄ αντάλλαγμα για τα χρήματα που της έδωσε, ένα μεγάλο χάρτινο χωνί, μαύρα γυαλιστερά σπόρια.

Ο νέγρος έφυγε ακτινοβολώντας από χαρά, ζεσταμένος πια, κουβαλώντας πέντε δεκάρες ήλιο μέσα σ΄ ένα γκρίζο χάρτινο χωνί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, επειδή η ομίχλη είχε διαλυθεί, μια αχτίδα ήλιου τρεμόλαμψε σ΄ ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού, που φάνηκε ανάμεσα από τα μολυβένια σύννεφα.

Κι εγώ δεν είχα το θάρρος –γιατί δεν πρέπει να αφαιρούμε την ψευδαίσθηση από κανέναν-, δεν είχα το θάρρος να του πω ότι αυτό που είχε αγοράσει για τη δική του Πρωτοχρονιά ο γέρο-νέγρος δεν ήταν παρά λίγα γραμμάρια σπόροι ηλιοτρόπιου, φυτού που κοινώς ονομάζεται ήλιος και που οι ηλικιωμένες κυρίες συνηθίζουν να δίνουν στα παπαγαλάκια για λειχουδιά!...

Το παραμύθι ανήκει στον Γάλλο ποιητή, πεζογράφο, και θεατρικό συγγραφέα Paul Arène (1843-1896) που όπως και ο Βίνσεντ βαν Γκογκ αναζητούσε τον ήλιο, νιώθοντας στο Παρίσι ως εξόριστος. Πέθανε μόνος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Η παρούσα μετάφραση έγινε από την Καίτη Κάστρο και περιλαμβάνεται στη συλλογή με τίτλο «Διηγήματα ξένων συγγραφέων για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά» (1989), εκδ. Gutenberg, με την επιμέλεια των Δ. Αρμάου και Ξ. Μπρουτζάκη.