Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/13

2014


Ο Νικολάς Γκιγιέν (1902-1989) θεωρείται ο Εθνικός Ποιητής της Κούβας, σύμβολο του αγώνα για την κατάργηση των ταξικών και φυλετικών διακρίσεων. 


Η τέχνη του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρντ Μουνκ (1863-1944) θεωρήθηκε «εκφυλισμένη» από τους Ναζί και με την άνοδό τους στην εξουσία απέσυραν όλα τα έργα του από τις γερμανικές πινακοθήκες.

19/12/13

Αυλαία...

Σάββας Παπανικολάου (1966-2013)


Κάποτε θα ΄φευγες, και θα ΄µουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έµαθε
κάποτε, κάπου, µια φορά,
ένα µονάχα τρόπο να ΄ναι·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
µια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, µια φορά,
να µας συντρίψουν.
(Κι όµως, καθένας έµαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)

Κάποτε θα ΄φευγες· πως ήταν
κάποια στιγµή που φάνηκε να σµίγουν
δρόµοι σαφώς ασύµβατοι, δεν έχει σηµασία:
νύχτα, κι η νύχτα, µια φορά
τουλάχιστον, θα κάµψει την κάθε διαφορά.
Όσο για µας: αυτό που φεύγει και µακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ΄ ό,τι φεύγεται και µένει.


Γιώργος Μπλάνας, Νύχτα,  Ποίημα 9, Νεφέλη 1991.

16/11/13

«Επαναστάτες»


Γιώργος Βακιρτζής, 1974, από το Καραχρήστος Σ. (1984) Ελληνικές Αφίσες, Κέδρος.


Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» -
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το “Κάπιταλ” του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.


Γιάννης Ρίτσος, Τρακτέρ, 1934

28/6/13

Παραμύθι στον γιό μου

της Ιωάννας

Ένα παραμύθι από το βιβλίο του Ναζίμ Χικμέτ (1975) «Το ερωτευμένο σύννεφο». Η μετάφραση έγινε από την Έρα Σαβαΐδου το 1979 μετά από παραγγελία του Τρίτου Προγράμματος του Ραδιοφώνου, από όπου μεταδόθηκαν το διάστημα 1-12-1979 έως 18-1-1980, στην εκπομπή των Ελ. Βλάχου και Μ. Κυρτζάκη «Το ερωτευμένο σύννεφο, λαϊκά παραμύθια της Τουρκίας».

Τα περισσότερα παραμύθια αποτελούν διασκευή των παραδοσιακών, όπως τα είχε συλλέξει ο μεγάλος Τούρκος λαογράφος Μπορατάβ. Ωστόσο, ο Ναζίμ Χικμέτ, εκτός από τη διασκευή, επιχείρησε και έγραψε και ορισμένα, ένα εκ των οποίων και αυτό που παρουσιάζεται. Εξάλλου, ο σπουδαίος ποιητής και δραματουργός συνήθιζε να νανουρίζει το γιο του με ιστορίες αγάπης και ελευθερίας.

Αν και όπως γράφει ο ίδιος ο Ναζίμ Χικμέτ «τα παραμύθια είναι προτιμότερο να τ΄ ακούς παρά να τα διαβάζεις»,  το αναγνωστικό κοινό μπόρεσε να απολαύσει τα παραμύθια από τις εκδόσεις Ύψιλον (1988) σε εικονογράφηση Δημήτρη Καλοκύρη.






Ο Ναζίμ Χικμέτ, αναπαύεται στο σπίτι του στην ΕΣΣΔ, κάτω από τις φωτογραφίες του Μεχμέτ (πηγή).








Μια φορά κι έναν καιρό, γιε μου, μια χρονιά απ' όλες τις χρονιές, σε μια χώρα, ζούσε ένας άνθρωπος με άσπρα γένεια που ήξερε πολλά, πιο πολλά από την καλοσύνη που 'χε στην ψυχή του, και η καλοσύνη της ψυχής του ήτανε πιο πλατιά από τη γνώση του.

Σ' αυτήν τη χώρα, λοιπόν, γιε μου, που ζούσε ο άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, στην πιο μεγάλη πόλη είχανε στήσει ένα άγαλμα. Το άγαλμα που λέμε είχε μάτια αστραφτερά φτιασμένα από πέτρες πολύτιμες, τα μαλλιά του από ατόφιο ασήμι, η κορμοστασιά του από απείραγο χρυσάφι και το μπόι του ίσια με δυο χιλιάδων ανθρώπων. Οι συντοπίτες του ανθρώπου μας με την άσπρη γενειάδα, που είπαμε πως η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, πιστεύανε και προσκυνούσανε σ' αυτό το άγαλμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πιστεύανε πως το άγαλμα που λέμε έδινε και την καλοσύνη και την κακία, και την καλή και την κακή σοδειά, και την ομορφιά και την ασκήμια κι όλα.

Μόνο ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα δεν πίστευε σ' αυτά. Στην αρχή, αυτή του την απιστία την έκρυβε μέσα του. Με τον καιρό όμως το μυστικό του μεγάλωνε, ώσπου έγινε μέσα του μια μεγάλη πέτρα που του βάραινε την ψυχή. Ε, δεν άντεξε, και μια μέρα τρέχει εκεί που ήτανε στημένο τ' άγαλμα και φωνάζει στους συντοπίτες του:

- Καλοί μου συντοπίτες, γιατί πιστεύετε σ' αυτό το άγαλμα με τ' αστραφτερά μάτια και τη μαλαματένια κορμοστασιά; Αυτό, εσείς το φτιάσατε και το στήσατε εδώ. Με το μυαλό σας και με τα χέρια σας. Και τώρα στέκεστε μπροστά του λες κι είναι τούτο ο δημιουργός του μυαλού και των χεριών σας! Εγώ σας λέω: πέρα από κείνο που δεν φαίνεται, πού 'ναι αιώνιο μα και που αλλάζει ασταμάτητα, πέρα από το πλάσμα που δεν πλάστηκε, δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να πιστεύετε. Γκρεμίστε τούτο το άγαλμα, συντοπίτες μου!

Σαν ακούσανε τα λόγια του ανθρώπου που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, οι συντοπίτες του στην αρχή δεν καταλάβανε, ύστερα σαν καταλάβανε τα χάσανε λίγο, ύστερα θύμωσαν και στο τέλος πήρανε πέτρες από καταγής, γιε μου, και τον πετροβολήσανε. Και όχι μόνο μια φορά. Έλα όμως που αυτός δεν το έβαζε κάτω και δεν σώπαινε... Αυτό που νόμιζε σωστό, αυτό που σκεφτότανε, το 'λεγε χωρίς να διστάζει, κι όσο το 'λεγε και το ξανάλεγε τόσο η φωνή του δυνάμωνε, κι όσο η φωνή του δυνάμωνε τόσο ένιωθε και πιο νέος.

Έτσι λοιπόν, γιε μου, ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα απόχτησε την αγέραστη νιότη κάτω απ' τις πέτρες που πέφτανε βροχή. Κείνοι που τον πετροβολούσανε γέρασαν, οι μέσες τους λύγισαν, τα χέρια τους έτρεμαν και δεν μπορούσαν πια να προστατέψουν την πίστη τους, τ' άγαλμά τους. Κι ο άνθρωπος μας που συναπάντησε την αιώνια πίστη, αυτός που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από την γνώση του, αυτός που η ψυχή του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του κι απ' την ψυχή του πιο γενναία, γκρέμισε μόνο με μια γροθιά το άγαλμα πού 'χε το ύψος χιλιάδων ανθρώπων.

Κι εσύ, γιε μου, σαν δεν διστάζεις να λες πως δεν πιστεύεις σ' αυτό που δεν πίστεψες ποτέ, σαν δεν κιοτέψεις τότε που θα σε πετροβολάνε γι΄ αυτό που πιστεύεις, κι εσύ τότε, σαν τον άνθρωπο που ζούσε κάποτε σε κείνη τη χώρα, που η καλοσύνη του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του πάνω από την καλοσύνη του, τότε θα φτάσεις στη αιώνια νιότη, γιε μου...



31/5/13

Νέος Διωγμός


του  Κώστα Βάρναλη

Συνάντησα μια Κυριακή1 σε κάποιαν από τις ακτές του Ευβοϊκού τον Α. Δελμούζο2. Του είπα:

-Όταν συλλογίζεται κανείς πόσοι κόποι μας, πόσα νεανικά μας όνειρα, πόσες θυσίες πάνε χαμένα! Πώς αρχίσαμε και πού τελειώσαμε! Και καμιά ελπίδα δεν υπάρχει να σταματήσει το πισωδρόμημα. Ξαναγυρίσαμε από κει που αρχίσαμε. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας!

-Εγώ, μου απάντησε, εξακολουθώ να πιστεύω. Τίποτα δε χάθηκε για πάντα. Υπάρχουνε πολλοί νέοι ακόμα με ψυχή!

Κούνησα το κεφάλι μου.

-Ο Χατζηδάκις3, πρόσθεσε, με αποκαλούσε «ανόητον ιδεολόγον». Και θέλω να είμαι!

Η οικονομική και πολιτική εξόρμηση της αστικής τάξης επί Βενιζέλου συνέπεσε με την πνευματική της εξόρμηση. Ποτές η Ελλάδα δεν είχε τόσο μεγάλο και τόσο πλούσιον πνευματικόν οργασμό, όσον τότες. Κι αυτός ο πνευματικός οργασμός είτανε συγκεντρωμένος κάτου από τη σημαία του δημοτικισμού.

Και τότες ακριβώς, στο Βόλο, ιδρύθηκε από το Σαράτση4 και το Δελμούζο (νεαρόν τότε παιδαγωγό) το πρώτο σχολείο της Ελλάδας, που καθιέρωσε για όργανο διδασκαλίας τη γλώσσα του λαού και για σκοπό διδασκαλίας τη νεοελληνικήν πραγματικότητα.

Η Αντίδραση: πολιτική, εκκλησιαστική, ακαδημαϊκή (ό,τι χαραχτηριζότανε τότε σα «φαυλοκρατία») κίνησε τη δίκη των «αθέων» κ' έκλεισε το σχολειό! Κι όμως ο αγώνας δε σταμάτησε. Ύστερ΄ από λίγα χρόνια, η δημοτική έμπαινε στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού και γραφότανε το περίφημο Αναγνωσματάριο του Ζαχ. Παπαντωνίου, «Τα Ψηλά Βουνά».

Η προοπτική είτανε τούτη: Κάθε χρόνο να προχωρεί η γλώσσα του λαού κι από μια τάξη, όσο να καταχτήσει όλο το δημοτικό σκολειό - κι από κει προχωρώντας στο ελληνικό, να μπει στο γυμνάσιο κι από το γυμνάσιο στο πανεπιστήμιο... Και πού φτάσαμε; Πίσω! Στά... «ία», στα «ωά» και στην... «αίξ!». Ξαναπέσαμε ως το λαιμό στο βούρκο της φαυλοκρατίας και της αμορφωσιάς. Και το «ξανακύλισμα» είναι θάνατος. Όχι μονάχα πνευματικός, θάνατος καθολικός!

Και ξέρετε τι θα συμβεί; Οι «εθνικόφρονες» λογοτεχνικοί σύλλογοι, οι επίσημοι διανοούμενοι της Αντίδρασης -όλοι τους δημοτικιστές- ή θα σιωπήσουν ή θα υπερθεματίσουν. Με το δικαιολογητικό πως είναι υπέρ του καλώς εννοουμένου δημοτικισμού κ΄ εναντίον των... άκρων!

Και θα δείτε τα εξής σε λίγο: Ο Μητροπολίτης να συγχαίρει τον υπουργό της Παιδείας για την εθνική του τόλμη! Οι Συγκλητικοί του πανεπιστημίου και των άλλων ανωτάτων σχολών να σπεύδουνε στο υπουργείο να υποβάλουν τα συγχαρητήριά τους.

Κι αυτοί ακόμα οι δημοδιδάσκαλοι (άσε πια τους καθηγητάδες της Μέσης!) θα πανηγυρίζουν «επί τη εθνική νίκη» -και το χειρότερο αλλά και το φυσικότερο για ένα έθνος αγράμματο, θα ξαναβρυκολακιάσουνε στην πρωτεύουσα και τις επαρχίες τα παλιά κι αξιολύπητα εκείνα συλλαλητήρια εναντίον των αθέων, των μητραλοιών, των Σλαύων…

Και το ακόμα χειρότερο: ο παλιάς «Παμφοιτητικός» θα μαζέψει και θα κάψει μπροστά στα πολύπαθα Προπύλαια του πανεπιστημίου τα αντεθνικά έργα του Σολωμού, του Παλαμά, του Ψυχάρη, του Πάλλη, του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Σκουζέ...

Όλοι οι «εγγράμματοι» εναντίον των αγραμμάτων! Κι όλοι οι αρχοντοχωριάτες εναντίον των ορεσιβίων!

Σημειώσεις
[1] Ο Κώστας Βάρναλης προσδιορίζει σε υποσημείωση τη χρονιά: 1953.
[2] Ο Αλέξανδρος Δελμούζος υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας. Το όνομά του έχει συνδεθεί με τα «Αθεϊκά» 
[3] Ο Γεώργιος Χατζιδάκις ήταν ο πρώτος καθηγητής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
[4] Ο Βολιώτης γιατρός και πολιτικός Δημήτρης Σαράτσης, υποστήριξε το έργο του Δελμούζου. 


Πηγή: Κώστας Βάρναλης (1983) Αισθητικά-Κριτικά-Σολωμικά, Αθήνα: Κέδρος.

3/5/13

Παιδικά χρόνια


του Γιάννη Ρίτσου

Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Αθήνα, 1941, Αρχείο Βούλας Θεοχάρη,  Μουσείο Μπενάκη. 
Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, ο Τσολάκογλου υπέγραψε πρωτόκολλο παράδοσης της χώρας με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ Ντήτριχ, στο Βοτονόσι του Μετσόβου.





Ποιος λέει ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι τα πιο χαρούμενα, ξέγνοιαστα, ελεύθερα; Όχι, όχι. Τα πιο πικρά, τα πιο βασανισμένα, -να θέλεις, να θέλεις και να μην ξέρεις τι θέλεις, κι οι μεγάλοι να λένε «μη αυτό, μη εκείνο», κι η θάλασσα να 'ναι απέραντη και να μην μπορείς να την πάρεις, και να περνάνε τα βαπόρια μακριά δίχως ν' αράζουν στο νησί μας αφήνοντας μια τούφα λυπημένο καπνό πέρα στο λιόγερμα σαν τον καπνό της Ιθάκης που σε κάνει να μαντεύεις το μακρινό, το αμέτρητο, το άπιαστο, τη στιγμή που εσύ όλα τα θέλεις να τα πιάνεις με τα δάχτυλα σου, να τα μετράς στα δέκα δάχτυλα σου κι αυτό το 10 να 'ναι το Άριστα με κόκκινο μελάνι όχι στα δικά σου τετράδια. Αμ' εκείνος ο μαυροπίνακας του σχολείου; -το πιο μεγάλο ΜΗ, να σου κόβει το κεφάλι με το έμπα της άνοιξης κι η σκόνη της κιμωλίας στα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού σου να σε κάνει ν' ανατριχιάζεις σα ν' άγγιξες την παγωμένη μύτη του πεθαμένου.

Α, η πονεμένη, η γλυκιά παιδιάστικη άγνοια πολιορκημένη απ’ το άγνωστο, σε οικεία ανταπόκριση με το μέσα μας άγνωστο, θαμπωμένη απ’ τις μυριάδες εκείνα τα σπιθίσματα που δεν πυκνώνουν και δε σμίγουν σ' έναν ήλιο (να γίνουμε εμείς ο ήλιος) ούτε διαχέονται ως πέρα πέρα σαν το φως του ήλιου που να φαίνονται όλα ως πίσω απ’ τα βουνά, πίσω απ’ την αχνογραμμένη στον ορίζοντα Κρήτη, στα διάφανα δειλινά, τόσο απλωμένα σα χαμένα, και να φαινόμαστε κι εμείς από παντού, σα να μην ήμασταν καθόλου.

Χώρια πια που τα κορίτσια κάναν ξεχωριστές παρέες και λέγαν τα δικά τους, όλο πσου πσου και γελάκια και λοξές κοροϊδευτικές ματιές σα να ξέρανε τάχα μου αυτές περισσότερα, και κάρφωναν τα μαλλιά τους με κόκκινα και γαλάζια χτενάκια, αλλά, έννοια σου, κι εμείς (κι ας μην είχαμε χτενάκια -είχαμε μια τσατσάρα στην κωλότσεπη του κοντού παντελονιού και σιάχναμε μια χωρίστρα «μερακλαντάν», που 'λεγε κι ο Κάβουρας) κάναμε τις δικές μας παρέες και λέγαμε τα δικά μας που ήταν ολότελα διαφορετικά απ’ τα δικά τους, κι ήμασταν λυπημένοι και θυμωμένοι και σκαρφαλώναμε ως πάνου στα δέντρα κι αμολάγαμε μεγάλους χαρταϊτούς ως τα μεσούρανα και παίζαμε τις μεγάλες αμάδες (άντε, ρε παρτσακλά, να ρίχτε και λόου σας μια τέτοια άμάδα)∙  κι εκείνες παίζαν στην άλλη άκρη της Μεγάλης Ντάπιας της Χρυσαφίτισσας κάτι δικά τους σαχλοπαίχνιδα, το κουτσό, την τυφλόμυγα, και χαχανίζανε σαν καρακάξες, γι' αυτό (καλά τους κάνανε) δεν τις αφήνανε να μπαίνουνε στο ιερό της εκκλησίας του Ελκομένου (όξω οι γυναίκες), ενώ εμείς τ' αγόρια καθόμασταν σ' όλη τη λειτουργία μες στο Ιερό και τα λέγαμε, και πότε πότε φορούσαμε κάτι άσπρα φουστάνια με χρυσό σειρήτι στο λαιμό (δεν είχαν κουμπιά, τα περνούσαμε απ’ το κεφάλι και ξεχτενιζόμαστε, μα είχαμε πάντα την τσατσαρίτσα μας), βγαίναμε απ’ τη δεξιά πύλη του ιερού, όχι απ’ τη μεσαία Ωραία Πύλη, περπατούσαμε σοβαρά, με τα εξαφτέρουγα ψηλά, κοιτάζοντας ίσα μπροστά κι ούτε που ρίχναμε μια ματιά στα κορίτσια∙ ύστερα γυρίζαμε πάλι στο ιερό, προνομιούχοι εμείς, παιδιά του δημοτικού και του σχολαρχείου, καθόμασταν στον μεγάλο καναπέ (παράξενο, είχε έναν καναπέ στο ιερό) και ψιλολέγαμε τα δικά μας (όχι για τα μαθήματα) για κολύμπια, ψαρέματα, καβουρομάνες, χταπόδια, πανιά, γλάρους, καρχαρίες, για τον Ιωνά στην κοιλιά του σκυλόψαρου που το λέγανε «κήτος», για τα πουλιά μας και τα αποκάτου απ’ τα πουλιά μας, ψιθυριστά μη μας ακούνε κι οι Άγιοι οι ζωγραφιστοί στους τοίχους, ιδίως εκείνο το κομμένο κεφάλι του Αι Γιάννη στο δίσκο της Σαλώμης -βρε την άτιμη, τον φίλαγε, λέει, στα χείλια και τα αίματα τρέχανε στα σαγόνια της∙ μα πιο πολύ απ’ όλα μιλάγανε (οι άλλοι σε μένα) για τη μεγάλη αδερφή, μου τη Νίνα (με περνούσε έντεκα χρόνια) που ήταν όμορφη σαν άγγελος, κι όταν λουζόταν κι έβγαινε στην αυλή να στεγνώσουν στον ήλιο τα χρυσά σκάλες σκάλες μαλλιά της, πυκνά και μακριά ως κάτω απ’ τη μέση της, και λαμποκόπαγε ολόγυρα ο τόπος, τα βενετσιάνικα τειχιά, τα καραούλια, οι βίγλες, όλος ο βράχος της Μονοβασιάς, οι τρούλοι του Άι Νικόλα, του Άι Γιώργη κι η αγορά με τα μικρά μπακάλικα, τα τσαγκαράδικα, το φαναρτζίδικο, και στρέφαν όλοι για να δουν από που βγαίνει αυτό το φως και ξέρανε πως είναι η Νίνα ή στο μπαλκόνι ή στην αυλή μας∙ κι όλα τ' αδέρφια και πρωτοξαδέρφια του πατέρα μου, παντρεμένοι ή ανύπαντροι, ήταν ερωτευμένοι με τη Νίνα∙ κάθε φορά που πήγαιναν ταξίδι στην Αθήνα ή στο εξωτερικό της κουβαλούσανε βραχιόλια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κολιέδες, μεταξωτά φορέματα, τούλια, ταφτάδες, οργκαντίνες και βελούδα τριανταφυλλένια, θαλασσιά και βιολετιά, κιβώτια σαμπάνιες, μπρικ και μαυροχάβιαρο κι ένα σωρό καλούδια∙ μα και τα πιτσιρίκια του δημοτικού και τα παιδόπουλα του σχολαρχείου, κι αυτά ερωτευμένα∙ εκεί, λοιπόν, που καθόμουν στον καναπέ, μες στο ιερό, έρχονταν ένας ένας, σκύβανε στ' αυτί μου και μου λέγαν «άμα μεγαλώσω θα μου δώσεις γυναίκα μου τη Νίνα;»∙ κι εγώ καμάρωνα κι έλεγα σ' όλους «ναι» ιδίως ο Αργύρης (14χρονος πια, στο σχολαρχείο, ομορφόπαιδο, κι είχε βγάλει μεγάλες τρίχες στα πόδια κι έσκαγε στο πάνου χείλι μαύρο μαύρο το μουστακάκι του, μελαχρινός με ολογάλανα μάτια), ο Αργύρης, λοιπόν, με διπλάρωνε, στριμωχνόταν στο πλευρό μου μόλις άδειαζε μια θέση στον καναπέ και μου 'λεγε, μου 'λεγε για τη Νίνα, δε με ρωτούσε αν θα του την δώσω, αυτός μωρέ μάτια μου θα την έπαιρνε με το σπαθί του «και τι νομίζεις» σε δυο μήνες θα βάλω μακριά παντελόνια «θα 'μαστε ταιριαστοί∙ θα μου στείλει λεφτά ο μπάρμπας μου απ’ την Αμέρικα να πάρω τα δαχτυλίδια του αρραβώνα και σε τρία χρονάκια θα 'μαι μεγάλος να την παντρευτώ»∙ μα εγώ έκανα τον δύσκολο, γιατί ο Αργύρης ήταν πολύ όμορφος, δυνατός, καλοδεμένος και μ' άρεσε πιότερο απ’ όλους τους άλλους για τη Νίνα μας' «ναι, μα δε θα την πειράξεις όσο θα 'σαστε αρραβωνιασμένοι»∙ «μα την Παναγιά, που μας βλέπει απ’ αντίκρυ∙ ούτε με το μικρό μου δάχτυλο στο μάγουλο της»∙ «κι άμα παντρευτείτε;»∙ «ε, τότες θα γίνει»∙ «ναι, μα η Παναγία που ορκίστηκες μόνο τον κρίνο μύρισε»∙ «ώρα είναι να μου πεις και για τους πελαργούς∙ δεν αφήνεις τις σάχλες, ρε Ίων αυτά 'ναι για μωρά παιδιά». Μ' άρεσε πιο πολύ που μίλαγε σαν αντράκι σίγουρα θα τα πω της Νίνας, να τον πάρει∙ κι ας τολμούσε τότε κάνα παιδί να μου κάνει τον καμπόσο∙ θα τον έσπαγε ο Αργύρης στο ξύλο.

Όμορφες ώρες περνάγαμε στα νυχτερινά εκκλησιάσματα. Κι οι  Άγιοι μας κοιτάζανε σα φίλοι μας∙ καταλάβαιναν κάτι θα ξέραν κι αυτοί∙ ποτέ δε μας μάλωναν. Μα τα καλύτερα νυχτέρια μας ήταν τη Μεγάλη Βδομάδα, ιδίως τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα Ευαγγέλια που κράταγε πολύ και βρίσκαμε καιρό να λέμε και να λέμε, μεθυσμένοι απ’ τις ψαλμουδιές, απ’ το λιβάνι, απ’ τη μυρωδιά του λιωμένου κεριού, απ’ τις φλόγες και κάτι άλλο που δεν ξέραμε να το πούμε βαθιά μέσα μας που πολύ αργότερα το 'παμε «ένδοξο πόνο» κι άλλος το 'πε «σμίξιμο του έρωτα και του θανάτου», μακρινές υποψίες, μαντέματα, βάγια, δάφνες, ταπεινοσύνη, περηφάνια, ένα γυμνό σώμα κι ένα άλλο, το φτωχό ξυλουργείο, ένα πηγάδι, ένα άγνωστο χαμένο διαμάντι στη λάσπη, το σηκώνεις, το καθαρίζεις με τα δάχτυλά σου, λάμπει, σκουπίζεις τα δάχτυλά σου στο σακάκι σου, κι είσαι καθαρός και θέλεις να το χαρίσεις στην Ιουδήθ, στη θέση της είναι η Σιωπή που όλα τα ξέρει και δεν τα λέει, και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι Ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει για ν' ακούσει, και τ' άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να 'ναι λυπημένος ο κόσμος κι η Θεια Σταθούλα κι η κυρα Παρασκευούλα κι ο μπάρμπα Γιάννος που 'χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι' αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, γιατί μια και υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ' άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι υστέρα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά, ν' ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να 'φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα — δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες.

«Ίων, Ίων» με φώναζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο».  Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ' αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως, την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον εχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;).

Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το 'πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιόν;», «το Χρίστο, ντε∙ μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά∙ «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα -λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ».

Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πώς το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήρι του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να 'ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα 'φτιαξα στεφάνι και Του 'βγαλα τον ακάνθινον στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το 'χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπάτης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να 'βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ' αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό∙ -θα το φορέσει- είπε -το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

ΑΘΗΝΑ, 11.1.84

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ίσως να ΄ναι κι έτσι, Κέδρος, 1984, σελ. 54-63

15/4/13

Ξανά από τις στάχτες


1924-2013


Γι΄ αυτό είναι που σκάβω με τα νύχια μου
αυτές τις ξηρές ημερομηνίες
μήπως αστράψει κάποτες μια λύση

Μιχάλης  Κατσαρός

11/3/13

Παιδικισμός ή το παραμύθι της άσπρης αρκούδας


Ένα διαχρονικά επίκαιρο δοκίμιο του Κώστα Βάρναλη

Μια φορά κ' έναν καιρό ανέβηκε ένας χωριάτης σ' ένα ψηλό και μακρινό βουνό να συμβουλευτεί κάποιο μάγο, πώς θα μπορέσει να γίνει πλούσιος. Ο μάγος του είπε: άμα γυρίσεις στο σπίτι σου, να πάρεις μια χύτρα με νερό, να τη βάλεις απάνου στη φωτιά και την ώρα που θ'  αρχίσ'  η βράση να ρίξεις μέσα μια φούχτα αλάτι.

Καθώς ο χωριάτης κατέβαινε το βουνό με την πολύτιμη συνταγή, συλλογιζότανε, πως η συνταγή αυτή είτανε πολύ απλή. Κι άρχισε να πονηρεύεται. Στάθηκε λοιπόν μια στιγμή και γυρίζοντας το κεφάλι του προς την κορφή, όπου στεκότανε ο μάγος, τόνε ρώτησε με όλη τη δύναμη της φωνής του :

-Μήπως έχει κι άλλο τίποτα να κάνω;
-Αφού επιμένεις, σου το λέω. Την ώρα που θα ρίχνεις τ' αλάτι, να μη βάλεις στο νου σου την... άσπρη αρκούδα.

Όσο λοιπόν μπόρεσε ο χωριάτης να μη θυμάται την άσπρη αρκούδα κάθε φορά, που έκαμνε και ξανάκαμνε τα μάγια του, άλλο τόσο θα μπορέσει ένας λογικός και μορφωμένος άνθρωπος να ξεχάσει τη λογική του, τις γνώσεις του και την πείρα του και να γίνει μωρό την ώρα που δημιουργεί. Αλλ' ένας από γεννησιμιό του μωρός είναι πολύ εύκολο να μείνει «τοιούτος» σε όλη του τη ζωή.


Με αυτό το παραμύθι και αυτό το ηθικό δίδαγμα, ο Κώστας Βάρναλης ολοκληρώνει το δοκίμιο με τίτλο «Παιδικισμός ή το παραμύθι της άσπρης αρκούδας», το οποίο αποτελεί μέρος των «Αισθητικών-Κριτικών», όπως συγκεντρώθηκαν αργότερα. Σύμφωνα με τον Τάσο Βουρνά δημοσιεύθηκε ως χρονογράφημα στην εφημερίδα «Πρωΐα» τον Ιούνιο του 1941[1, 2]. 

Ακολουθεί το δοκίμιο το οποίο επιβεβαιώνει ακόμη και σήμερα τον ποιητή για την αναγκαιότητα να βρεθεί επιστημονική εξήγηση (βλ. σημ. 1) τουλάχιστον για το θέμα του  «παλιμπαιδισμού», ως νοσηρό αποτέλεσμα του χρόνιου ξεπεσμού μας.  


   
Όταν οι λαοί χάνουν τα νερά τους (σε περιόδους χρόνιου ξεπεσμού ή ξαφνικών ανατροπών) ζητούνε συνήθως τη σωτηρία τους με τη «φυγή» από την πραγματικότητα. Το σύνθημα της φυγής το δίνουνε οι κατώτεροι των περιστάσεων πνευματικοί ηγέτες, που με την λιγοψυχία τους και την ανεπάρκειά τους αυξάνουν τη σύγχυση και τον πανικό του κοινού.

Η «φυγή» αυτή κατευθύνεται ή προς τα «καλά περασμένα» ή προς το «Εγώ» του καθενός. Η πρώτη φυγή είναι ένα είδος Ψυχοσάββατου : ομαδική έξοδο των ζωντανών προς τους τάφους. Οι λογιότατοι, που πιάνουνε το Έθνος από το λαρύγγι και του χώνουνε το κεφάλι μέσα στο παχνί της αττικής διαλέκτου για να γίνει άνθρωπος∙  οι Κάτωνες, που θέλουνε να ξαναχυθεί η ζωή στα καλούπια των απλών ηθών και του πατριαρχικού βίου των προγόνων οι Αρνητάδες (Αποστολάκης [3] κλπ.) που ζητούνε να ξαναγίνουμε παιδιά για να ξαναβρούμε το σωστό μας δρόμο, είναι όλοι αντιπροσωπευτικοί τύποι της...ψυχοσαββατιάτικης «φυγής». Είναι οι κλασικοί τύποι του «κοσμοδιορθωτού» στις εποχές του χρονίου ξεπεσμού.

Η φυγή προς το «Εγώ» είναι φυγή, φυσικά, εγωιστική. Το κάθε άτομο κοιτάει να σωθεί μοναχό του αδιαφορώντας για τους άλλους. Προσπαθεί και κατορθώνει να κλείσει τη ζωή του μέσα στον ελεφάντινο πύργο του, μακριά από κάθε γείτονα, όσο το δυνατό ακινδυνότερα και χωρίς ευθύνες. Ο διανοούμενος, που αφοσιώνεται στην εκστατική θεώρηση των αιωνίων και απολύτων ουσιών∙ ο ποιητής, που σιχαίνεται το ανίερο πλήθος και παραληρεί «αινιγματώδη έπη», όπως λέγει ο Αισχύλος∙ ο υλοζωιστής, που ρίχνεται με τα μούτρα στην άκρατη απόλαυση των αισθησιακών ηδονών, είναι οι κυριότεροι αντιπροσωπευτικοί τύποι της εγωιστικής φυγής.

Το κήρυγμα του «εκπαιδικισμού» (αυτό, που θα μας απασχολήσει εδώ) είναι κυρίως αισθητικό. Αποτείνεται στους συγγραφείς και στους καλλιτέχνες και τους... εξορκίζει να γίνουνε παιδιά για να μπορέσουν έπειτα να «εκπαιδικοποιήσουν» πνευματικά το Έθνος! Η «επιστροφή» στην παιδική ηλικία σημαίνει: «Να γίνετε αγνοί, απλοϊκοί, φρέσκοι σαν τα βρέφη και σαν τα νήπια. Να τα βρίσκετε όλα καινούργια, πρωτόφαντα, πρωτόπλαστα. Να ζείτε τον μέσα σας και τον έξω κόσμο όχι με το μυαλό σας σαν πράγματα, που δέχονται εξήγηση, παρά με τα ένστιχτά σας σαν θαύματα, που είναι μυστήρια, και που τα κρατάτε παντοτινά κάτου από το κατώφλι της συνείδησης. Κι αφού θ' αποκαθαρθείτ΄ εσείς και θα εξαγνισθείτε, τότε θα οδηγήσετε και την ψυχή του Συνόλου με δεμένα τα μάτια κατ' ευθείαν στον παράδεισο του... «Νάνι-νάνι» !

Το σύνθημα αυτό του θεληματικού αγνωστικισμού δεν είναι ντόπιο. Το είχε βγάλει «εις περίπατον» πριν από 170 χρόνια ο Ρουσσώ. Ο Ρουσσώ και οι οπαδοί του θεωρούσανε τον καλλιτέχνη για άνθρωπο, που παραμένει σ' όλη του τη ζωή παιδί∙  που διατηρεί τη φρεσκάδα και τον αυθορμητισμό των πρώτων του εντυπώσεων. Αυτός δεν γίνεται ποτές μπλαζέ και δεν προσαρμόζεται με το περιβάλλον του. Περιφέρει ακατάπαυτα απάνω στον κόσμο τ' αθώα του μάτια και την απλοϊκή του περιέργεια, πάντα θαυμάζοντας και πάντα ξαφνισμένος. Και με το πνεύμα του το μυθομανικό, το εξωλογικό και εξωηθικό δε σκέφτεται, αλλά προφητεύει.

Το περίεργο όμως είναι, πως κανείς μεγάλος δημιουργός δεν παρουσίασε την κλινικήν αυτήν εικόνα. Όλοι τουλάχιστον οι μεγάλοι τα μυαλά τους τα είχανε πεντακόσια από το Σοφοκλή ίσαμε τον Γκαίτε, από τον Τολστόη ίσαμε τον Ίψεν και το δικό μας το Σολωμό, που τον προβάλλουνε τάχα για υπόδειγμα μεγάλου παιδιού. Κανένας απ' αυτούς δεν είχε στη ζωή του και στο έργο του τον παιδιάτικο ενορμητισμό. Όλοι τους δουλεύανε με όλες τους τις γνώσεις και όλη τους την πείρα και όλες τους τις ψυχικές δυνάμεις «με καιρό και με κόπο» για να πετύχουν το «νόημα της τέχνης».

Κανείς φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί να πετάξει από μέσα του τις γνώσεις και την πείρα του για να ξαναγίνει παιδί. Υπάρχουν όμως και αρρώστειες, που έναν ώριμο άνθρωπο τον κάνουνε πραγματικά παιδί. Είναι ή αρρώστεια του εκπαιδικισμού» (καθυστερημένη σωματική και διανοητική ανάπτυξη, φυσιολογική ανικανότητα) και η αρρώστεια του «παλιμπαιδισμού», τα ξαναμωράματα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Κώστας Βάρναλης σε προλογικό του σημείωμα για τα «Αισθητικά» γράφει:
«Η σειρά των αισθητικών αυτών άρθρων (τα περισσότερα) δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» επί Διχτατορίας. Φυσικό είταν ό,τι απαγορευότανε να λεχτεί, να λέγεται με τρόπο.
Τα ξανακοίταξα –όσο είτανε μπορετό.
Στον καιρό τους κινήσανε το ενδιαφέρο των ανθρώπων της Τέχνης και του Λόγου. Ελπίζω πως τα θέματα που θίγω, εξακολουθούνε να κινούνε το ενδιαφέρο των σκεπτομένων και τη σκέψη των ενδιαφερομένων. Πάντως σ΄ όλα τα θέματα τούτα ζητιέται εξήγηση επιστημονική (κοινωνιολογική) με μέθοδο επιστημονική (διαλεχτικός υλισμός).»

[2] Η εφημερίδα «Πρωία» (1925-1941*) ιδρύθηκε από τους γιους του Ιωάννη Πεσμαζόγλου, Στέφανο και Τζόνη και στεγαζόταν στην ομώνυμη στοά της Αθήνας. Παρά τις καλές σχέσεις των οικογενειών Μεταξά και Πεσμαζόγλου, η εφημερίδα δυσαρέστησε τον δικτάτορα, καθώς η στάση της εξελίχθηκε, προϊούσης της λογοκρισίας, σε εχθρική προς το καθεστώς. Ο Μεταξάς αντέδρασε, βάζοντας τον Μανιαδάκη να βιαιοπραγεί συχνά κατά των εκδοτών –κυρίως του Στέφανου.
Οι σχέσεις φαίνεται να αποκαταστάθηκαν με την κήρυξη του πολέμου, οπότε ο Στέφανος Πεσμαζόγλου θεώρησε ότι το «ΟΧΙ» πλάσθηκε παράλληλα από το λαό και τον δικτάτορα, αναγνωρίζοντας τον πατριωτισμό του Μεταξά.
Οι συντάκτες της εφημερίδας, μεταξύ αυτών και ο Κώστας Βάρναλης, χαρακτηρίζονταν από αγωνιστικότητα, ήθος και όραμα.
*UPDATE: Ο κ. Ν. Σαραντάκος διορθώνει:  η εφημερίδα «Πρωία» έκλεισε το 1944. Μάλιστα, επισημαίνει πως το κατοχικό της φύλλο είχε πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες, μεταξύ αυτών και του Κ. Βάρναλη.

[3] Προφανώς ο Βάρναλης αναφέρεται στον Γιάννη Αποστολάκη, ενός εκ των εκδοτών του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα» (1927-1930), το οποίο δημιουργήθηκε ως αντίβαρο προς τις μαρξιστικές απόψεις των περισσότερων λογοτεχνών της εποχής. Ο Γιάννης Αποστολάκης ήταν και γνωστός πολέμιος του Κωστή Παλαμά.


ΠΗΓΕΣ
-Κώστας Βάρναλης, Αισθητικά-Κριτικά-Σολωμικά, Κέδρος, Αθήνα, 1982, σελ. 188-190.
-Κώστας Χατζηπατέρας-Μαρία Φαφαλιού, Μαρτυρίες ΄40-΄41, Κέδρος, Αθήνα, 1988, σελ. 45.
-Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, τ. Γ΄, Πατάκης, Αθήνα, 1999, σελ. 209-225.
..
..

14/2/13

Λι Πο: Ο ποιητής του έρωτα και του οίνου


Στη Βανγκ Λουν

του Λι Πο
μτφρ: Α. Αγγελάκης

Είχα ανεβεί πια στο καράβι
κι όλη μου η έγνοια ήταν να φύγω
όταν ακούστηκε απ' την όχθη το τραγούδι σου
- απρόσμενα - που τραγουδούσες χτυπώντας ρυθμικά
το ποδαράκι σου.
Χίλια πόδια είναι βαθιά η Λίμνη του Λουλουδιού
της Αχλαδιάς
αλλά τόσο βαθιά δεν είναι, όσο η αγάπη
μέσα στο αντίο σου.



Ο Κινέζος ποιητής Λι Πο, γνωστός και ως Λι Μπάι, Λι Πάι και Λι Μπο, γεννήθηκε το 701. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρόγονοί του είχαν εξοριστεί στις αρχές του 7ου  αιώνα, πιθανόν λόγω κάποιου εγκλήματος, στην απομακρυσμένη περιοχή της βορειοδυτικής Κίνας, τη σημερινή Ξιν Γιάνγκ όπου κατοικούσαν Ουιγούροι σε καθεστώς αυτόνομης περιφέρειας. Ο λαός αυτός είναι τουρκογενής και παραμένει μέχρι σήμερα στην ίδια περιοχή.

Ο πατέρας του ήταν μικροεπιχειρηματίας και η μητέρα του έπλενε ρούχα συμπληρώνοντας το οικογενειακό εισόδημα. Όταν ο Λι Πο έγινε πέντε ετών ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση για την άρση του εκτοπισμού η οποία έγινε δεκτή από τις αρχές. Έτσι μετακόμισαν στην επαρχία Σετσουάν που θεωρείτο περισσότερο πολιτισμένη από τα χρόνια εκείνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής των προγόνων του στη βορειοδυτική Κίνα, η οικογένεια αναμίχθηκε με ντόπιους κι έτσι εξηγούνται τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά του ποιητή. Σύμφωνα με περιγραφές ήταν ψηλότερος από το μέσο Κινέζο, με ευρύ στόμα και διογκωμένα μάτια.

Πολύ νωρίς επικεντρώθηκε στη μελέτη λογοτεχνικών και θρησκευτικών κειμένων αναζητώντας τον εσωτερικό κόσμο, αντίθετα από την κομφουκιανή εκπαίδευση της εποχής με την οποία ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι ήταν αρκετά εξοικειωμένος. Έτσι, αφοσιώθηκε στον Ταοϊσμό που τον προσέλκυσε έναντι του Κομφουκισμού, λόγω του ρομαντικού μυστικισμού. Μελετώντας σε βάθος τη θρησκεία αυτή, σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Ταοϊστής Κάο Τιεν Σιχ του απένειμε και δίπλωμα. Εν τω μεταξύ είχε ξεκινήσει να γράφει ποίηση. Μάλιστα, από το 720 ο κυβερνήτης της επαρχίας είχε προβλέψει ότι ο νεαρός Ταοϊστής θα γινόταν ένας σπουδαίος ποιητής ενώ θεωρώντας τον ιδιοφυΐα τού πρότεινε να παραμείνει κοντά του ως κρατικός υπάλληλος, πράγμα το οποίο ο ανήσυχος Λι Πο δεν δέχθηκε.  

Μετά από μια ταραγμένη εφηβεία, περίοδο κατά την οποία ασχολήθηκε και με την πολεμική τέχνη, άρχισε να στρέφεται στο στοχασμό με αποτέλεσμα στα 20 χρόνια του να εγκατασταθεί στα βουνά βόρεια της Σετσουάν ζώντας ως ερημίτης μαζί με έναν συμμαθητή του από τη σχολή Ταό και  κατοικίδια πουλιά. Από τότε ο Λι Πο άρχισε να αποκτά φήμη για τη σοφία και το ποιητικό του ταλέντο.

Μετά από τέσσερα χρόνια απομόνωσης, αισθανόμενος πλέον συναισθηματικά και πνευματικά ώριμος αποφάσισε να διευρύνει τους ορίζοντές του, και να γνωρίσει τον κόσμο έξω από τα όρια της  Σετσουάν. Ταξιδεύοντας βόρεια, πέρασε τον ποταμό Γιάνγκτσε και φτάνοντας στην επαρχία Χουμπέι εγκαταστάθηκε κοντά στη λίμνη Τάνγκ-τινγκ. Εκεί γνωρίστηκε με την Χσου Χσιν Σιχ, εγγονή του πρώην έπαρχου και παντρεύτηκαν το 727. Αν και απέκτησαν μαζί δέκα παιδιά το σαράκι της περιπλάνησης εξακολουθούσε να τρώει τον Λι Πο. Έτσι, εξακολουθούσε να ταξιδεύει στη χώρα, πότε μαζί και πότε χώρια από τη γυναίκα του, επισκεπτόμενος άλλους ποιητές και διανοούμενους. Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σύναψε ακόμη δύο γάμους. Όπως και να ΄χει, με τα ταξίδια του όχι μόνο αυξανόταν το ποιητικό έργο του Λι Πο, αλλά και η φήμη του που έφθανε σιγά σιγά σε επίπεδο θρύλου. 


Ωστόσο, ένα περιστατικό τον έκανε να αναρριχηθεί και ταξικά, αποκτώντας την εύνοια των κυβερνώντων. Το 735 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην επαρχία Σανσί ήρθε αντιμέτωπος με εχθροπραξίες στην περιοχή Αν Σι. Τότε έσωσε τη ζωή του στρατιωτικού Κούο Τζούι που αργότερα όταν έγινε ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς των Τανγκ του ανταπέδωσε το καλό, ανάλογα.

Πέντε χρόνια αργότερα, 740, ο Λι Πο πέρασε μια περίοδο συντροφιά με πέντε ακόμη λογοτέχνες.  Οι «Έξι τεμπέληδες στο ποταμάκι των μπαμπού», όπως έγιναν γνωστοί, αποτελούσαν μια άτυπη ομάδα αφιερωμένη στην ποίηση και στο κρασί. Έμειναν μαζί στη βορειοανατολική επαρχία Σαντόγκ, επί έναν περίπου χρόνο και απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο πέρασαν μέρες «ποίησης μετά οινοποσίας».

Το 742, επισκεπτόμενος την πρωτεύουσα Τσανγκ έγινε θερμά δεκτός τόσο ο ίδιος όσο και η ποίηση και οι γνώσεις του από την αυτοκρατορική αυλή. Το γεγονός ενόχλησε κάποιους οι οποίοι φρόντισαν να «αποδείξουν» ότι ένα ποίημά του αποτελούσε μια κακόβουλη σάτιρα κατά του καθεστώτος. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η αιτία της απομάκρυνσής του από το παλάτι ήταν ότι ο Λι Πο τριγυρνούσε μεθυσμένος δημιουργώντας επεισόδια, όπως το να απαιτεί από τον υπασπιστή του αυτοκράτορα να του βγάλει τις λασπωμένες μπότες μπροστά από το θρόνο στον οποίο τύχαινε εκείνη τη στιγμή να κάθεται ο … ίδιος ο αυτοκράτορας!  

Έτσι, ο Λι Πο ξεκίνησε πάλι τις περιπλανήσεις στα βουνά και στις πόλεις της Κίνας. Περιπλανήσεις που κράτησαν μια δεκαετία και διακόπηκαν απότομα όταν ενεπλάκη σε μια εξέγερση. Τότε δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, ωστόσο η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία στα νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας μετά την παρέμβαση του Στρατηγού Κούο Τζούι που δεν ξέχασε ποτέ ότι τον γλίτωσε από το θάνατο και πρότεινε την ανταλλαγή της θέσης του με τη ζωή του ποιητή. Η ανάμειξη του Λι Πο στις εξεγέρσεις του 756 αφορούσαν στο ρόλο του Συμβούλου που το έδωσε ένας εκ των αντιπάλων του Αυτοκράτορα.

Κατά τη διαδρομή προς τη σημερινή Γιουνάν, την πλέον απομακρυσμένη νοτιοδυτική περιοχή της αυτοκρατορίας, ο Λι Πο  δεν έδειξε να βιάζεται. Αντίθετα μάλιστα σταματούσε για κοινωνικές επισκέψεις, για να γράψει αλλά και περιγράψει όσα έβλεπε αφήνοντας σημαντικά ιστορικά στοιχεία στις επόμενες γενιές.  Όταν κόντευε πια να φτάσει στον τόπο εξορίας έλαβε το μήνυμα της αυτοκρατορικής χάρης και αμέσως ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής περνώντας και από άλλες περιοχές όπου απόλαυσε στο μέγιστο, φαγητό και κρασί  με  καλή παρέα, ενώ δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση.  

Από τότε και μέχρι το 762 περιορίστηκε σε μικρά ταξίδια. Τότε, 762, ο φίλος του Λι Λι Γιανγκμπί διορίστηκε δικαστής σε Επαρχία και ο Λι Πο τον ακολούθησε αλλά σύντομα πέθανε. Έτσι, δεν πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι ο αυτοκράτορας είχε αλλάξει και ο ίδιος είχε διοριστεί Γραμματέας του νέου.  

Για το θάνατό του πλέχτηκαν θρύλοι. Σύμφωνα με τον πιο διαδομένο ο Λι Πο πνίγηκε πέφτοντας από τη βάρκα του, σε μια προσπάθεια  ν΄  αγκαλιάσει την αντανάκλαση του φεγγαριού στον ποταμό Γιανγκτσέ (μακρύ ποτάμι).  Ωστόσο, η πραγματική αιτία φαίνεται να ήταν ο σκληρός και περιπετειώδης τρόπος ζωής του. Όμως, ο μύθος αποτελεί μέχρι σήμερα μέρος της κινεζικής παράδοσης.

Παρ΄ όλο που η  ποίηση του Λι Πο είναι εμφανώς επηρεασμένη από τον ταοϊστικό μυστικισμό, δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για το κρασί, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής ενώ παραμένει ένας περιπλανώμενος στα μονοπάτια της εμπειρίας και της φιλίας. Με τους στίχους που απευθύνει τόσο στον στενό φίλο του και σπουδαίο ποιητή Ντου Φου όσο και σε άλλους, ακόμη και διαφορετικού φιλοσοφικού ρεύματος, αντανακλάται η τάση του Λι Πο να ζήσει τα πάντα κοντά στη φύση και τους ανθρώπους.  

Οι δυτικοί μελετητές αν και εκτιμούν ότι η ποίησή του δεν έχει να παρουσιάσει κάτι καινοτόμο παραδέχονται  τη στιχουργική δεξιοτεχνία του πράγμα που σε συνδυασμό με την άποψη ότι «φώτισε τα παλιά» τον καθιστά ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της χρυσής κινεζικής εποχής. Επιπλέον, η ποίηση του Λι Πο φαίνεται να επηρέασε όχι μόνο τον ίδιο τον Μάο Τσε Τουνγκ αλλά και ολόκληρη την αμερικανική νεωτεριστική ποίηση του 20ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σε μια αχανή χώρα, με τους απλούς στίχους του χάρισε στις επόμενες γενιές τη γεύση του πολιτισμού της εποχής του. Μέσα από τις συνταγές της ψυχής του που συνοδεύονταν πάντα από ένα ποτήρι καλό κρασί, αναδείχθηκε όχι σε έναν απλό εγκωμιαστή του οίνου, αλλά και στον πολιούχο του.


Με τον ίδιο όμως απλό τρόπο εγκωμίασε και τον έρωτα. Ένα ταξίδι είναι κι αυτός, πάνω σε ένα καράβι με το φεγγάρι απατηλό οδηγό. Εκείνο το ίδιο φεγγάρι που εξαπάτησε τον Λι Πο αντανακλώντας το φως του επάνω στο «Μακρύ Ποτάμι».

You ask why I make my home in the mountain forest,
and I smile, and am silent,
and even my soul remains quiet:
it lives in the other world
which no one owns.

The peach trees blossom,
The water flows.

Πηγές
-Dictionary of World Biography, Vol. II “The Middle Ages”, Salem Press Inc, 1998.
-Ανδρέας Αγγελάκης, Κινεζική και Ιαπωνική Ποίηση, Καστανιώτης, 1983.
-Li Po, Humanistic Texts 
-Tang poetry, Wikipedia  
-Li Bai, Wikipedia 
-Ξιν Γιάνγκ, όπως Θιβέτ, της Κορίνας Βασιλοπούλου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 12 Ιουλίου 2009
- Το ποίημα στην αγγλική και η τελευταία εικόνα από εδώ 

31/12/12

Καλή Χρονιά


Γ. Ιακωβίδης. Ρόδια. 


K΄ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο αντικρύ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ΄ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ΄  ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού  στον κόρφο της λιακάδας.
K΄ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (V)

20/12/12

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά


Το εικονογραφημένο έμμετρο παραμύθι με τον Αϊ Βασίλη, περιλαμβάνεται στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη παιδικών βιβλίων  The Rosseta Project. Φαίνεται να δημιουργήθηκε το 1887 από την  Margarite Rice, ενώ στην ίδια ιστοσελίδα διατίθεται και στην ελληνική γλώσσα.

Εδώ η παρέμβαση διαφέρει. Από το βιβλίο διατηρήθηκε η εικονογράφηση και τη θέση των κειμένων έλαβαν στίχοι 12  Ελλήνων ποιητών, με αποτέλεσμα ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά.

Μerry crisis
and a happy new fear
















e-book (scribd)
e-book (wordpress)

20/11/12

Για το μεγαλύτερο ορνιθοτροφείο...


Afternoon Chickens, Delilah Smith 

Ο καπνός μες στα μάτια
η λάμπα στον καθρέφτη
η αφή υγρασίας στα δάχτυλα
απ΄ τ΄ αδιάβροχο του μεταμφιεσμένου
όταν τη νύχτα σφύριζε ο άνεμος
στη θολωτή σήραγγα
όπου οι τυφλοί πουλούσαν
λαχεία σουγιάδες κομπολόγια
και μέσα σε μεγάλα χαρτονένια κιβώτια
μετέφεραν τους σκοτωμένους απεργούς
ώσπου να βγούμε απ΄ τ΄ άλλο μέρος
με τα μαλλιά μας όλο πούπουλα
από την ανεξήγητη εκείνη ανατίναξη
του μεγαλύτερου ορνιθοτροφείου.

Αθήνα 26.IV.76

Γιάννης Ρίτσος, Το Ρόπτρο: 32 ποιήματα από την ανέκδοτη ομώνυμη συλλογή, εκδ. Εγνατία: Τραμ/Λογοτεχνία, Θεσσαλονίκη, 1977.

11/11/12

Οι γερόντισσες και η θάλασσα


Στη μνήμη του Γιάννη Ρίτσου που «έφυγε» πριν 22 χρόνια, αφήνοντας την ποίησή του παρακαταθήκη για το μέλλον. Τα λόγια της Γκρίζαινας, ένα κομμάτι απ΄ αυτήν.

Το Χορικό με τίτλο «Οι Γερόντισσες και η θάλασσα» γράφηκε από τον Γιάννη Ρίτσο το Σεπτέμβριο του 1958, στη Σάμο. Αφιερωμένο στην ιερή μνήμη της μητέρα του, Ελευθερίας Ελευθερίου Ρίτσου, μας μεταφέρει στη ζωή των φτωχών γυναικών της εποχής και πριν από αυτήν. Επτά γερόντισσες χωρίς ονόματα (η Πρώτη, η Δεύτερη, κ.ο.κ) αναπολούν τη ζωή τους κοιτάζοντας το  ελληνικό φθινοπωρινό λιόγερμα, καθισμένες σ΄ ένα παλιό νησιώτικο λιμάνι.

Στο τέλος, χαιρετώντας τα παιδιά που φεύγουν για τη θάλασσα κάνει την εμφάνισή της, η όγδοη γυναίκα, η Γκρίζαινα η καπετάνισσα, και το έργο κλείνει με τον ακόλουθο διάλογο.

ΓΚΡΙΖΑ1ΝΑ : Ώρα καλή σας, γερόντισσες -τι τα πολεμάτε στο ξάγναντο;
τ΄ άστρα μετράτε και τα καράβια που διαβαίνουνε;
με το φεγγάρι στήσατε ψιλή κουβέντα, αλαφροΐσκιωτες ;

ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ: Ούδ΄ άστρα, ουδέ καράβια -εκείνα βούλιαξαν,
ουδέ με το φεγγάρι -εκείνο θάμπωσε,
μόνε τον κόσμο χαιρετάμε κι  αποχαιρετάμε, καπετάνισσα.

ΓΚΡΙΖΑΙΝΑ : -Όι, δα, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας -πολλά να κάνουμε έχουμε,
χίλια τέκνα γεννήσαμε, τα δώκαμε,
χίλια καράβια, τ΄ αρμενίσαμε,
χίλιες θάλασσες στη στεριά κουβαλήσαμε,
χίλιες εκκλησιές χτίσαμε,
χίλιες χιλιάδες καμπάνες κρεμάσαμε,
χίλιες χιλιάδες καρβέλια μοιράσαμε,
το λάδι της φάλαινας μισοτιμής το δώκαμε,
το δάκρυο ακέριο το κρατήσαμε,
και την ξυλοπελεκητή του καραβιού γοργόνα μόνες μας την πελεκήσαμε,
και το καράβι, ως γέρασε, τούτη σαν το σταυρό την κουβαλήσαμε,
μες στο περβόλι, ανάμεσα στα δέντρα, την εβάλαμε,
κ΄ είναι καράβια και τα δέντρα και μας αρμενίζουνε,
κ΄ είναι η γοργόνα κόνισμα, σκίζει τον άνεμο,
την προσευκή μας λέμε της, κι αυτή ακουρμάζεται,

καταμεσίς στη στράτα σαστισμένες δε στεκούμαστε,
σε κανένανε μπόδιο δε μπαίνουμε
πάρεξ σε κείνον που το δρόμο φράζει μας,

καλό ταξίδι τα γεράματα μας κάναμε,
ακόμα γάλα στα βυζιά μας έχουμε,
φλουριά στους κόμπους της μαυρομαντήλας μας κλείνουμε,
πολλά ΄χουμε να πούμε και πολλά να ορμηνέψουμε
οι γριές, ελόγου μας, οι καπετάνισσες,
κι απαιτούμε το σέβας των νέων καπετάνιων -

και με τα δυο χρυσά μας δόντια που μας απομείνανε
έχουμε ακόμα να μασήσουμε και να μιλήσουμε ώσπου κι αυτά να λειώσουν μες στο στόμα μας.

ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ: Έχουμε ακόμα να μιλήσουμε και να μασήσουμε
και να δαγκώσουμε το στερνό βόλι που κρατήσαμε για την καρδιά του χάροντα. Γεια σας, παιδιά μας. Καλοτάξιδοι.

Κείμενο και Εικόνα από το: Γιάννης Ρίτσος, Οι γερόντισσες και η θάλασσα, Κέδρος, Αθήνα, 1974.

7/10/12

Σκουλήκι ο Κατακτητής


Στη μνήμη του Έντγκαρ Άλαν Πόε
(19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849)

Για τη μνήμη των ραγιάδων


Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
  Ηλέκτρα, 2009



Για δες πρεμιέρα, γεγονός σπουδαίο στην ερημιά των ημερών μας! Συρρέουν οι άγγελοι: περούκες, χρυσαφικά, επίσημα ενδύματα... Συρρέουν δακρύβρεκτοι και κάθονται να παρακολουθήσουν κάποια παράσταση προσδοκιών και φόβων, καθώς η ορχήστρα ασθμαίνει τη μουσική των ουρανίων σφαιρών.

Μίμοι-υπερούσιαι θεοί μασκαρεμένο-γκρινιάζουν, μουρμουρίζουν λόγια ακατάληπτα, πετάνε ακατάσχετα... Ανδρείκελα είναι∙ σπαστικά υπακούουν στις εντολές κάποιων πλασμάτων άμορφων, τεράστιων, που σέρνουν πότε αποδώ, πότε αποκεί τα σκηνικά, χτυπώντας τις αθέατες γιγάντιες φτερούγες τους -ουαί!- τρομαχτικά.

Θα μείνει αξέχαστο -ασφαλώς- το πλούσιο ετούτο δράμα, το κλασικό του Φάντασμα να τρέχει να ξεφύγει από το πλήθος, που όλο το φτάνει και δεν το πιάνει, κι όλο γυρίζει στο ίδιο σημείο, κι όλα βουλιάζουν μέσα στην Τρέλα, μέσα στο Αίσχος, μέσα στον Τρόμο.

Μα, τι ΄ναι αυτό; Μες στην ανία της κωμικής παράστασης, κάτι σαλεύει κι έρχεται, κάτι σφαδάζει κι έρχεται, σαν ματωμένο, κάτι εισβάλει στην ερμιά του σκηνικού! Χτυπιέται -ναι!- και σπαρταράει κι οι μίμοι ουρλιάζουνε φρικτά και τους κατασπαράζει. Φρίττουν οι άγγελοι, βλέποντας τα πορφυρά σαγόνια του με ανθρώπινα κουρέλια στολισμένα.

Σβήνουν τα φώτα. Κεραυνός που ξέσπασε απρόσμενα πέφτει η αυλαία, τυλίγοντας σαν σάβανο τα πλάσματα που σπαρταρούν το τέλος τους, κι οι άγγελοι, οι κάτωχροι, οι ξέπνοοι οι άγγελοι σηκώνονται και λένε: «Ε, ναι, λοιπόν, αυτή είναι πραγματικά η τραγωδία "Άνθρωπος"», κι αυτός αληθινά ο πρωταγωνιστής της: Σκουλήκι ο Κατακτητής».

11/9/12

American Dream


Μεταξύ των ετών 1903 και 1913, εκατομμύρια  Ευρωπαίοι μετανάστες βγήκαν στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Σχεδόν αμέσως για πολλούς από αυτούς, το αμερικανικό όνειρο έγινε εφιάλτης: στοιβαγμένοι σε ανθυγιεινούς χώρους, ζούσαν την απόλυτη φτώχεια. Για να επιβιώσει μια οικογένεια έπρεπε να εργάζονται όλα τα μέλη της.

Η απογραφή του 1910 έδειξε ότι δύο εκατομμύρια παιδιά από 10 έως 15 ετών μοχθούσαν σε ορυχεία και αγροκτήματα, δέκα ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα. Η παιδική εργασία στις ΗΠΑ διευθετήθηκε μόλις το 1938.

 Και σα με καρυδώνουνε μουνούχο σκλάβο
οι Αμερικάνοι, εγώ να βλαστημάω το Σλάβο.
(Κ. Βάρναλης)


Η φωτογραφία λήφθηκε το 1908, σε έναν βαμβακόμυλο της Καρολίνα. Η Μαρτ Πέιν, 5 ετών, συγκέντρωνε δέκα κιλά βαμβάκι την ημέρα. Τα πάντα στη μικρούλα υποδηλώνουν την ταλαιπωρία, την καθημερινή αγγαρεία, μα και την αξιοπρέπεια, κοιτάζοντας κατ΄ ευθείαν προς την κάμερα του Λιούις Χάιν.  

Ο φωτογράφος εργάσθηκε για την Εθνική Επιτροπή Παιδικής Εργασίας, μια οργάνωση που αγωνίστηκε για την κατάργηση της παιδικής εργασίας. Προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί το κοινό τα μέλη της οργάνωσης προσπαθούσαν να συλλέξουν στοιχεία και κυρίως φωτογραφίες. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα ο Χάιν ταξίδεψε σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνοντας να διεισδύσει στα ορυχεία στη Βιρτζίνια, στις υαλουργίες της Ιντιάνα και στις φυτείες βαμβακιού στο Νότο. Για να καθησυχάσει τους φόβους των αφεντικών άλλοτε παρουσιαζόταν ως ασφαλιστής κι άλλοτε ως πωλητής της Βίβλου, ενώ κατάφερνε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των παιδιών. Στην τσέπη του, έκρυβε ένα μικρό σημειωματάριο, στο οποίο κρατούσε κρυφά σημειώσεις και την ηλικία των παιδιών την υπολόγιζε με βάση το ύψος τους. Αντί μέτρου χρησιμοποιούσε τα κουμπιά του σακακιού του τα οποία είχε βαθμονομήσει κατάλληλα.  

Πηγή: Mary Monique Robin, Les Cent Photos du Siècle, Editions Du Chêne - Hachette, 1999.

30/8/12

Η γέφυρα


Η γέφυρα Λανγκλουά στην Αρλ, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1888  


Είναι μια ωραία περιπλάνηση, σχεδόν μια δραπέτευση -
δεν ξέρω από πού και για πού, -μια μυστική δραπέτευση που δίνει
μια μυστικότητα στην κάθε κίνησή μας, στον ίσκιο μας πάνω στον τοίχο,
στις απίθανες σχέσεις των δακτύλων μας, στον ήχο των βημάτων
        μας -μια εξαίσια αίσθηση
παρανομίας προς όλα, σαν του μοιχού, του κλέφτη, του φονιά,
        του αρσενοκοίτη ή του λαθρεπιβάτη,
κ' η αίσθηση της παρανομίας αυτής σού επιβάλλει
μιαν άγρυπνη προσοχή για ν' αποφύγεις τη σύλληψη,
ενώ η προσοχή σου αυτή συλλαμβάνει
το νόημα μιας αρχικής ενοχής, συλλαμβάνει
τις πιο αδιόρατες εκφράσεις της σιωπής· μα τότε πάλι
νιώθεις πως έτσι παραβιάζεις μ' αντικλείδι ένα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ύστερα από σκάλες πολλές και μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
που κάνουν ν' αντηχούν απεριόριστα οι κλειδώσεις σου,
κ' ένα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει από φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε αντιμέτωπο
με την ίδια πελώρια σκιά σου που κρατάει
μεγεθυσμένες τις σκιές των κλειδιών, που εσύ κρατάς, σα νάναι κιόλας
τα κάγκελα της φυλακής που θα σε κλείσει ισόβια· ώσπου τέλος

ανακαλύπτεις πως αυτό το χρηματοκιβώτιο
είναι δικό σου, ολότελα δικό σου
και μπορείς να τ' ανοίξεις ελεύθερα
και μπορείς να χαρίσεις όσα θέλεις στους φίλους σου
και μπορείς να σκορπίσεις όσα θέλεις στον άνεμο
με κείνη τη χαρά που δίνει το ανεξάντλητο
με κείνη τη χειρονομία μιας άσκοπης λεβεντιάς κι' ασωτείας
που είναι, ίσως, η μόνη αληθινή σκοπιμότητα.

Μα τότε νιώθεις ο ίδιος, πόσο η κίνηση αυτή θα φαίνεται ύποπτη
μες στο σκοτάδι το καρφωμένο απ' τ' άστρα, με το μετάλλινο ήχο
        των κλειδιών,
σα χτύπημα σπαθιών, ψηλά στον αέρα, αόρατων μονομάχων ή ιππέων,
μ' αυτό το σκοτεινό, πελώριο στόμιο του χρηματοκιβώτιου
που χάσκει ανοιχτό μες στη νύχτα ενώ στο βάθος του αστράφτουν
σωροί τα νομίσματα περίεργων εποχών και τόπων,
ράβδοι χρυσού σα μεγάλα καρφιά για μια σταύρωση· στοίβες
        χαρτονομίσματα
σα μυστικά τραπουλόχαρτα της Mοίρας. Kι' όσοι
δέχτηκαν μια στιγμή την προσφορά σου, μόλις στρίψεις το κεφάλι σου
δοκιμάζουν στην πέτρα τα νομίσματα, μα εκείνα δεν αφήνουν ήχο,
προσπαθούν ν' αποκρυπτογραφήσουν στα χαρτονομίσματα
τους αριθμούς και τις σφραγίδες, μ' αυτά δε διακρίνονται στο
        καταπληχτικό σκοτάδι,
και τα πετούν ξανά μπροστά στα πόδια σου και φεύγουν.

Και μένεις μόνος μ' όλο σου τον πλούτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρος στο μαγνητικό ανοιγμένο στόμιο του αδειανού πια
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρος στην ακάλυπτη τρύπα του χάους,
με τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σε μισοτελειωμένη στάση θεατρικής γενναιοδωρίας,
σαν άγαλμα ήρωα που ο ηρωισμός του
αποδείχτηκε απατηλός μετά θάνατον ― ή σαν ατέλειωτη προσπάθεια
να γίνεις άγαλμα για να μη σωριαστείς στο χώμα ― ένα άγαλμα
που τείνει μάταια σαν τσαμπί σταφύλι τ' αναπόδεκτα κλειδιά ενός
        παραδείσου.

 Γιάννης Ρίτσος, από τα Ποιήματα 1930-1960, Γ΄, Kέδρος 1964