Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29/12/13

Ο Μαύρος Πέτρος

.

Είναι γνωστό ότι ο Άγιος Βασίλης των Ορθοδόξων, ταυτίζεται με τον Άγιο Νικόλαο των Καθολικών. Και στην ιστορία αυτού του Αγίου, οι Δυτικοί έχουν προσθέσει διάφορα ξωτικά, ταράνδους κι άλλα στοιχεία που πηγάζουν από κάθε πολιτισμό.

Στις ΗΠΑ, πριν ο κόκκινος Άγιος Βασίλης γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με τη διαφήμιση της Coca Cola (1931), όλοι τον φαντάζονταν όπως στον ολλανδικό μύθο του Sinter Klaas που μεταφέρθηκε στη Ν. Υόρκη από μετανάστες τον 17ο αιώνα.

Το 1773 έκανε την εμφάνισή του στον αμερικανικό Τύπο ως St. Α. Claus, αλλά εκείνος που  μετέφερε στο κοινό των ΗΠΑ λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ολλανδική εκδοχή του Αγίου Νικολάου ήταν ο διάσημος συγγραφέας Ουάσινγκτον Ίρβινγκ. 

Στην Ιστορία της Νέας Υόρκης, που δημοσίευσε ο Ίρβινγκ στις 6 Δεκεμβρίου 1809 με το ψευδώνυμο Diedrich Knickerbocker, ο Άγιος Βασίλης περιγράφεται να καταφθάνει έφιππος την παραμονή της εορτής του Αγίου Νικολάου (6/12), χωρίς όμως τη συνοδεία του Μαύρου Πέτρου (Black Peter). Μάλιστα, η ιστορία αυτή άνοιξε κυριολεκτικά τις πόρτες των εντύπων στο συγγραφέα, ο οποίος φρόντισε να πλέξει έναν μύθο για τον Ολλανδό ιστορικό Diedrich Knickerbocker που πλήρωσε με το ..χειρόγραφό του το λογαριασμό του ξενοδοχείου του στη Ν. Υόρκη!

Αλλά ποιος ήταν αυτός ο Black Peter ή Zwarte Piet στην ολλανδική γλώσσα; Πρόκειται για το συνοδό του Αγίου Νικολάου, πολύ πριν τους τάρανδους και τα ξωτικά. Εμφανίζεται στην παράδοση των Ολλανδών τον 15ο αιώνα αποτελώντας το φυσικό αντίθετο του Αγίου.


Υποδηλώνοντας έμμεσα και την αποικιοκρατική ισχύ της χώρας αυτής, ο Μαύρος Πέτρος είναι μαύρος, ψηλός και αδύνατος, με σκούρα μαλλιά και γενειάδα αποτελώντας την κακή όψη των Χριστουγέννων. Ήταν εκείνος που αντί για δώρα μοίραζε κάρβουνα στα άτακτα παιδιά τα οποία μάλιστα αντί να τα χαϊδεύει όπως ο Ευρωπαίος Άγιος Βασίλης, καμιά φορά τους έριχνε και μια στο κεφάλι με το ραβδί που κρατούσε για το σκοπό αυτό.  Επίσης, υπήρχε μια παράδοση σύμφωνα με την οποία στο σακούλι του παράχωνε τα κακά παιδιά για να τα πάρει μαζί του στην Ισπανία!

Με τα χρόνια ο Μαύρος Πέτρος που είχε ταυτιστεί με το διάβολο, ξέπεσε σε βοηθό αφού ο θεόσταλτος Άγιος Βασίλης τον καθυπόταξε. Η απεικόνισή του δεν ήταν σταθερή. Αρχικά αποτυπωνόταν ως Ισπανός πειρατής ενώ αργότερα, στο απόγειο του ιμπεριαλισμού, ως Ινδός ή Αφρικανός και πάντως έτσι ώστε να αντανακλάται και η γεωπολιτική κατάσταση της κάθε εποχής. Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις που ο Μαύρος Πέτρος απεικονίσθηκε με ιδιαίτερα ρατσιστικό τρόπο, ως σκλάβος με δεσμά, τα οποία βέβαια ισχυρίζονταν ότι συμβόλιζαν την υποταγή του Διαβόλου στο Θεό.

Πάντως, από τότε που έγινε υπάλληλος του Άγιου Βασίλη, η δουλειά του ήταν να αντικαθιστά τα χόρτα και τα καρότα που άφηναν τα παιδιά στα παπούτσια τους κάτω από τις καπνοδόχους με γλυκά και δώρα. Κι όταν αυτά δεν ήταν φρόνιμα την είχαν άσχημα, γιατί ο Μαύρος Πέτρος δεν άφηνε τίποτε!

Στους άλλους λαούς της Βόρειας Ευρώπης (Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία) το κακό πνεύμα που υπηρετούσε τον Άγιο Βασίλη, για την τιμωρία των ανήσυχων παιδιών, περιγραφόταν ως κερασφόρο τέρας, με μακριά μαλλιά και κόκκινη γλώσσα και ήταν γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως: Klaubauf, Krampus, Grampus και Bartel.

Μέχρι σήμερα ο Μαύρος Πέτρος υπάρχει σε διάφορες εκδοχές, ωστόσο έχει χάσει το ραβδί του και το ντύσιμό του, χαρακτηρίζεται από αναγεννησιακό στυλ: κοντά παντελόνια, κάλτσες κι ένα καπέλο με φτερό. Για να μην χάσει δε, τη σύνδεσή του με την Αφρική φοράει πάντα χρυσά σκουλαρίκια. Μοιάζοντας, πια, περισσότερο με ξωτικό, ο ρόλος του είναι απλώς να βοηθά τον Άγιο Νικόλαο να μοιράσει τα δώρα την παραμονή της γιορτής του, στις 6 Δεκεμβρίου.
.
Πηγές

Ενδιαφέρον
Σε μια περιπέτεια του Σέρλοκ Χολμς  με τίτλο Η Περιπέτεια του Μαύρου Πέτρου,  ο Σερ Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ, εξηγεί ότι ο πρωταγωνιστής-θύμα είχε λάβει αυτό το όνομα όχι μόνο επειδή ήταν μελαψός με τεράστια γενειάδα αλλά κι επειδή ήταν ο τρόμος και ο φόβος όλων γύρω του. 

23/7/13

Το απίστευτο κύρος των μαθητικών μητρώων

 Διήγημα του Ανδρέα Μήτσου
Από τη συλλογή «Γέλια»





ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ - και να με συγχωρείτε», του είπα, «γιατί μιλάτε τόσο δυνατά μέσα στην τάξη. Δε σας κρύβω ότι στην αρχή υπέθεσα πως είχατε κάποιο πρόβλημα με την ακοή σας. Μιλώντας όμως μαζί σας στα διαλείμματα, διαπίστωσα ότι τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει. Είναι που είναι η φωνή σας βροντώδης».

Μιλούσα στον πληθυντικό στον ιδιόμορφο αυτό μαθητή μου της πρώτης Γυμνασίου, που μου ενέπνεε έναν ανεξήγητο σεβασμό. Και τούτο δεν οφειλόταν μόνο στην ηλικία του, αν και πλησίαζε, όπως έλεγε, τα εβδομήντα δύο χρόνια, αλλά στο περίεργο ταμπεραμέντο του.

Οι φωνές του βέβαια αυτές, μια ακατέργαστη, θα έλεγα, προθυμία, με την οποία απαντούσε -πρώτος πρώτος εκείνος- και στις πιο απλές και αυτονόητες ερωτήσεις, επισείοντας επίμονα και επανειλημμένα το δείχτη του δεξιού χεριού του, προξενούσαν τις ποικίλες αντιδράσεις των συμμαθητών του του Τετάρτου Εσπερινού Γυμνασίου Νέου Κόσμου. Γέλια και κοροϊδίες αλλά και πολλαπλών αποχρώσεων άλλες κραυγές μέσα στην τάξη, ανάλογης ή παραπλήσιας έντασης, ακολουθούσαν το δικό του απεγνωσμένο «Κύριε, κύριε».

Και δεν επρόκειτο για κάποιον αργόστροφο. Στα διαλείμματα μάλιστα, παρόλο που ήταν πάντα λιγομίλητος, εύκολα έπειθε για τη σοβαρότητα και τη διανοητικότητά του, τόσο εμένα και τους υπόλοιπους καθηγητές όσο ακόμα και τους παράταιρους συμμαθητές του.

Μεγάλη ηλικία είχαν επίσης οι συμμαθητές του, αφού ήταν ως επί το πλείστον εργαζόμενοι και ανάμεσά τους αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι που έπρεπε να βγάλουν οπωσδήποτε τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου για να αλλάξουν έτσι μισθολογικά κλιμάκια, ΜΚ, όπως τα 'λεγαν, χρησιμοποιώντας τα αρχικά με ιερή σοβαρότητα, και ν' ανέβουν μέχρι και πέντε βαθμίδες στη σύνταξη. Όλοι αυτοί οι μαθητές έδειχναν τον ίδιο ανεξήγητο σεβασμό στον κύριο Πέτρο εκτός της αίθουσας διδασκαλίας.

Είχε μια τεράστια δερμάτινη τσάντα φουσκωμένη βιβλία, αν και τα κουτσομπολιά μιλούσαν για φαγητά και άλλα διάφορα, όπως το πιεσόμετρο -το οποίο είχα ο ίδιος εντοπίσει στοιβαγμένο μεταξύ του Ομήρου και των κειμένων της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας- και πήγαινε ανάμεσα στους άλλους μαθητές πάντα αυστηρός και επίσημος, δείχνοντας να μετέχει ενσυνείδητα σε μια υπόθεση μεγάλης ευθύνης.

Βαδίζαμε πλάι πλάι στο φωταγωγημένο, από το φόβο της χρήσης ναρκωτικών, προαύλιο του σχολείου, όταν έσπασε τη σιωπή και μου μίλησε.
«Την πρώτη Γυμνασίου την έβγαλα το σχολικό έτος 1936-1937», δήλωσε με θαυμασμό για τον εαυτό του ή για κείνα ίσως τα μακρινά χρόνια.

Τον κοίταξα ξαφνιασμένος και για μια στιγμή είδα ένα μεγάλο σεντόνι που απλωνότανε κάπου ψηλά στον ουρανό και ύστερα έπεφτε αργά σαν αλεξίπτωτο και μαζευόταν διαρκώς όσο έπεφτε, μέχρι που έγινε στο τέλος μικροσκοπικό σε μέγεθος. Ωσάν κουκκίδα μαύρη που απορροφήθηκε αργά μέσα στο γαλάζιο ξεπλυμένο βυθό της κόρης του ματιού του.

Ντράπηκα γιατί νόμισα πως διέγνωσε την άπρεπη φαντασίωσή μου - και δεν είχα άδικο, γιατί ο μαθητής μου άρχισε ν' ανεβαίνει τρέχοντας σχεδόν τις πολλές σκάλες του σχολείου, υπακούοντας ήδη εκ των προτέρων στον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του κουδουνιού που ακολουθούσε την ανάβασή του.

Την ίδια και μεγαλύτερη ζέση που επιδείκνυε μέσα στην τάξη δε δίσταζε να εκδηλώνει και στις σχολικές γιορτές. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, έκλαιγε και τραγουδούσε με ενθουσιασμό τον εθνικό ύμνο στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, καθώς ήτανε μέλος της χορωδίας, ή στη γιορτή του Πολυτεχνείου, έτσι που να ακούγονται σχολιασμοί όπως «Πολέμησε ο άνθρωπος στα βουνά της Αλβανίας» ή «Είχε γιο στο Πολυτεχνείο που σκοτώθηκε».

Μερικοί, οι πιο «βαρεμένοι», που δεν είχανε την πολυτέλεια του σχολιασμού, περιγελούσαν τη μουσική του παρουσία.

«Ρε, κοίτα ο γέρος, σαν την "Ιτιά" το τραγουδάει. Και κλαίει μαζί ο μαλάκας. Ψωνάρα ο άνθρωπος».

Εκείνος όμως επέμενε τραγουδώντας με στόμφο πως «για να γυρίσει ο ήλιος» ήθελε πολλή δουλειά με ζωντανούς, ακόμα και με νεκρούς ήρωες.

Στη γιορτή μάλιστα της 25ης Μαρτίου, μιας και θυμήθηκα τις σχολικές γιορτές, η φωνή του υπερκάλυψε όλη τη χορωδία, αναπαριστώντας ταυτόχρονα με πομπώδη δραματικότητα τις απερίγραπτες ταλαιπωρίες και τα βάσανα των κλεφτών.

«Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιόνι», ισχυριζόταν, «στα έρημα, στα σκοτεινά, στις μαύρες ράχες, στα βουνά, ο κλέφτης ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει».

Τραγούδησε μάλιστα σόλο και το περίφημο βουκολικό άσμα:
Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μια ζηλεμένη κόρη,
ήμουνα αμούστακο παιδί,
μα την αγάπησα πολύ,
δέκα χρονών αγόρι.

Κι εκεί που περίμενα ότι θα γινότανε ο χαμός από τις απροκάλυπτες και απρεπείς αυτές εξομολογήσεις του, συγκίνηση και σιωπή πλάκωσε την υπόγεια και υγρή αίθουσα, εκεί όπου γίνονταν οι εκδηλώσεις του σχολείου.

Τότε μάλιστα ένιωσα ότι κάτι παιζόταν μεταξύ των μαθητών, όλων ανεξαιρέτως, κάτι που οι καθηγητές, ή εγώ τουλάχιστον, ήμουν ολωσδιόλου ανίκανος να προσδιορίσω και να εντοπίσω.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προξενούσε πάντα η αγωνία του καθώς έγραφε τα πρόχειρα διαγωνίσματα των τριμήνων και η ένταση και έξαψή του όταν ανακοίνωνα τους βαθμούς των διαγωνισμάτων αυτών. 

Την ίδια έξαψη εκδήλωνε και όσες φορές πηγαίναμε εκδρομή στο παρακείμενο του σχολείου αλσύλλιο, πετώντας κι αυτός σαν τους άλλους συμμαθητές του την ογκώδη τσάντα του στον αέρα τη στιγμή της ανακοίνωσης της απόφασης για εκδρομή, επειδή γλύτωνε τις ώρες των μαθημάτων -παρόλο που όλοι οι συμμαθητές του εξαφανίζονταν αργότερα μέσα στο σκοτεινό παρκάκι κι έμενε αυτός να περιπολεί μοναχός στα ίδια πάντα ελάχιστα μέτρα. Με το άσπρο του κεφάλι να φωτίζει σαν θολό φανάρι τη νύχτα.

«Έλα, κάθισε μαζί μας», πήγαινα και τον προσκαλούσα στο τραπέζι μας, στην καφετερία που ήμασταν μαζεμένοι όλοι οι καθηγητές.
Αρνιόταν επίμονα, με όλο τον προσήκοντα σεβασμό, να συγχρωτιστεί μαζί μας. Είχε μια παλιά και ξεχασμένη ευπρέπεια.

«Τα παιδικά χρόνια μου ήταν τα καλύτερα της ζωής μου», πέταξε καθώς πηγαίναμε οι δυο μας βιαστικοί μετά το σχόλασμα, ώρα έντεκα παρά είκοσι το βράδυ, προς τη λεωφόρο Βουλιαγμένης να προλάβουμε το λεωφορείο. Μπροστά εγώ με τη μεγάλη τσάντα μου και από πίσω αυτός με τη δική του ακόμα μεγαλύτερη τσάντα, προσπαθώντας να με φτάσει.

Σταμάτησα και τον κοίταξα ντροπιασμένος, χωρίς να ξέρω το λόγο αυτής της ντροπής μου.
«Μπες, θα χάσεις το λεωφορείο», με παρότρυνε και μ' έσπρωξε ελαφρά ν' ανεβώ, έχοντας ξεχάσει νομίζω απολύτως την προηγούμενη διατίμηση της παιδικής του ηλικίας.

Τέλος Μαΐου, λίγες μέρες πριν ν' αρχίσουν οι απολυτήριες εξετάσεις του έτους, ο κύριος Πέτρος εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο.

Καθώς έμαθα αργότερα, έπασχε χρόνια από καρκίνο και μπαινόβγαινε κατά καιρούς στα νοσοκομεία. Τώρα όμως η ασθένειά του είχε φτάσει στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής της, πράγμα που ο ίδιος γνώριζε από καιρό ότι επρόκειτο να συμβεί.

«Θέλω να σου λύσω την απορία», μου είπε ανάμεσα στις κοινότοπες κουβέντες που ανταλλάσσαμε όταν είχα πάει να τον επισκεφθώ -και πριν προλάβω να σκεφτώ τι εννοούσε, ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον: «Περνιούνται, φαντάζομαι, ανελλιπώς οι απουσίες μου στο βιβλίο. Έτσι δεν είναι;»

«Ναι, βέβαια», επιβεβαίωσα.

«Πενήντα πέντε μέρες απουσίας, δηλαδή 165 τον αριθμό, συν μία ώρα παραπάνω τις Πέμπτες που 'χουμε τετράωρο, επί εφτά βδομάδες, 172 συνολικά απουσίες», υπολόγισε. «Περνάτε δηλαδή στο απουσιολόγιο τρεις απουσίες, Νικολαΐδης Πέτρος, κάθε μέρα, την Πέμπτη βέβαια τέσσερις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ξανά αυστηρά και επίσημα.

Τον παρατηρούσα αμήχανος πάνω στο κρεβάτι του.

«Ξέρεις γιατί γράφτηκα στο Γυμνάσιο, ενώ γνώριζα καλά την κατάστασή μου;» έσπασε τη σιωπή. «Για την προοπτική», είπε.

Έσμιξα τα φρύδια προσπαθώντας να τον καταλάβω.

«Ανεκδιήγητος είσαι, δάσκαλε», χαμογέλασε. «Τώρα που γράφηκα στο Γυμνάσιο και είμαι μαθητής, περασμένος κανονικά στα μαθητολόγια, τα απουσιολόγια και όλα τα μαθητικά μητρώα, είμαι χρεωμένος πια. Ανήκω. Εδώ μόνο βρίσκεται το μέλλον και η προοπτική μου», εξήγησε μιλώντας πολύ αργά και με υπομονή.

Φαίνεται πως μεγάλη απορία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο μου.


«Ανεκδιήγητος είσαι, μωρέ δάσκαλε», είπε ξανά και γέλασε με μια όρεξη απερίγραπτη, σαν να την είχε φέρει απίθανα σε κάποιον που είχανε μαζί παλιούς και ανοιχτούς λογαριασμούς.
--

28/6/13

Παραμύθι στον γιό μου

της Ιωάννας

Ένα παραμύθι από το βιβλίο του Ναζίμ Χικμέτ (1975) «Το ερωτευμένο σύννεφο». Η μετάφραση έγινε από την Έρα Σαβαΐδου το 1979 μετά από παραγγελία του Τρίτου Προγράμματος του Ραδιοφώνου, από όπου μεταδόθηκαν το διάστημα 1-12-1979 έως 18-1-1980, στην εκπομπή των Ελ. Βλάχου και Μ. Κυρτζάκη «Το ερωτευμένο σύννεφο, λαϊκά παραμύθια της Τουρκίας».

Τα περισσότερα παραμύθια αποτελούν διασκευή των παραδοσιακών, όπως τα είχε συλλέξει ο μεγάλος Τούρκος λαογράφος Μπορατάβ. Ωστόσο, ο Ναζίμ Χικμέτ, εκτός από τη διασκευή, επιχείρησε και έγραψε και ορισμένα, ένα εκ των οποίων και αυτό που παρουσιάζεται. Εξάλλου, ο σπουδαίος ποιητής και δραματουργός συνήθιζε να νανουρίζει το γιο του με ιστορίες αγάπης και ελευθερίας.

Αν και όπως γράφει ο ίδιος ο Ναζίμ Χικμέτ «τα παραμύθια είναι προτιμότερο να τ΄ ακούς παρά να τα διαβάζεις»,  το αναγνωστικό κοινό μπόρεσε να απολαύσει τα παραμύθια από τις εκδόσεις Ύψιλον (1988) σε εικονογράφηση Δημήτρη Καλοκύρη.






Ο Ναζίμ Χικμέτ, αναπαύεται στο σπίτι του στην ΕΣΣΔ, κάτω από τις φωτογραφίες του Μεχμέτ (πηγή).








Μια φορά κι έναν καιρό, γιε μου, μια χρονιά απ' όλες τις χρονιές, σε μια χώρα, ζούσε ένας άνθρωπος με άσπρα γένεια που ήξερε πολλά, πιο πολλά από την καλοσύνη που 'χε στην ψυχή του, και η καλοσύνη της ψυχής του ήτανε πιο πλατιά από τη γνώση του.

Σ' αυτήν τη χώρα, λοιπόν, γιε μου, που ζούσε ο άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, στην πιο μεγάλη πόλη είχανε στήσει ένα άγαλμα. Το άγαλμα που λέμε είχε μάτια αστραφτερά φτιασμένα από πέτρες πολύτιμες, τα μαλλιά του από ατόφιο ασήμι, η κορμοστασιά του από απείραγο χρυσάφι και το μπόι του ίσια με δυο χιλιάδων ανθρώπων. Οι συντοπίτες του ανθρώπου μας με την άσπρη γενειάδα, που είπαμε πως η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, πιστεύανε και προσκυνούσανε σ' αυτό το άγαλμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πιστεύανε πως το άγαλμα που λέμε έδινε και την καλοσύνη και την κακία, και την καλή και την κακή σοδειά, και την ομορφιά και την ασκήμια κι όλα.

Μόνο ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα δεν πίστευε σ' αυτά. Στην αρχή, αυτή του την απιστία την έκρυβε μέσα του. Με τον καιρό όμως το μυστικό του μεγάλωνε, ώσπου έγινε μέσα του μια μεγάλη πέτρα που του βάραινε την ψυχή. Ε, δεν άντεξε, και μια μέρα τρέχει εκεί που ήτανε στημένο τ' άγαλμα και φωνάζει στους συντοπίτες του:

- Καλοί μου συντοπίτες, γιατί πιστεύετε σ' αυτό το άγαλμα με τ' αστραφτερά μάτια και τη μαλαματένια κορμοστασιά; Αυτό, εσείς το φτιάσατε και το στήσατε εδώ. Με το μυαλό σας και με τα χέρια σας. Και τώρα στέκεστε μπροστά του λες κι είναι τούτο ο δημιουργός του μυαλού και των χεριών σας! Εγώ σας λέω: πέρα από κείνο που δεν φαίνεται, πού 'ναι αιώνιο μα και που αλλάζει ασταμάτητα, πέρα από το πλάσμα που δεν πλάστηκε, δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να πιστεύετε. Γκρεμίστε τούτο το άγαλμα, συντοπίτες μου!

Σαν ακούσανε τα λόγια του ανθρώπου που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, οι συντοπίτες του στην αρχή δεν καταλάβανε, ύστερα σαν καταλάβανε τα χάσανε λίγο, ύστερα θύμωσαν και στο τέλος πήρανε πέτρες από καταγής, γιε μου, και τον πετροβολήσανε. Και όχι μόνο μια φορά. Έλα όμως που αυτός δεν το έβαζε κάτω και δεν σώπαινε... Αυτό που νόμιζε σωστό, αυτό που σκεφτότανε, το 'λεγε χωρίς να διστάζει, κι όσο το 'λεγε και το ξανάλεγε τόσο η φωνή του δυνάμωνε, κι όσο η φωνή του δυνάμωνε τόσο ένιωθε και πιο νέος.

Έτσι λοιπόν, γιε μου, ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα απόχτησε την αγέραστη νιότη κάτω απ' τις πέτρες που πέφτανε βροχή. Κείνοι που τον πετροβολούσανε γέρασαν, οι μέσες τους λύγισαν, τα χέρια τους έτρεμαν και δεν μπορούσαν πια να προστατέψουν την πίστη τους, τ' άγαλμά τους. Κι ο άνθρωπος μας που συναπάντησε την αιώνια πίστη, αυτός που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από την γνώση του, αυτός που η ψυχή του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του κι απ' την ψυχή του πιο γενναία, γκρέμισε μόνο με μια γροθιά το άγαλμα πού 'χε το ύψος χιλιάδων ανθρώπων.

Κι εσύ, γιε μου, σαν δεν διστάζεις να λες πως δεν πιστεύεις σ' αυτό που δεν πίστεψες ποτέ, σαν δεν κιοτέψεις τότε που θα σε πετροβολάνε γι΄ αυτό που πιστεύεις, κι εσύ τότε, σαν τον άνθρωπο που ζούσε κάποτε σε κείνη τη χώρα, που η καλοσύνη του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του πάνω από την καλοσύνη του, τότε θα φτάσεις στη αιώνια νιότη, γιε μου...



31/5/13

Νέος Διωγμός


του  Κώστα Βάρναλη

Συνάντησα μια Κυριακή1 σε κάποιαν από τις ακτές του Ευβοϊκού τον Α. Δελμούζο2. Του είπα:

-Όταν συλλογίζεται κανείς πόσοι κόποι μας, πόσα νεανικά μας όνειρα, πόσες θυσίες πάνε χαμένα! Πώς αρχίσαμε και πού τελειώσαμε! Και καμιά ελπίδα δεν υπάρχει να σταματήσει το πισωδρόμημα. Ξαναγυρίσαμε από κει που αρχίσαμε. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας!

-Εγώ, μου απάντησε, εξακολουθώ να πιστεύω. Τίποτα δε χάθηκε για πάντα. Υπάρχουνε πολλοί νέοι ακόμα με ψυχή!

Κούνησα το κεφάλι μου.

-Ο Χατζηδάκις3, πρόσθεσε, με αποκαλούσε «ανόητον ιδεολόγον». Και θέλω να είμαι!

Η οικονομική και πολιτική εξόρμηση της αστικής τάξης επί Βενιζέλου συνέπεσε με την πνευματική της εξόρμηση. Ποτές η Ελλάδα δεν είχε τόσο μεγάλο και τόσο πλούσιον πνευματικόν οργασμό, όσον τότες. Κι αυτός ο πνευματικός οργασμός είτανε συγκεντρωμένος κάτου από τη σημαία του δημοτικισμού.

Και τότες ακριβώς, στο Βόλο, ιδρύθηκε από το Σαράτση4 και το Δελμούζο (νεαρόν τότε παιδαγωγό) το πρώτο σχολείο της Ελλάδας, που καθιέρωσε για όργανο διδασκαλίας τη γλώσσα του λαού και για σκοπό διδασκαλίας τη νεοελληνικήν πραγματικότητα.

Η Αντίδραση: πολιτική, εκκλησιαστική, ακαδημαϊκή (ό,τι χαραχτηριζότανε τότε σα «φαυλοκρατία») κίνησε τη δίκη των «αθέων» κ' έκλεισε το σχολειό! Κι όμως ο αγώνας δε σταμάτησε. Ύστερ΄ από λίγα χρόνια, η δημοτική έμπαινε στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού και γραφότανε το περίφημο Αναγνωσματάριο του Ζαχ. Παπαντωνίου, «Τα Ψηλά Βουνά».

Η προοπτική είτανε τούτη: Κάθε χρόνο να προχωρεί η γλώσσα του λαού κι από μια τάξη, όσο να καταχτήσει όλο το δημοτικό σκολειό - κι από κει προχωρώντας στο ελληνικό, να μπει στο γυμνάσιο κι από το γυμνάσιο στο πανεπιστήμιο... Και πού φτάσαμε; Πίσω! Στά... «ία», στα «ωά» και στην... «αίξ!». Ξαναπέσαμε ως το λαιμό στο βούρκο της φαυλοκρατίας και της αμορφωσιάς. Και το «ξανακύλισμα» είναι θάνατος. Όχι μονάχα πνευματικός, θάνατος καθολικός!

Και ξέρετε τι θα συμβεί; Οι «εθνικόφρονες» λογοτεχνικοί σύλλογοι, οι επίσημοι διανοούμενοι της Αντίδρασης -όλοι τους δημοτικιστές- ή θα σιωπήσουν ή θα υπερθεματίσουν. Με το δικαιολογητικό πως είναι υπέρ του καλώς εννοουμένου δημοτικισμού κ΄ εναντίον των... άκρων!

Και θα δείτε τα εξής σε λίγο: Ο Μητροπολίτης να συγχαίρει τον υπουργό της Παιδείας για την εθνική του τόλμη! Οι Συγκλητικοί του πανεπιστημίου και των άλλων ανωτάτων σχολών να σπεύδουνε στο υπουργείο να υποβάλουν τα συγχαρητήριά τους.

Κι αυτοί ακόμα οι δημοδιδάσκαλοι (άσε πια τους καθηγητάδες της Μέσης!) θα πανηγυρίζουν «επί τη εθνική νίκη» -και το χειρότερο αλλά και το φυσικότερο για ένα έθνος αγράμματο, θα ξαναβρυκολακιάσουνε στην πρωτεύουσα και τις επαρχίες τα παλιά κι αξιολύπητα εκείνα συλλαλητήρια εναντίον των αθέων, των μητραλοιών, των Σλαύων…

Και το ακόμα χειρότερο: ο παλιάς «Παμφοιτητικός» θα μαζέψει και θα κάψει μπροστά στα πολύπαθα Προπύλαια του πανεπιστημίου τα αντεθνικά έργα του Σολωμού, του Παλαμά, του Ψυχάρη, του Πάλλη, του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Σκουζέ...

Όλοι οι «εγγράμματοι» εναντίον των αγραμμάτων! Κι όλοι οι αρχοντοχωριάτες εναντίον των ορεσιβίων!

Σημειώσεις
[1] Ο Κώστας Βάρναλης προσδιορίζει σε υποσημείωση τη χρονιά: 1953.
[2] Ο Αλέξανδρος Δελμούζος υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας. Το όνομά του έχει συνδεθεί με τα «Αθεϊκά» 
[3] Ο Γεώργιος Χατζιδάκις ήταν ο πρώτος καθηγητής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
[4] Ο Βολιώτης γιατρός και πολιτικός Δημήτρης Σαράτσης, υποστήριξε το έργο του Δελμούζου. 


Πηγή: Κώστας Βάρναλης (1983) Αισθητικά-Κριτικά-Σολωμικά, Αθήνα: Κέδρος.

3/5/13

Παιδικά χρόνια


του Γιάννη Ρίτσου

Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Αθήνα, 1941, Αρχείο Βούλας Θεοχάρη,  Μουσείο Μπενάκη. 
Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, ο Τσολάκογλου υπέγραψε πρωτόκολλο παράδοσης της χώρας με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ Ντήτριχ, στο Βοτονόσι του Μετσόβου.





Ποιος λέει ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι τα πιο χαρούμενα, ξέγνοιαστα, ελεύθερα; Όχι, όχι. Τα πιο πικρά, τα πιο βασανισμένα, -να θέλεις, να θέλεις και να μην ξέρεις τι θέλεις, κι οι μεγάλοι να λένε «μη αυτό, μη εκείνο», κι η θάλασσα να 'ναι απέραντη και να μην μπορείς να την πάρεις, και να περνάνε τα βαπόρια μακριά δίχως ν' αράζουν στο νησί μας αφήνοντας μια τούφα λυπημένο καπνό πέρα στο λιόγερμα σαν τον καπνό της Ιθάκης που σε κάνει να μαντεύεις το μακρινό, το αμέτρητο, το άπιαστο, τη στιγμή που εσύ όλα τα θέλεις να τα πιάνεις με τα δάχτυλα σου, να τα μετράς στα δέκα δάχτυλα σου κι αυτό το 10 να 'ναι το Άριστα με κόκκινο μελάνι όχι στα δικά σου τετράδια. Αμ' εκείνος ο μαυροπίνακας του σχολείου; -το πιο μεγάλο ΜΗ, να σου κόβει το κεφάλι με το έμπα της άνοιξης κι η σκόνη της κιμωλίας στα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού σου να σε κάνει ν' ανατριχιάζεις σα ν' άγγιξες την παγωμένη μύτη του πεθαμένου.

Α, η πονεμένη, η γλυκιά παιδιάστικη άγνοια πολιορκημένη απ’ το άγνωστο, σε οικεία ανταπόκριση με το μέσα μας άγνωστο, θαμπωμένη απ’ τις μυριάδες εκείνα τα σπιθίσματα που δεν πυκνώνουν και δε σμίγουν σ' έναν ήλιο (να γίνουμε εμείς ο ήλιος) ούτε διαχέονται ως πέρα πέρα σαν το φως του ήλιου που να φαίνονται όλα ως πίσω απ’ τα βουνά, πίσω απ’ την αχνογραμμένη στον ορίζοντα Κρήτη, στα διάφανα δειλινά, τόσο απλωμένα σα χαμένα, και να φαινόμαστε κι εμείς από παντού, σα να μην ήμασταν καθόλου.

Χώρια πια που τα κορίτσια κάναν ξεχωριστές παρέες και λέγαν τα δικά τους, όλο πσου πσου και γελάκια και λοξές κοροϊδευτικές ματιές σα να ξέρανε τάχα μου αυτές περισσότερα, και κάρφωναν τα μαλλιά τους με κόκκινα και γαλάζια χτενάκια, αλλά, έννοια σου, κι εμείς (κι ας μην είχαμε χτενάκια -είχαμε μια τσατσάρα στην κωλότσεπη του κοντού παντελονιού και σιάχναμε μια χωρίστρα «μερακλαντάν», που 'λεγε κι ο Κάβουρας) κάναμε τις δικές μας παρέες και λέγαμε τα δικά μας που ήταν ολότελα διαφορετικά απ’ τα δικά τους, κι ήμασταν λυπημένοι και θυμωμένοι και σκαρφαλώναμε ως πάνου στα δέντρα κι αμολάγαμε μεγάλους χαρταϊτούς ως τα μεσούρανα και παίζαμε τις μεγάλες αμάδες (άντε, ρε παρτσακλά, να ρίχτε και λόου σας μια τέτοια άμάδα)∙  κι εκείνες παίζαν στην άλλη άκρη της Μεγάλης Ντάπιας της Χρυσαφίτισσας κάτι δικά τους σαχλοπαίχνιδα, το κουτσό, την τυφλόμυγα, και χαχανίζανε σαν καρακάξες, γι' αυτό (καλά τους κάνανε) δεν τις αφήνανε να μπαίνουνε στο ιερό της εκκλησίας του Ελκομένου (όξω οι γυναίκες), ενώ εμείς τ' αγόρια καθόμασταν σ' όλη τη λειτουργία μες στο Ιερό και τα λέγαμε, και πότε πότε φορούσαμε κάτι άσπρα φουστάνια με χρυσό σειρήτι στο λαιμό (δεν είχαν κουμπιά, τα περνούσαμε απ’ το κεφάλι και ξεχτενιζόμαστε, μα είχαμε πάντα την τσατσαρίτσα μας), βγαίναμε απ’ τη δεξιά πύλη του ιερού, όχι απ’ τη μεσαία Ωραία Πύλη, περπατούσαμε σοβαρά, με τα εξαφτέρουγα ψηλά, κοιτάζοντας ίσα μπροστά κι ούτε που ρίχναμε μια ματιά στα κορίτσια∙ ύστερα γυρίζαμε πάλι στο ιερό, προνομιούχοι εμείς, παιδιά του δημοτικού και του σχολαρχείου, καθόμασταν στον μεγάλο καναπέ (παράξενο, είχε έναν καναπέ στο ιερό) και ψιλολέγαμε τα δικά μας (όχι για τα μαθήματα) για κολύμπια, ψαρέματα, καβουρομάνες, χταπόδια, πανιά, γλάρους, καρχαρίες, για τον Ιωνά στην κοιλιά του σκυλόψαρου που το λέγανε «κήτος», για τα πουλιά μας και τα αποκάτου απ’ τα πουλιά μας, ψιθυριστά μη μας ακούνε κι οι Άγιοι οι ζωγραφιστοί στους τοίχους, ιδίως εκείνο το κομμένο κεφάλι του Αι Γιάννη στο δίσκο της Σαλώμης -βρε την άτιμη, τον φίλαγε, λέει, στα χείλια και τα αίματα τρέχανε στα σαγόνια της∙ μα πιο πολύ απ’ όλα μιλάγανε (οι άλλοι σε μένα) για τη μεγάλη αδερφή, μου τη Νίνα (με περνούσε έντεκα χρόνια) που ήταν όμορφη σαν άγγελος, κι όταν λουζόταν κι έβγαινε στην αυλή να στεγνώσουν στον ήλιο τα χρυσά σκάλες σκάλες μαλλιά της, πυκνά και μακριά ως κάτω απ’ τη μέση της, και λαμποκόπαγε ολόγυρα ο τόπος, τα βενετσιάνικα τειχιά, τα καραούλια, οι βίγλες, όλος ο βράχος της Μονοβασιάς, οι τρούλοι του Άι Νικόλα, του Άι Γιώργη κι η αγορά με τα μικρά μπακάλικα, τα τσαγκαράδικα, το φαναρτζίδικο, και στρέφαν όλοι για να δουν από που βγαίνει αυτό το φως και ξέρανε πως είναι η Νίνα ή στο μπαλκόνι ή στην αυλή μας∙ κι όλα τ' αδέρφια και πρωτοξαδέρφια του πατέρα μου, παντρεμένοι ή ανύπαντροι, ήταν ερωτευμένοι με τη Νίνα∙ κάθε φορά που πήγαιναν ταξίδι στην Αθήνα ή στο εξωτερικό της κουβαλούσανε βραχιόλια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κολιέδες, μεταξωτά φορέματα, τούλια, ταφτάδες, οργκαντίνες και βελούδα τριανταφυλλένια, θαλασσιά και βιολετιά, κιβώτια σαμπάνιες, μπρικ και μαυροχάβιαρο κι ένα σωρό καλούδια∙ μα και τα πιτσιρίκια του δημοτικού και τα παιδόπουλα του σχολαρχείου, κι αυτά ερωτευμένα∙ εκεί, λοιπόν, που καθόμουν στον καναπέ, μες στο ιερό, έρχονταν ένας ένας, σκύβανε στ' αυτί μου και μου λέγαν «άμα μεγαλώσω θα μου δώσεις γυναίκα μου τη Νίνα;»∙ κι εγώ καμάρωνα κι έλεγα σ' όλους «ναι» ιδίως ο Αργύρης (14χρονος πια, στο σχολαρχείο, ομορφόπαιδο, κι είχε βγάλει μεγάλες τρίχες στα πόδια κι έσκαγε στο πάνου χείλι μαύρο μαύρο το μουστακάκι του, μελαχρινός με ολογάλανα μάτια), ο Αργύρης, λοιπόν, με διπλάρωνε, στριμωχνόταν στο πλευρό μου μόλις άδειαζε μια θέση στον καναπέ και μου 'λεγε, μου 'λεγε για τη Νίνα, δε με ρωτούσε αν θα του την δώσω, αυτός μωρέ μάτια μου θα την έπαιρνε με το σπαθί του «και τι νομίζεις» σε δυο μήνες θα βάλω μακριά παντελόνια «θα 'μαστε ταιριαστοί∙ θα μου στείλει λεφτά ο μπάρμπας μου απ’ την Αμέρικα να πάρω τα δαχτυλίδια του αρραβώνα και σε τρία χρονάκια θα 'μαι μεγάλος να την παντρευτώ»∙ μα εγώ έκανα τον δύσκολο, γιατί ο Αργύρης ήταν πολύ όμορφος, δυνατός, καλοδεμένος και μ' άρεσε πιότερο απ’ όλους τους άλλους για τη Νίνα μας' «ναι, μα δε θα την πειράξεις όσο θα 'σαστε αρραβωνιασμένοι»∙ «μα την Παναγιά, που μας βλέπει απ’ αντίκρυ∙ ούτε με το μικρό μου δάχτυλο στο μάγουλο της»∙ «κι άμα παντρευτείτε;»∙ «ε, τότες θα γίνει»∙ «ναι, μα η Παναγία που ορκίστηκες μόνο τον κρίνο μύρισε»∙ «ώρα είναι να μου πεις και για τους πελαργούς∙ δεν αφήνεις τις σάχλες, ρε Ίων αυτά 'ναι για μωρά παιδιά». Μ' άρεσε πιο πολύ που μίλαγε σαν αντράκι σίγουρα θα τα πω της Νίνας, να τον πάρει∙ κι ας τολμούσε τότε κάνα παιδί να μου κάνει τον καμπόσο∙ θα τον έσπαγε ο Αργύρης στο ξύλο.

Όμορφες ώρες περνάγαμε στα νυχτερινά εκκλησιάσματα. Κι οι  Άγιοι μας κοιτάζανε σα φίλοι μας∙ καταλάβαιναν κάτι θα ξέραν κι αυτοί∙ ποτέ δε μας μάλωναν. Μα τα καλύτερα νυχτέρια μας ήταν τη Μεγάλη Βδομάδα, ιδίως τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα Ευαγγέλια που κράταγε πολύ και βρίσκαμε καιρό να λέμε και να λέμε, μεθυσμένοι απ’ τις ψαλμουδιές, απ’ το λιβάνι, απ’ τη μυρωδιά του λιωμένου κεριού, απ’ τις φλόγες και κάτι άλλο που δεν ξέραμε να το πούμε βαθιά μέσα μας που πολύ αργότερα το 'παμε «ένδοξο πόνο» κι άλλος το 'πε «σμίξιμο του έρωτα και του θανάτου», μακρινές υποψίες, μαντέματα, βάγια, δάφνες, ταπεινοσύνη, περηφάνια, ένα γυμνό σώμα κι ένα άλλο, το φτωχό ξυλουργείο, ένα πηγάδι, ένα άγνωστο χαμένο διαμάντι στη λάσπη, το σηκώνεις, το καθαρίζεις με τα δάχτυλά σου, λάμπει, σκουπίζεις τα δάχτυλά σου στο σακάκι σου, κι είσαι καθαρός και θέλεις να το χαρίσεις στην Ιουδήθ, στη θέση της είναι η Σιωπή που όλα τα ξέρει και δεν τα λέει, και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι Ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει για ν' ακούσει, και τ' άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να 'ναι λυπημένος ο κόσμος κι η Θεια Σταθούλα κι η κυρα Παρασκευούλα κι ο μπάρμπα Γιάννος που 'χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι' αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, γιατί μια και υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ' άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι υστέρα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά, ν' ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να 'φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα — δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες.

«Ίων, Ίων» με φώναζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο».  Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ' αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως, την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον εχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;).

Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το 'πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιόν;», «το Χρίστο, ντε∙ μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά∙ «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα -λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ».

Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πώς το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήρι του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να 'ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα 'φτιαξα στεφάνι και Του 'βγαλα τον ακάνθινον στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το 'χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπάτης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να 'βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ' αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό∙ -θα το φορέσει- είπε -το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

ΑΘΗΝΑ, 11.1.84

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ίσως να ΄ναι κι έτσι, Κέδρος, 1984, σελ. 54-63

25/3/13

Οι κουρσάροι


Ο Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895) εκτός από τη θεμελιώδη συμμετοχή του στην ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού και της επιστημονικής θεωρίας του προλεταριάτου, ασχολήθηκε με την ποίηση και τη πεζογραφία. Μάλιστα, η πεζογραφία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των ιδεών του, κυρίως στα νεανικά χρόνια. Η αρθρογραφία του σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, διηγήματα και ποιήματα προσανατολισμένα σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, ενώ είχε καταφερθεί κατά της «λαϊκής λογοτεχνίας» εκτιμώντας ότι μέσω της εξιδανίκευσης και των ψευτο-παραμυθιών εκφράζονται, συγκαλυμμένα, τα συμφέροντα των αντιδραστικών τάξεων.

Σταθερά προσανατολισμένος στο ριζοσπαστισμό, προσέγγιζε ομοίως και την ποίηση θεωρώντας ότι μέσω αυτής πρέπει να εκφράζεται «ο αγώνας για την ελευθερία, ενάντια στην τυραννία, στο φιλισταϊσμό και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία». Επίσης, έχοντας διαχωρίσει τη θέση του από κάθε εθνικιστική τάση και εθνική προκατάληψη δεν παρέλειπε να επισημαίνει ότι κάθε έθνος συμβάλλοντας στον παγκόσμιο πολιτισμό, αξίζει σεβασμού.

Δεν ήταν λίγες φορές που ο Φρ. Ένγκελς δέχθηκε επιθέσεις για την προώθηση επαναστατικών λογοτεχνικών κειμένων ή και για την απόρριψη από πλευράς του, έργων που προωθούσαν την αστική ιδεολογία. Ακόμα και στις Επιστολές του, είναι  έντονο το ενδιαφέρον του για την ποίηση και τη πεζογραφία, αν και πολύ νωρίς είχε αντιληφθεί ότι η κλίση του προς την ποίηση είναι περιορισμένη.  

Ένα από τα λογοτεχνικά έργα του, το οποίο έγραψε το 1837 με τίτλο «A Tale Pirate», είναι εμπνευσμένο από τον Αγώνα των Ελλήνων «Κουρσάρων» κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Στην Ελλάδα μεταφράστηκε το 1936 και δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στον «Ριζοσπάστη» από  20 έως 26 Μαρτίου 1936. Από τα φύλλα αυτά δεν βρέθηκε στο ψηφιακό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, μόνο εκείνο της 23ης Μαρτίου.

Η παρούσα απόδοση του έργου Ένγκελς έγινε από την αγγλική γλώσσα με την υποστήριξη της πρώτης –και εξαιρετικής- μετάφρασης του 1936, από την οποία διατηρήθηκε και ο τίτλος.  

 Νικηφόρος Λύτρας, Η Πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη.


Οι κουρσάροι

Ι
Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωί του 1820. Το καράβι ετοιμαζόταν να σαλπάρει από την Κούλουρη, τη Σαλαμίνα της αρχαιότητας, τόπος που εκτυλίχθηκε η Αθηναϊκή Ανδρεία. Ένα ελληνικό εμπορικό καράβι, με πολυάριθμο πλήρωμα που είχε φέρει στην Αθήνα μαστίχα, αραβική κόμμι και άλλα, μα κυρίως χατζάρια  Δαμασκού, ξύλο κέδρου και όμορφα ασιατικά υφάσματα.

Στο λιμάνι υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Ο καπετάνιος περιδιάβαινε ανάμεσα στους ναύτες επιβλέποντας να γίνει σωστά η δουλειά, όταν ένας ναύτης ψιθύρισε σ΄ έναν άλλον στα ιταλικά:   

«Φίλιππο, βλέπεις  το παλικάρι που στέκεται εκεί πέρα; Είναι ο καινούριος επιβάτης που ο καπετάνιος  προσκάλεσε χθες βράδυ∙  θέλει να τον πάρει μαζί μας, κι αν αρνηθεί θα τον φουντάρει στη θάλασσα, γιατί ο μικρός δεν πρέπει να φτάσει στην Πόλη που θέλει να πάει.»

«Μα», είπε ο Φίλιππο, «τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;».

«Δεν ξέρω. Ο καπετάνιος, όμως, είμαι σίγουρος ότι θα ξέρει».

Την ίδια στιγμή, από το καράβι ρίχτηκε μια κανονιά κι όλοι έτρεξαν στις βάρκες. Ο καπετάνιος πήρε θέση στη βάρκα φωνάζοντας: «Άντε, παλικάρι, τι σκέφτεσαι; Μπρος, έλα γιατί σαλπάρουμε!».

Ο νεαρός, στον οποίο απεύθυνε τα λόγια αυτά, και μέχρι τότε στεκόταν αμίλητος σε μια κολώνα, γύρισε φωνάζοντας: «Ναι, έρχομαι!» κι έτρεξε προς τη βάρκα. Έκατσε, και απομακρύνθηκαν γρήγορα από την ακτή. Το ίδιο γρήγορα πλεύρισαν το καράβι. Με τη δεύτερη κανονιά το πλήρωμα συγκεντρώθηκε στο κατάστρωμα και σήκωσαν άγκυρα με τα πανιά ανοιχτά. Το μπρίκι γλίστρησε πάνω στη γαλάζια θάλασσα, σαν ένας τεράστιος κύκνος.

Ο καπετάνιος, που επέβλεπε μέχρι τότε τους ναύτες, πλησίασε τον όμορφο νεαρό, ο οποίος ακουμπισμένος στην κουπαστή κοίταζε θλιμμένα να χάνονται στο βάθος οι κορφές του Υμηττού.

«Νεαρέ», του είπε, «έλα στην καμπίνα μου, θέλω να κάτι να σου πω»
«Ευχαρίστως», απάντησε ο νεαρός κι ακολούθησε τον καπετάνιο.

Όταν κατέβηκαν κάτω, ο καπετάνιος του είπε να καθίσει και ρίχνοντας χιώτικο κρασί σε δυο κούπες, είπε:

«Άκουσέ με, έχω μια πρόταση για ΄σένα. Αλλά για πες μου, πρώτα, πώς σε λένε; Από πού είσαι;»

«Το όνομά μου είναι Λέων Πάππος κι είμαι από την Αθήνα. Εσείς;»

«Λέγομαι καπετάν Λεωνίδας Σπετσιώτης, από τις Σπέτσες. Τώρα άκουσε! Εσύ  σίγουρα μας θεωρείς τίμιους εμπόρους; Όχι, δεν είμαστε τέτοιοι! Κοίταξε τα κανόνια μας, τα φανερά και τα κρυμμένα, τα πυρομαχικά μας, το οπλοστάσιό μας και τότε θα καταλάβεις πως το εμπόριο είναι απλώς ένα πρόσχημα. Θα καταλάβεις ότι είμαστε διαφορετικοί, καλύτεροι άνθρωποι, γνήσιοι Έλληνες, οι άνθρωποι που εξακολουθούν να λαχταρούν τη λευτεριά. Εν ολίγοις, Κουρσάροι, όπως μας λένε οι άπιστοι που τιμωρούμε. Και τώρα για ΄σένα∙ για ΄σένα που  μου αρέσεις και μου θυμίζεις πολύ τον αγαπημένο μου γιο που οι άπιστοι μού τον σκότωσαν πέρυσι, μπροστά στα μάτια μου. Θέλω να σου προτείνω λοιπόν, να ενωθείς μαζί μας και να βοηθήσεις στον αγώνα για τη λευτεριά των Ελλήνων, προξενώντας ζημιές στους άπιστους, για τους οποίους ταιριάζουν, βέβαια, οι στίχοι του Ομήρου:

«Έσσεται ήμαρ ότ΄ αν ολώλη  Ίλιος ίρη και Πρίαμος, και λαός ευμέλω Πριάμοιο» [α]

Αν όμως δεν θέλεις να το κάνεις αυτό δεν σου εγγυώμαι για τις συνέπειες. Όταν το πλήρωμά μου μάθει τι σου ομολόγησα, σίγουρα θα ζητήσει το θάνατό σου. Κι εγώ, όσο και να το θέλω, δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω»

«Τι είναι αυτά που λες; Κουρσάροι; Και μου προτείνετε να ενωθώ μαζί σας; Αμέσως! Για να πάρω πίσω το αίμα του πατέρα μου! Ω χαρά! Είναι χαρά μου να ενωθώ με εσάς, να πολεμήσω με λύσσα ενάντια στους μουσουλμάνους, να τους σφάξω σαν ζώα!»

«Συμφωνήσαμε λοιπόν! Έτσι μ΄ αρέσεις, Λέων! Ας πιούμε ένα μπουκάλι χιώτικο κρασί για την καινούρια φιλία!», και ο γέρο-μπεκρής ξαναγέμισε τις κούπες με κρασί: «Πιες λοιπόν, Λέων, να την αδειάσουμε!», έλεγε συνέχεια παρακινώντας τον ντροπαλό σύντροφό του.

Ύστερα, πήρε τον καινούριο του σύντροφο, τον σεργιάνισε στο καράβι και του έδειξε τ΄ άρματα. Πρώτα μπήκαν στην οπλαποθήκη. Εκεί βρίσκονταν κρεμασμένα κάθε είδους υπέροχα κουστούμια, στενές ναυτικές μπλούζες, φαρδιά καφτάνια, ψηλά καπέλα, χαμηλά ελληνικά φέσια, πλατιά σαρίκια, στενά φράγκικα πανταλόνια και φαρδιά τούρκικα κοντοβράκια, πλουμιστά περσικά γιλέκα, σακάκια ουσάρων της Ουγγαρίας, ρώσικες γούνες,  όλα  τακτοποιημένα μέσα σε μεγάλες ντουλάπες. Οι επιφάνειες ήταν σκεπασμένες από όπλα όλων των εθνών:  κάθε είδους πυροβόλα,  από μικρά πιστόλια τσέπης μέχρι βαριά τρίκροτα μουσκέτα, σπαθιά όλων των ειδών,  χατζάρες Δαμασκού, ισπανικά ξίφη, πλατιές γερμανικές σπάθες, κοντά ιταλικά στιλέτα, γιαταγάνια, ήταν προσεκτικά κρεμασμένα παντού. Στις γωνιές ήταν βαλμένα ντουλάπια για τα κοντάρια, έτσι ώστε να χρησιμοποιείται κάθε σημείο του χώρου.

Στη συνέχεια πήγαν στην πυριτιδαποθήκη. Εκεί βρίσκονταν οκτώ μεγάλα βαρέλια που το καθένα είχε κοντά πενήντα κιλά μπαρούτι και τέσσερα μικρότερα με πέντε, σχεδόν, κιλά το καθένα. [1] Μέσα σε τρία βαρέλια υπήρχαν μπόμπες και δύο μεγαλύτερα με οβίδες. Τα ντουλάπια, στα πλαϊνά, ήταν γεμάτα από κανάτια και τσουκάλια με σκόνη, που εκτός από μπαρούτι είχε μέσα κομμάτια από μολύβι, πέτρες και κομμάτια σίδερου. Στο άλλο διαμέρισμα που επισκέφθηκαν, ο Λεωνίδας του έδειξε μερικά τσουβάλια με μπάλες κανονιών. Ύστερα ανέβηκαν ξανά στα κανόνια. Κι από τις δυο μεριές του καραβιού υπήρχαν δώδεκα κανόνια μεγάλου διαμετρήματος. Στην πρύμνη  βρίσκονταν άλλα δυο κανόνια των 48 βολών. Ανάμεσα σ΄ αυτά, και σ΄ όλες τις μεριές, ήταν τοποθετημένα περιστροφικά κανόνια μεγάλου διαμετρήματος, όλα μαζί ίσαμε τριάντα. Όταν γύρισαν στην καμπίνα, ο Λεωνίδας έδειξε στον Λέοντα τρία ακόμα κιβώτια γεμάτα με τουφέκια και σφαίρες και δυο κασόνια με σκάγια.

«Τι λες; Το καράβι μας είναι σε καλή κατάσταση;»  τον ρώτησε.

«Τέλεια!», αποκρίθηκε ο Λέων, «Δεν μπορούσε να είναι καλύτερη. Τώρα όμως  επιστρέψτε μου να κοιτάξω λίγο ακόμα από το κατάστρωμα.»

Ανέβηκε πάνω. Μα πολύ σύντομα ξανακούμπησε στην κουπαστή. Περνούσαν πια τις Κάβο- Κολώνες, το αρχαίο Σούνιο, και ο Λέων κοίταζε θλιμμένα τις ψηλές κορφές του Υμηττού που χάνονταν στο βάθος, όταν τον διέκοψε ο Λεωνίδας:

«Γιατί παιδί μου είσαι τόσο λυπημένος; Έλα πάμε στην πρύμνη να μου πεις για τη ζωή σου.»
Και ο Λέων τον ακολούθησε, λέγοντας την ακόλουθη ιστορία: 

ΙΙ
Σε λίγο θα γίνω δεκάξι χρονών. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος, ο Γρηγόριος Πάππου. Η μητέρα μου ονομαζόταν Άρτεμις. Εγώ λέγομαι Λέων, η δίδυμη αδερφή μου ονομάζεται Ζωή κι ο μικρότερος αδελφός μου, Αλέξης. Πριν τρεις μήνες, πάνω κάτω, ο Πασάς της Αθήνας [2] λιμπίστηκε μια νεαρή σκλάβα που ο πατέρας μου την είχε μεγαλώσει μαζί μας. Αμέσως λοιπόν,  ζήτησε να του τη δώσουμε κι όταν ο πατέρας μου αρνήθηκε, αυτός ορκίστηκε να τον εκδικηθεί και κράτησε τον όρκο, για να μας καταστρέψει.

Ένα βράδυ, εκεί που καθόμασταν ήσυχα στο σπίτι μας τραγουδώντας μαζί με τη Σελίμ, τη σκλάβα, που έπαιζε λύρα, τη Ζωή και τον Αλέξη, ξαφνικά μπήκαν μέσα οι Αρναούτες [3] του Πασά και αρπάζοντας τον αγαπημένο μας πατέρα και τη Σελίμ έφυγαν.

Εμάς, αφού μας ποδοπάτησαν, μας άφησαν σε άθλια κατάσταση. Φύγαμε από το σπίτι μας και κάποια στιγμή  φτάσαμε στην πύλη του παλιού Μακεδονικού κάστρου [4]. Εκεί βρήκαμε καταφύγιο και οι σπλαχνικοί χωρικοί μας έδωσαν ψωμί και λίγο κρέας. Από ΄κει κινήσαμε για τον Πειραιά. Όμως αλίμονο! Η αδερφή μου είχε εξαντληθεί τόσο πολύ που έπεσε μισολιπόθυμη κάτω από μια ελιά. Όσο για ΄μένα, ήθελα να γυρίσω στην πόλη και να ζητήσω βοήθεια από τους συγγενείς μας.

Έτσι, ξεκίνησα αδιαφορώντας στα παρακάλια της μάνας μου κι όταν έφτασα κοντά στην Ακρόπολη κι ήμουν έτοιμος ν΄ ανέβω προς τα πάνω, βρήκα –φανταστείτε τη χαρά μου- τον πατέρα μου. Δεν μπορώ να σας περιγράψω με πόση λαχτάρα τον αγκάλιασα, όταν σκέφτηκα την ευτυχία και τη χαρά της μάνας μου.

Δυστυχώς, πολύ γρήγορα ήρθε  η απογοήτευση. Μόλις είχαμε κάνει μερικά βήματα, όταν είδαμε να έρχεται κατά πάνω μας ο διοικητής του στρατού του Πασά, των Αρναούτηδων. Αυτός αναγνώρισε τον πατέρα μου, έβγαλε το γιαταγάνι και ξεχύθηκε πάνω του. Ο πατέρας κρατώντας με το δεξί του χέρι ένα ροζιασμένο ξύλο που είχε βρει προηγούμενα, στάθηκε ακίνητος. Ο Τούρκος όμως, κατεβάζοντας το γιαταγάνι έκοψε το ξύλο στα δύο και με το χτύπημα ο πατέρας μου τραυματίστηκε στον ώμο. Ο Τούρκος ξαναχτύπησε το ίδιο δυνατά τον ανυπεράσπιστο, πια, πατέρα μου και χτυπώντας τον στο κεφάλι τον έριξε στη  γη. Εγώ σήκωσα το ξύλο από κάτω και το πέταξα στα μούτρα του Τούρκου. Μέσα στη μανία του, του έπεσε το γιαταγάνι αλλά τράβηξε ένα σφυρί από το ζωνάρι του και με χτύπησε τόσο δυνατά που έπεσα αναίσθητος

Όταν συνήλθα, ο  πατέρας μου ήταν ξαπλωμένος δίπλα μου και αφήνοντας την τελευταία του πνοή, μου είπε: «Λέων, γιε μου, φύγε, φύγε από ΄δω! Κινδυνεύεις! Είναι λεύτερη η μάνα σου;». Όταν του το επιβεβαίωσα, είπε: «Πηγαίνετε στην Κούλουρη κι από κει στο Ναύπλιο. Έχω φίλους εκεί!». «Πατέρα, πώς λέγεται ο δολοφόνος σου;»,  ρώτησα. «Λέων, το όνομά του είναι Μουσταφά Μπέη. Ο Θεός ας συγχωρέσει τη δόλια μου ψυχή.». Και μ΄ αυτά τα λόγια ο πατέρας μου ξεψύχησε. Αγκάλιασα το σώμα του, έκλαψα, φώναξα σε βοήθεια, όμως εκείνος κειτόταν πια νεκρός και κανένας δεν ήρθε να με βοηθήσει. Τελικά, σηκώθηκα στα πόδια μου και κλαίγοντας, φόρεσα το ζωνάρι του αγαπημένου μου πατέρα, έζωσα σ΄ αυτό το γιαταγάνι του δολοφόνου κι ορκίστηκα να μην αποχωριστώ ούτε το ζωνάρι, ούτε το γιαταγάνι, μέχρι που το αίμα του πατέρα μου να ξεπλυθεί με τούρκικο αίμα.  

Ύστερα απ΄ αυτό τράβηξα έξω από την πόλη,  αλλά –δυστυχώς, οι αγαπημένοι μου δεν ήταν πια εκεί! Ένα ματωμένο μαχαίρι, το ματωμένο μαντίλι της μάνας μου και το φέσι του Αλέξη που κείτονταν εκεί, μαρτυρούσαν πως κι εδώ είχε γίνει το κακό. Αυτό το φέσι φοράω τώρα. Αυτό είναι το μαχαίρι (κι έδειξε ένα όμορφο τούρκικο μαχαίρι, που είχε περασμένο στο ζωνάρι). Το μαντίλι το φοράω από τότε  κάτω από το χιτώνα μου, στο στήθος, δίπλα στην καρδιά μου.

Μόνο τότε θυμήθηκα τη λαβωματιά μου. Άρχισα να πονάω. Ανασήκωσα το φέσι και το αίμα ξανακύλισε στο πρόσωπό μου. Ξάπλωσα κάτω από ένα δέντρο κι έδεσα μ΄ ένα μαντίλι το κεφάλι μου.

Αποκοιμήθηκα και είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου, έτσι όπως μου άρεσε, ζωντανό και λεβέντη, με τη μάνα μου, τη Ζωή, και τον Αλέξη στο πλάι του, να έρχεται προς το μέρος μου και να με σηκώνει, αλλά στη συνέχεια ήρθαν οι Τούρκοι και ο δολοφόνος του πατέρα μου ορμούσε, ουρλιάζοντας. Τότε ξύπνησα κι είδα ότι βρισκόμουν  πάνω σ΄ έναν αραμπά κι ένας γέρος που στεκόταν μπροστά μου με καθησύχαζε.  

Με πήγε στην περιοχή του Άγιου Νικόλα, όπου με  γιάτρεψε. Έμεινα μαζί του τέσσερις βδομάδες και ύστερα μου έδωσε λεφτά και με τη βάρκα του με πήγε στην Κούλουρη. Εκεί πια χωριστήκαμε και για ενθύμιο κόψαμε ένα γρόσι στη μέση παίρνοντας από μισό. Στην Κούλουρη έκατσα μερικές μέρες, γιατί δε τα κατάφερνα να φύγω. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε.

ΙΙΙ
Αυτή, περίπου, ήταν η ιστορία του νεαρού Πάππου. Αμέσως, ο Λεωνίδας τον πήρε από το χέρι, πήγανε στην οπλαποθήκη, και τον πρόσταξε να διαλέξει τη στολή του. Από τα κουστούμια πήρε ελαφριά ελληνική βράκα κι ένα γαλάζιο πανωφόρι. Για όπλα διάλεξε ένα κοντό δίκαννο, ένα ζευγάρι δίκαννες πιστόλες κι ένα σφυρί. «Πάρε, λοιπόν, ένα σπαθί κι αν δεν θέλεις, διάλεξε θηκάρι», του είπε ο Λεωνίδας. «Όχι», είπε ο Λέων, «απ΄ αυτό το γιαταγάνι δεν θα χωριστώ! Και θα παραμείνει γυμνό ώσπου να βρω μονάχος μου θηκάρι».

Εν τω μεταξύ,  άρχισε να σκοτεινιάζει. Έφταναν πια, στην Τζια. Χωρίς να πλησιάσουν στη στεριά, κατέβασαν όλα τους τα πανιά κι αμόλησαν μια ρουκέτα, απ΄ το μεσαίο άλμπουρο. Σε λίγο  πλησίασε μια βάρκα, με έναν σταυρό στην πλώρη της. Στη βάρκα  βρίσκονταν έξη ένοπλοι άνδρες και δένοντάς την  στο καράβι  ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Ο Λεωνίδας τους παρουσίασε τον καινούριο σύντροφό τους κι όλοι τον υποδέχθηκαν εγκάρδια. Ύστερα, είπε ο Λεωνίδας:

 «Λοιπόν, Στέφανε, τι γίνεται εκεί έξω;»

Στέφανος: «Στο λιμάνι, είναι αραγμένο ένα τούρκικο εμπορικό καράβι. Εγώ ντύθηκα έμπορος κι ανέβηκα πάνω. Μα, ποιον νομίζεις πως είδα εκεί, Λεωνίδα; Φαντάσου ότι εκεί μέσα βρισκόταν ως σκλάβος ο παλιός μας σύντροφος, ο Δούκας. Φυσικά τον πήρα από ΄κει  βάζοντάς τον μέσα σ΄ ένα κασόνι. Το καράβι έχει μόνο τρία κανόνια, αλλά το  πλήρωμα είναι μεγάλο και καλά οπλισμένοι. Θα ΄ναι ίσαμε τριάντα Τούρκοι στο πλοίο. Αλλά πήρα με το μέρος μας δυο Έλληνες επιβάτες που ταξιδεύουν προς την Αθήνα. Αυτοί θα καταλάβουν την μπαρουταποθήκη» .

Λεωνίδας: «Ω! Έξοχα! Μείνετε εδώ και περιμένετε λίγο».

Έτρεξε κάτω στην καμπίνα, επέστρεψε με τρία μπουκάλια κρασί και αφού τα μοίρασε στους νιόφερτους, άρχισε να λέει:

«Τώρα, είμαστε -περιμένετε- έξι εσείς, είκοσι στο καράβι, ο Λέων, εγώ, που κάνει συνολικά 28, δυο Τούρκοι επιβάτες, που πάνε στο Σέριφο, από τους οποίους ο ένας Γενίτσαρος. Νότο!»

Ο άνθρωπος που λεγόταν έτσι, ήρθε αμέσως.

«Πάρε μαζί σου τον Πρώτο και τον Ταρά και πηγαίνετε στην καμπίνα, να αφοπλίσετε τους Τούρκους και φέρτε τους πάνω».

Ο Νότος έφυγε.

«Μιχάλη!», φώναξε ο Λεωνίδας, «Εδώ!», απάντησε ο τελευταίος, κι έφτασε αμέσως.

«Γεμίστε αμέσως τα  κανόνια, ετοιμάστε τρεις οβίδες με βόλια για τα περιστρεφόμενα και στα υπόλοιπα κανόνια βάλτε μολύβια, γυαλιά, πέτρες και σίδερα! Φέρτε εξήντα οβίδες, δυο μπόμπες κι ένα κασόνι με βόλια. Αρματωθείτε όλοι!». Οι εντολές του πραγματοποιήθηκαν. «Και τώρα, γιε μου», είπε στρεφόμενος προς τον Λέοντα, «τώρα θα έχεις την ευκαιρία να δοκιμαστείς στην πρώτη σου μάχη,  μαζί μας. Να πολεμήσεις γενναία. Από τη στιγμή που το καράβι μπει στη μάχη να είσαι δίπλα μου. Μην τολμήσεις να σαλτάρεις στο τούρκικο καράβι πριν από μένα. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να κοστίσει τη ζωή σου.»

«Ναι», είπε ο Στέφανος, «Το ξέρω καλά αυτό. Φαντάσου, Λέων, ότι πήδηξα πάνω στο πλοίο του εχθρού με δύο νέους συντρόφους, όπως εσύ. Ο εχθρός, όμως, έκοψε τους κάβους, απομονωθήκαμε και βρεθήκαμε στα χέρια τους. Παλέψαμε, αλλά όταν πέθαναν οι δύο σύντροφοί μου, εγώ δέχτηκα τέτοια πίεση από τους εχθρούς κι ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Το σημάδι φαίνεται ακόμα. Σίγουρα θα είχα σκοτωθεί κι εγώ αν, εν τω μεταξύ, οι δικοί μας δεν ξαναπλεύριζαν το καράβι.»

Στη συνέχεια, ήρθε ο Νότος με δύο Τούρκους, ο ένας εκ των οποίων είχε δεμένο το χέρι του.  Ο Νότος είπε στο Λεωνίδα:

«Εδώ, τους έχω τώρα. Πάλεψαν απεγνωσμένα. Αυτός ο Γενίτσαρος χτύπησε τον Πρώτο τόσο δυνατά που δύσκολα θα γίνει καλά. Γι΄ αυτό κι εγώ του έσπασα το χέρι, την ώρα που ο Ταράς είχε ξαπλώσει τον άλλον κάτω.  

«Ναι», είπε ο Γενίτσαρος, «ήταν ένα πονηρό χτύπημα, να μας επιτεθούν την ώρα που καθόμασταν ήσυχοι στην καμπίνα μας! Αλλά την πλήρωσαν ακριβά κι αυτό με παρηγορεί.»

«Ω», απάντησε ο Λεωνίδας, «Εγώ ποτέ δεν αμφέβαλα για την ανδρεία σας. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να μείνετε χωρίς ανταμοιβή. Αν θέλετε, θα σας αποβιβάσω  αύριο το πρωί στα Θερμιά. Αλλά ο καθένας από σας θα μου δώσει λύτρα πενήντα γρόσια».  Οι Τούρκοι συμφώνησαν ευχαρίστως και επέστρεψαν στην καμπίνα, υπό την επιτήρηση του Νότου, ενώ ο Λεωνίδας πήγε να δει τον Νότο που βρισκόταν ξαπλωμένος  σε μια αιώρα. Εξετάζοντας το τραύμα είδε ότι ήταν μια λαβωματιά από χαντζάρι στο κρανίο, το οποίο είχε καταστραφεί κατά ένα μέρος. Ήταν μια θανάσιμη πληγή, όμως υπήρχε ακόμα ελπίδα. Έβαλε ένα έμπλαστρο και αποσύρθηκε μαζί με τον Λέοντα για ύπνο. Για τον τελευταίο, έχει βάλει ένα κρεβάτι δίπλα στο δικό του. 

Στη μέση της νύχτας ξύπνησαν. Μπροστά τους στεκόταν ο Στέφανος.

«Βιαστείτε, στα βόρια φαίνονται  πανιά. Μπορείτε να τα δείτε χωρίς φανάρι.»

Μέσα σ΄ ένα λεπτό αρματώθηκαν και οι δυο. Ο Λεωνίδας άνοιξε ένα ντουλάπι κι έδωσε στον Λέοντα ένα σακί βόλια κι ένα μεγάλο κέρατο γεμάτο μπαρούτι. Εφοδιάστηκε και ο ίδιος με πυρομαχικά και τράβηξαν για το κατάστρωμα.  

«Μιχάλη!» φώναξε ο καπετάνιος, «πού είναι τα περιστρεφόμενα κανόνια;»

Όταν τα υπέδειξε, έκατσε ο ίδιος στο πρώτο κι έβαλε τον Λέοντα στο δεύτερο και τον Στέφανο στο τρίτο.

Το πλήρωμα συγκεντρώθηκε στο κατάστρωμα. Ο Λεωνίδας πρόσταξε να μαζευτούν και τους μέτρησε. Μαζί με τον ίδιο ήταν είκοσι έξι. Διέταξε το Νότο να φύγει κι αυτός έθεσε τον εαυτό του σε ένα από τα σαρανταοκτάρια κανόνια και ο Μιχάλης σε ένα άλλο. Τα περιστρεφόμενα όπλα ήταν τα πιο δύσκολα απ΄ όλα.

Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον ορίζοντα. Είχαν πλησιάσει πολύ με το καράβι. Στη συνέχεια, χάθηκε. Μάλλον κατευθυνόταν αλλού. Επανεμφανίσθηκε αρκετές φορές αλλά τελικά το έχασαν.

Ξημέρωσε. Η θάλασσα ήταν καλυμμένη με ομίχλη η οποία σταδιακά αραίωνε. Λίγο αργότερα, ο Στέφανος, που ήταν ακόμη στο κατάρτι, φώναξε: «Βλέπω το καράβι! Είναι,  ίδιο όπως αυτό που είδα στο λιμάνι της Τζια.»

Ο Λεωνίδας το είδε επίσης, με το κιάλι του. Ο Στέφανος κατέβηκε. Αμέσως άνοιξαν όλα τα πανιά και σύντομα ήταν ορατό πλέον σε όλους. Ανέβασαν την τουρκική σημαία και άρχισαν να πλησιάζουν. Μετά από τρεις ώρες, περίπου, όταν ήταν τόσο κοντά ώστε  απείχαν ελάχιστα από το πεδίο βολής.  Στη συνέχεια, ο Λεωνίδας διέταξε να κατεβάσουν την τουρκική σημαία και η μαυροκόκκινη σημαία[5] με τον λευκό σταυρό κυμάτισε μεσίστια. Όμως, το τουρκικό πλοίο είχε ήδη αλλάξει ρότα προς τα  βορειοδυτικά με όλα του τα πανιά, για να φτάσει στη Μακρόνησο. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Λεωνίδας ρίχνει μια κανονιά στα ξάρτια του εχθρού. Οι Τούρκοι απάντησαν αμέσως, αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκαν. Στη συνέχεια, ο Λεωνίδας φωνάζει: «Εδώ, Μιχάλη με δεκαπέντε άντρες σου, ξεκίνα. Πρέπει να το πάρουμε! Νότο! Ρίξετε φλεγόμενα τόξα στον εχθρό! Ταρά, εσύ με πέντε άντρες να μείνετε εδώ.»

Το πλοίο ανέπτυξε ταχύτητα. Πλησίαζαν όλο και περισσότερο το θήραμά τους. Εν τω μεταξύ, ο Λεωνίδας διέταξε:

«Ταρά, μόλις γυρίσει ο Μιχάλης, πηγαίνετε στα δεξιά κανόνια. Στέφανε, είσαι υπεύθυνος για τα  κανόνια της πρύμνης. Λέων, μένεις κοντά μου!» 

Στη συνέχεια, ο Νότος εξαπέλυσε δώδεκα οβίδες, άλλα πέντε κανόνια βρυχήθηκαν και ένα από τα πανιά  του εχθρού έπεσε και κρέμασε από τα σχοινιά! Κραυγές πανηγυρισμού ακούστηκαν! Το κανόνι ξερνάει φωτιά για μια ακόμη φορά και το κατάρτι του εχθρικού πλοίου γκρεμίζεται! Οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν. Το πλοίο ήρθε πιο κοντά, και γρήγορα ο Λεωνίδας και ο Λέων έσπειραν τη φωτιά με τα περιστρεφόμενα όπλα τους. Αρκετοί άντρες σκοτώθηκαν, τα πυρά κόπασαν αλλά λίγο.  Ο Μιχάλης γύρισε. Τώρα ήταν αρκετά κοντά οι Τούρκοι, και οι κανονιοβολισμοί έπεφταν από παντού. Αλλά οι Τούρκοι αντιστέκονταν επίσης γενναία. Τότε, ο Λεωνίδας έδωσε εντολή να πέσουν με όλες τις δυνάμεις κατά του εχθρού. Τα περιστρεφόμενα κανόνια χτύπησαν και όταν το κατάστρωμα του εχθρικού πλοίου φάνηκε να καθαρίζει οι Έλληνες εφόρμησαν. Ο Μιχάλης έπεσε λαβωμένος ενώ  ο Λεωνίδας με το Λέοντα έριχναν τους γάντζους. Όλοι πυροβολούσαν τον εχθρό, όταν κάποια στιγμή ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον πρώτο εχθρό. Τραβώντας το πιστόλι του έριξε κάτω τον πρώτο και με το γιαταγάνι του να αστράφτει χτυπούσε τον έναν Τούρκο μετά τον άλλον. Άγρια η μάχη, μέχρι που αρκετοί Τούρκοι παραδόθηκαν στους γενναίους Έλληνες. Εκείνη τη στιγμή πετάγεται στον κατάστρωμα ένας γιγαντόσωμος Αρναούτης  και γυρνώντας το γιαταγάνι του, φώναξε:

«Τι συμβαίνει Μουσουλμάνοι; Σκοπεύετε να αφήσετε τον εαυτό σας να σφαγιασθεί από τους άπιστους; Αρπάξτε τα σπαθιά σας και σκοτώστε αυτά τα σκυλιά!»

Πήδηξε τότε μπροστά να διώξει μια και καλή τους Έλληνες. «Πού είναι ο αρχηγός σας;», φώναξε. «Εδώ», φώναξε και ο  Λεωνίδας προχωρώντας προς τα εμπρός. Πάλεψαν. Ο Λεωνίδας προστατευόταν από τα έξαλλα χτυπήματα του εχθρού. Με μια τυφλή, τρελή μανία ο τελευταίος κινήθηκε μπροστά και κατάφερε να χτυπήσει το αριστερό χέρι του αντιπάλου του. Ο Λεωνίδας έπιασε γερά τη σπάθα του κι έριξε κάτω το γιαταγάνι του εχθρού του, χτυπώντας τον, μέχρι που το αίμα ξεχείλισε από το στήθος του Τούρκου. Αλλά ένας άλλος Τούρκος έφτασε μέχρι τον Λεωνίδα και του έδωσε ένα τέτοιο χτύπημα στο πρόσωπο ώστε αυτός έπεσε κάτω. Ο Λέων είδε την πτώση, χτύπησε τον εχθρό μέχρι θανάτου και γυρνώντας είδε τους άλλους εχθρούς να παραδίδουν τα όπλα τους.  

Όμως, την ίδια στιγμή ο αρχηγός τους με δέκα άνδρες, μπήκαν στη βάρκα και τράβηξαν κατά τη Μακρόνησο.  

IV
Τώρα έκαναν τον απολογισμό στο πεδίο της μάχης. Δώδεκα Τούρκοι βρίσκονταν εκεί νεκροί. Οκτώ τραυματίστηκαν. Δέκα που είχαν παραδώσει τα όπλα τους, και δέκα είχαν δραπετεύσει.

Όμως, εκεί βρίσκονταν και τέσσερις Έλληνες νεκροί. Ο Μιχάλης κειτόταν κάτω μέσα στο αίμα. Ο Νότος  είχε πυροβοληθεί στο μηρό, ο καπετάνιος είχε πληγή από γιαταγάνι, και άλλοι τρεις τραυματίστηκαν ελαφρύτερα. Ο Λέων είχε χτυπήσει κεφάλι από σφαίρα που πέρασε ξυστά και είχε κόψει το χέρι του.

Ο Στέφανος πήγε προς το μέρος του. «Αγωνίστηκες, γενναία Λέων, αλλά πρέπει να έρθεις στο Λεωνίδα. Τι συμβαίνει, αιμορραγείς;»

«Δεν είναι τίποτα, μια σαχλαμάρα είναι. Εκείνο που με τρώει είναι που μας ξέφυγε αυτός ο καταραμένος ο Αρναούτης.  Ευχαρίστως να κάνω πολλά γι΄ αυτόν.»

Πήγε να δει τον Λεωνίδα. Ο καπετάνιος είπε: «Λέων, σου αναθέτω το καθήκοντα του Νότου μέχρι να γίνει καλά. Ο Στέφανος είναι καπετάνιος μέχρι που να μπορώ να αναλάβω εγώ. Πήγαινε στο Μιχάλη να δούμε πώς είναι.»

Εκείνος υπάκουσε. «Είναι πολύ αδύναμος! Έχει τραυματισθεί από πυροβολισμό στο στήθος και από μαχαιριά στο μηρό. Αλλά ο Ταράς ελπίζει ακόμα.»

Ο Στέφανος γύρισε: «Το πλοίο είναι φορτωμένο με βαμβάκι για Αθήνα και πυρομαχικά για το Ναύπλιο. Επίσης, μεταφέρει χουρμάδες, αιγυπτιακές καρύδες, σύκα και λογής λογής πραμάτεια προς πώληση.»

«Φέρτε πάνω  κάθε τι που έχει αξία από το πλοίο και βάλτε πλώρη για το Πόρτο Ράφτη», είπε ο Λεωνίδας. «Λέων, πήγαινε πάνω με το Στέφανο. Ανακρίνετε τους κρατούμενους και ελάτε να μου πείτε ό,τι σας πουν.» 

Πήγε. Η ουσία των δηλώσεων των κρατουμένων είχε ως εξής: το πλοίο ήταν  εμπορικό και ανήκε σε έναν έμπορο από τη Σμύρνη, που ονομαζόταν Μουράτ. Ο αδελφός του, Αλή, ήταν καπετάνιος και ήταν ο ίδιος άνθρωπος που τραυμάτισε τον Λέοντα.  Είχαν φτάσει στη Συκιά [6], όταν πήραν την είδηση πως υπήρχαν πειρατές στην περιοχή. Για το λόγο αυτό είχαν ναυτολογήσει ακόμα δέκα άνδρες το προηγούμενο βράδυ, ώστε να φθάσουν στην Αθήνα. Στη συνέχεια, είχαν δει το πλοίο και δέχτηκαν επίθεση. Στην ερώτηση, πού βρίσκονταν οι Έλληνες επιβάτες, είπε ότι ο ένας είχε πέσει στη θάλασσα και τον άλλο τον σκότωσε ο Αλή, όταν κοντοζύγωνε το πειρατικό καράβι.

Στη συνέχεια, αδειάσανε το πλοίο. Εκτός από τα προϊόντα που ήδη αναφέρθηκαν, βρέθηκαν πολλά όπλα και πυρομαχικά, τσόχα και ρούχα. Το καλύτερο απ΄ όλα ήταν τρεις σακούλες χρυσού, με 5.000 γρόσια η κάθε μια. Αυτές τις έφεραν στην καμπίνα του ελληνικού καραβιού.

Μεταξύ Σουνίου και αργολικής χερσονήσου υπάρχει ένα νησάκι [β],  βραχώδες και έρημο [7] Για ΄κει έβαλε πλώρη ο Λεωνίδας. Έφτασαν το επόμενο πρωί.  Αλλά, όπως ήθελαν να οχυρωθούν  εναντίον του Αλή και των Τούρκων, οι οποίοι σίγουρα θα είχαν βάλει το Πασά του Ευρίπου να στείλει πλοίο κατά του πειρατικού, ξεμπάρκαραν τους Τούρκους αιχμαλώτους, τους έδωσαν μερικά εφόδια, δυο σπαθιά και ένα όπλο με  πυρομαχικά, έτσι ώστε να μπορούν να συντηρηθούν από το κυνήγι λαγού και άλλων μικρών ζώων που αφθονούν στα νησιά αυτά.  

Ήταν έτοιμοι να σαλπάρουν, όταν διαπίστωσαν ότι έλειπε ο Λέων. Είχε πάει μακριά για κυνήγι, και άρχισαν να ψάχνουν να τον βρουν. Αναζητώντας τον, ακούστηκε ένας πυροβολισμός και σπεύδοντας προς τα κει βρήκαν τον Λέοντα βουτηγμένο στο αίμα. Δίπλα του κειτόταν σκοτωμένος ένας Τούρκος και παραδίπλα ένας άλλος με το ματωμένο γιαταγάνι  του Λέοντα στο χέρι.  Ο Στέφανος, που ήταν μπροστά, ξεχύθηκε κατά του Τούρκου. Μετά από μια σύντομη συμπλοκή έριξε στο χώμα το γιαταγάνι του, πέταξε κάτω και τον ίδιο και τον χτύπησε στο κεφάλι.  

Στη συνέχεια, έφθασαν και οι άλλοι. Έβαλαν τον Λέοντα σ΄ ένα φορείο από κλαδιά και ξεκίνησαν για το καράβι.  Ο Ταράς που εξέτασε τις λαβωματιές, διαπίστωσε ότι ο Τούρκος τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι, στο μηρό και ελαφρύτερα στο βραχίονα. 

Στο δρόμο συνήλθε ο τραυματίας: «Πού είναι γιαταγάνι μου;»,  ήταν η πρώτη ερώτησή του. Όταν του το έδειξαν είπε: «Πού είναι ο Τούρκος που με τραυμάτισε;»

«Τον σκότωσα», είπε ο Στέφανος. «Αλλά ησύχασε, είσαι βαριά τραυματισμένος.»  

Το τραύμα στο κεφάλι ήταν επικίνδυνο. Το ταξίδι με πλοίο μόνο κακό μπορούσε να κάνει, γι΄ αυτό αποφασίστηκε να συλλάβουν ξανά τους Τούρκους, να τους αποβιβάσουν σε ακτή του Μοριά και ν΄ αφήσουν στο νησί τον Λέοντα, το Μιχάλη, που επίσης διέτρεχε κίνδυνο, το Νότο  και το Λεωνίδα, με τρεις άνδρες να τους προσέχουν. Ο Στέφανος θα γυρνούσε να τους πάρει,  λίγες εβδομάδες αργότερα.

Μαζέψανε τους Τούρκους ξανά, μόνο ένας έλειπε, αλλά επειδή εμφανίσθηκε ένα τουρκικό πλοίο στο βάθος, οι Κουρσάροι έφυγαν βιαστικά με καπετάνιο τον Στέφανο. Εκτός από τους τραυματίες και τον Ταράς με δύο βοηθούς, έμειναν πίσω άλλοι πέντε με σκοπό την επόμενη μέρα να οδηγήσουν το τουρκικό καράβι στην Έπεινο [8].

Η κατάσταση του Λέοντα βελτιώθηκε αισθητά. Μετά από έξι μέρες μπορούσε να σηκώνεται και να περπατά λιγάκι.  Επίσης ο Μιχάλης μετά από μια εβδομάδα άρχισε να βγαίνει από τη μικρή καλύβα που είχαν χτίσει. Ο Λεωνίδας και ο Νότος είχαν γίνει σχεδόν τελείως καλά και πήγαιναν συχνά για κυνήγι. Μια μέρα ο Νότος γυρνώντας είπε:

«Είδα έναν Τούρκο. Όμως έτρεξε κι έφυγε. Ας είμαστε σε επιφυλακή.»

Την επόμενη μέρα πήγε πάλι για κυνήγι με τον Λεωνίδα. Εντόπισαν ένα αγριοκάτσικο και στη συνέχεια χώρισαν. Ο Νότος περπατούσε στο δάσος όταν ένας πυροβολισμός τον έριξε κάτω και ο Τούρκος κρατώντας ένα πιστόλι στο αριστερό κι ένα στιλέτο στο δεξί του χέρι, ξεχύνεται προς τα εμπρός, σκύβει, σηκώνει το μαχαίρι, αλλά εκείνη τη στιγμή σηκώνεται ο λαβωμένος, βγάζει το κουμπούρι και πυροβολεί τον Μουσουλμάνο. Εν τω μεταξύ, έφθασαν και οι άλλοι Έλληνες. Ο Τούρκος ήταν νεκρός. Η σφαίρα είχε βρει το Νότο στο στήθος, αλλά η λαβή του στιλέτου του είχε συγκρατήσει την ορμή της και από το τραύμα δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο.  

Μεταφέρανε το Νότο στην καλύβα, και πέρασε μια εβδομάδα ώσπου να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Όμως, τα εφόδια είχαν εξαντληθεί και στο νησί το κυνήγι ήταν λίγο.

V
Είχαν στο νησί τέσσερις εβδομάδες, όταν ο Στέφανος ήρθε και τους πήρε. Το τουρκικό πλοίο είχε πουληθεί σε Άγγλο έμπορο στη Θεσσαλονίκη για 10.000 γρόσια. Επίσης το βαμβάκι σε έναν άλλο για 4.000 γρόσια. Το πλοίο των Κουρσάρων εξοπλίσθηκε πάλι,  τρία νέα κανόνια, αναπλήρωση των πυρομαχικών, και διάφορα όπλα ήταν ξανά άφθονα. Επίσης η κατάσταση των πειρατών ήταν πολύ καλύτερη. Τώρα, το πλοίο έβαλε πλώρη  για τον Χάνδακα [9].

Μα, περνώντας έξω από τη Μήλο, εμφανίσθηκε στον ορίζοντα ένα τουρκικό πλοίο. Αμέσως ο Λεωνίδας έπεσε ξοπίσω του και το καταδίωξε μέχρι τον κόλπο της Μήλου, έξω από το στόμιο του οποίου βρίσκονται διάσπαρτα πολλά μικρά νησιά. Εδώ το πλοίο τη γλίτωσε, προστατευμένο από τα κανόνια του λιμανιού. Έγινε, όμως, φανερό πως επρόκειτο για Αιγυπτιακή γαλέρα. Μια λυσσαλέα μάχη αρχίζει τότε. Οι Έλληνες σπέρνουν τη φωτιά παλικαρίσια. Όμως ξαφνικά εμφανίζεται από τον κόλπο και πίσω από τους Έλληνες ένα τουρκικό μικρό πολεμικό καράβι. Ο Λεωνίδας καταπιάστηκε με τους Τούρκους-έστειλε το Στέφανο επάνω στο σκάφος τους, και μετά από μια σύντομη μάχη το αιχμαλώτισαν.

Εν τω μεταξύ, μια κανονιά από το φρούριο είχε χτυπήσει το ελληνικό πλοίο που άρχισε να βυθίζεται. Έτσι, βιαστικά κατευθύνονται προς την ακτή και το καθίζουν σε μια αμμουδιά. Αλλά οι άνδρες ανεβαίνουν στο αιχμαλωτισμένο τούρκικο πλοίο και αρχίζουν να καταδιώκουν με λύσσα τη γαλέρα, μέχρι που την πλευρίζουν. Ο Λέων πήδηξε απέναντι και ακολούθησε τους άλλους. Ο Στέφανος  και οι άλλοι τον ακολουθούν και επιτίθενται. Ο Λέων πολεμά πάντα πρώτος, και το σπαθί του λούζεται στο αίμα των Μουσουλμάνων.  Ο Στέφανος τον ακολουθεί και περνούν μπροστά.

Στη συνέχεια, ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αρχηγό των εχθρών, έναν γιγαντόσωμο Αιγύπτιο. Πάλεψε μαζί του, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον άλλο. Τέλος, ο Λέων τραυματίζει τον αντίπαλό του με ένα γρήγορο χτύπημα στο αριστερό χέρι. Τότε ο τελευταίος τραβάει ένα πιστόλι, πυροβολεί, αλλά αντί του Λέοντα χτυπάει έναν άλλο Έλληνα και πέφτει κάτω από τα χτυπήματα του γενναίου του αντίπαλου του. Με την πτώση του το πλοίο αιχμαλωτίσθηκε.

Οι λίγοι Τούρκοι που απόμειναν, παρέδωσαν τα όπλα τους και μεταφέρθηκαν στην ξηρά, όπου ο Ταράς ντυμένος Τούρκος πλησίαζε το οχυρό για να διαπραγματευτεί την αποκατάσταση του πλοίου. Ο φιλάργυρος Πασάς πείστηκε από ένα δώρο τριακοσίων γροσιών, αλλά έστειλε κρυφά με μια βάρκα τα νέα στη Σίφνο, όπου ήταν αγκυροβολημένα πολλά πλοία του τουρκικού στόλου. Αμέσως ξεκίνησαν για το σημείο, τρία καράβια.

Ο Νότος και ο Ταράς μόλις  είχαν βγει στην είσοδο του κόλπου με τη βάρκα τους, αντίκρισαν τα πλοία κι έτρεξαν αμέσως να προφτάσουν το μαντάτο στο Λεωνίδα. Εκείνος έστειλε γρήγορα μερικούς άνδρες στα τούρκικα καράβια στα οποία είχαν ήδη στείλει πυρομαχικά και μπόλικα κανόνια.  Όμως, οι περισσότεροι άνδρες διέταξε να μείνουν στο δικό τους πλοίο, όπου παρέμειναν επίσης και καμιά τριανταριά  νεοστρατολογημένοι από τη Μήλο. Ο Λέων που ήταν κυβερνήτης στο μικρό πολεμικό πλοίο στάθμευσε στην είσοδο του κόλπου

Οι Τούρκοι πλησίασαν. Στην αρχή πλησίασε μόνο ένα καράβι. Ο Λέων το χτύπησε με όλα τα κανόνια στην πλώρη, έστριψε το δικό του πλοίο, πλεύρισε το τούρκικο και πήδηξε μέσα μ΄ όλο του το πλήρωμα. Από την άλλη πλευρά όμως, φτάνει το δεύτερο τούρκικο, βγαίνει το πλήρωμά του και ξεκινά μια λυσσαλέα μάχη.  Ο Λέων πολέμησε γενναία. Αρκετοί Τούρκοι πέφτουν από τα χτυπήματά του, αλλά και πολλοί γενναίοι Έλληνες ξεψυχούν κάτω από τα σπαθιά των Τούρκων. Η τύχη είναι με το μέρος των βαρβάρων, οι οποίο ωστόσο είναι τριπλάσιοι σε αριθμό.

Τότε, ο Λέων είδε το δολοφόνο του πατέρα του.  Βλέποντας τον τεράστιο Αρναούτη  που εκείνη τη στιγμή σκότωνε έναν ηλικιωμένο Έλληνα, φώναξε εξαγριωμένος: «Γκουνγκιάζ [γ], πολέμα αν σου βαστάει με τους νέους». Ο Αρναούτης γυρίζει και επιτίθεται, δυο φορές δυνατότερος από τον Έλληνα αλλά με λιγότερη μανία. Πολέμησαν με λύσσα. Το ένα χτύπημα διαδέχεται το άλλο. Ο Τούρκος έχασε το γιαταγάνι του όταν ο Λέων τον κτύπησε με δύναμη στο χέρι. Αλλά αυτός άρπαξε από τη ζώνη του, το γνωστό στον Λέοντα, σφυρί και  μανιασμένος από τον πόνο, κατάφερε κάμποσα χτυπήματα στο νεαρό. Σύντομα το σφυρί βρήκε για δεύτερη φορά στο μέτωπο τον Λέοντα.  Κι ο Λέων πέφτει κάτω από τα δυνατά απανωτά χτυπήματα του Τούρκου.

«Σε πήρε ο διάβολος τώρα!», φώναξε, «τώρα και για τους άλλους». Αλλά αυτοί ήταν ήδη σχεδόν όλοι νεκροί και μόνο λίγοι που έχασαν τα όπλα τους πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

Εν τω μεταξύ, τα δύο άλλα πλοία που είχαν καταπλεύσει στο λιμάνι άρχισαν να καταδιώκουν τον Λεωνίδα, ο οποίος πέρασε στη γαλέρα με όλο το πλήρωμά του και με τα χρήματά του και ξεφεύγοντας την καταδίωξη έφυγε από το λιμάνι με ασφάλεια για την ανοιχτή θάλασσα πλέοντας προς το Μπέλο Πάουλο, όπου υπολόγιζε να λάβει νέα για την τύχη του Λέοντα και των υπολοίπων.  


Σημειώσεις του Φρ. Ένγκελς
[α]  Θα ΄ρθει μια μέρα που η μεγάλη Τροία θα καταστραφεί, θα καταστραφεί ο Πρίαμος και ο λαός του λογχοφόρου Πριάμου.
[β] Ονομάζεται Σαν Τζόρτζιο ντι Ασπάρα
[γ] Δολοφόνε, φονιά

Σημειώσεις των Γεφυρισμών
[1] Στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρονται 100 και 10 πάουντς  και στη μετάφραση του 1936, 33 και 23 οκάδες, αντίστοιχα.
[2] Η Αθήνα είχε το προνόμιο να μην αποτελεί έδρα Πασά. Τη διοίκηση στην πόλη ασκούσε ο Βοεβόδας που έδινε αναφορά στον Πασά της Χαλκίδας. Στο έργο του βοηθούσαν οι Αγάδες ενώ για τα μεγάλα ζητήματα απευθύνονταν στο Σουλτάνο. Ο Βοεβόδας δεν αναμειγνυόταν  σε ζητήματα μεταξύ Ελλήνων τα οποία επίλυαν οι Δημογέροντες και οι Επίτροποι που εκλέγονταν κάθε χρόνο μεταξύ των αρχόντων. Από τους άρχοντες ήτοι: εφημέριοι, ηγούμενοι, δημοδιδάσκαλοι, συμβολαιογράφοι, ποταμάρχος, αγροφύλακας και επικεφαλής συντεχνιών, μόνον ο Μητροπολίτης δεν χρειαζόταν ψήφο.  
[3] Οι Αρναούτες γενεαλογικά ανήκουν στους Ιλλύριους. Στην Ελλάδα ονομάζονται Αρβανίτες, στην Τουρκία Αρναούτες (Αρναβουτλάρ), στην Ιταλία Αρμπερέσσε, ενώ στην αρχική κοιτίδα τους έχουν αλλάξει όνομα και αυτοαποκαλούνται Σκιπτάριοι.
[4] Ο Ένγκελς δεν προσδιορίζει επακριβώς την περιοχή. Πιθανόν να αναφέρεται στο Λόφο του Μουσείου (Φιλοππάπου) όπου είχε εγκατασταθεί η μακεδονική φρουρά κατά την κατάληψη της Αθήνας από του Μακεδόνες (262 π.Χ.). Στο εσωτερικό του διατειχίσματος, το 294 π.Χ. είχε ανεγερθεί από τοn Δημήτριο τον Πολιορκητή το μακεδονικό φρούριο, με δύο πύργους.
[5] Οι σημαίες που χρησιμοποιήθηκαν τόσο στην προεπαναστατική Ελλάδα όσο και κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ποίκιλλαν ανάλογα με την περιοχή και τις οικογενειακές παραδόσεις των οπλαρχηγών. Τα χρώματα που αναφέρει ο Ένγκελς χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον Ρήγα Φεραίο ο οποίος σε φόντο με τρείς ρίγες (κόκκινη, λευκή και μαύρη) τοποθέτησε το ρόπαλο του Ηρακλή με τρεις σταυρούς επάνω σε αυτό. Στα ίδια χρώματα ήταν και η σημαία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Ιερού Λόχου. Το λευκό συμβόλιζε την αδελφότητα, το κόκκινο τον πατριωτισμό και το μαύρο τη θυσία. Επίσης ένας άγνωστος καπετάνιος σχεδίασε άσπρο σταυρό σε μαύρο πανί, συμβολίζοντας τη σκλαβιά (μαύρο), τον αγώνα (σταυρός) και την αναγέννηση  (λευκό).
[6] Συκιά ή Συκέα. Στη μετάφραση του 1936 το όνομα της άγνωστης περιοχής αποδίδεται  μόνο με το αρχικό γράμμα, «Σ.».  
[7]  Πιθανόν να αναφέρεται στη ακατοίκητη βραχονησίδα Άγιος Γεώργιος (ή Σαν Τζώρτζη) στην είσοδο του Σαρωνικού, η οποία είναι ιδιόκτητη και πολύ πρόσφατα εντάχθηκε στο δήμο Λαυρεωτικής  ενώ ιστορικά ανήκε στην Αργολίδα. Το νησάκι αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, το Στράβωνα και τον Σκύλακα ενώ σήμερα ανήκει σε Υδραίικη οικογένεια.   
[8] Στην αγγλική μετάφραση το άγνωστο λιμάνι αναφέρεται ως «Epina». Εδώ διατηρήθηκε η ονομασία από την ελληνική μετάφραση του 1936.
[9] Στο πρωτότυπο κείμενα αναφέρεται η πόλη Candia, δηλαδή το σημερινό Ηράκλειο. Έτσι ονόμασαν την πόλη οι ιδρυτές της, Σαρακηνοί πειρατές, το 824. Κάντια ονομάζεται, επίσης, ένα Αργολικό παραθαλάσσιο χωριό μεταξύ Ιρίων και Δρέπανου το οποίο χτίστηκε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από Κρήτες πρόσφυγες.

Πηγές
-Fr. Engels, A Pirate Tale
-Ριζοσπάστης, 20-26 Μαρτίου 1936, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου 
--