Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/13

2014


Ο Νικολάς Γκιγιέν (1902-1989) θεωρείται ο Εθνικός Ποιητής της Κούβας, σύμβολο του αγώνα για την κατάργηση των ταξικών και φυλετικών διακρίσεων. 


Η τέχνη του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρντ Μουνκ (1863-1944) θεωρήθηκε «εκφυλισμένη» από τους Ναζί και με την άνοδό τους στην εξουσία απέσυραν όλα τα έργα του από τις γερμανικές πινακοθήκες.

29/12/13

Ο Μαύρος Πέτρος

.

Είναι γνωστό ότι ο Άγιος Βασίλης των Ορθοδόξων, ταυτίζεται με τον Άγιο Νικόλαο των Καθολικών. Και στην ιστορία αυτού του Αγίου, οι Δυτικοί έχουν προσθέσει διάφορα ξωτικά, ταράνδους κι άλλα στοιχεία που πηγάζουν από κάθε πολιτισμό.

Στις ΗΠΑ, πριν ο κόκκινος Άγιος Βασίλης γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με τη διαφήμιση της Coca Cola (1931), όλοι τον φαντάζονταν όπως στον ολλανδικό μύθο του Sinter Klaas που μεταφέρθηκε στη Ν. Υόρκη από μετανάστες τον 17ο αιώνα.

Το 1773 έκανε την εμφάνισή του στον αμερικανικό Τύπο ως St. Α. Claus, αλλά εκείνος που  μετέφερε στο κοινό των ΗΠΑ λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ολλανδική εκδοχή του Αγίου Νικολάου ήταν ο διάσημος συγγραφέας Ουάσινγκτον Ίρβινγκ. 

Στην Ιστορία της Νέας Υόρκης, που δημοσίευσε ο Ίρβινγκ στις 6 Δεκεμβρίου 1809 με το ψευδώνυμο Diedrich Knickerbocker, ο Άγιος Βασίλης περιγράφεται να καταφθάνει έφιππος την παραμονή της εορτής του Αγίου Νικολάου (6/12), χωρίς όμως τη συνοδεία του Μαύρου Πέτρου (Black Peter). Μάλιστα, η ιστορία αυτή άνοιξε κυριολεκτικά τις πόρτες των εντύπων στο συγγραφέα, ο οποίος φρόντισε να πλέξει έναν μύθο για τον Ολλανδό ιστορικό Diedrich Knickerbocker που πλήρωσε με το ..χειρόγραφό του το λογαριασμό του ξενοδοχείου του στη Ν. Υόρκη!

Αλλά ποιος ήταν αυτός ο Black Peter ή Zwarte Piet στην ολλανδική γλώσσα; Πρόκειται για το συνοδό του Αγίου Νικολάου, πολύ πριν τους τάρανδους και τα ξωτικά. Εμφανίζεται στην παράδοση των Ολλανδών τον 15ο αιώνα αποτελώντας το φυσικό αντίθετο του Αγίου.


Υποδηλώνοντας έμμεσα και την αποικιοκρατική ισχύ της χώρας αυτής, ο Μαύρος Πέτρος είναι μαύρος, ψηλός και αδύνατος, με σκούρα μαλλιά και γενειάδα αποτελώντας την κακή όψη των Χριστουγέννων. Ήταν εκείνος που αντί για δώρα μοίραζε κάρβουνα στα άτακτα παιδιά τα οποία μάλιστα αντί να τα χαϊδεύει όπως ο Ευρωπαίος Άγιος Βασίλης, καμιά φορά τους έριχνε και μια στο κεφάλι με το ραβδί που κρατούσε για το σκοπό αυτό.  Επίσης, υπήρχε μια παράδοση σύμφωνα με την οποία στο σακούλι του παράχωνε τα κακά παιδιά για να τα πάρει μαζί του στην Ισπανία!

Με τα χρόνια ο Μαύρος Πέτρος που είχε ταυτιστεί με το διάβολο, ξέπεσε σε βοηθό αφού ο θεόσταλτος Άγιος Βασίλης τον καθυπόταξε. Η απεικόνισή του δεν ήταν σταθερή. Αρχικά αποτυπωνόταν ως Ισπανός πειρατής ενώ αργότερα, στο απόγειο του ιμπεριαλισμού, ως Ινδός ή Αφρικανός και πάντως έτσι ώστε να αντανακλάται και η γεωπολιτική κατάσταση της κάθε εποχής. Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις που ο Μαύρος Πέτρος απεικονίσθηκε με ιδιαίτερα ρατσιστικό τρόπο, ως σκλάβος με δεσμά, τα οποία βέβαια ισχυρίζονταν ότι συμβόλιζαν την υποταγή του Διαβόλου στο Θεό.

Πάντως, από τότε που έγινε υπάλληλος του Άγιου Βασίλη, η δουλειά του ήταν να αντικαθιστά τα χόρτα και τα καρότα που άφηναν τα παιδιά στα παπούτσια τους κάτω από τις καπνοδόχους με γλυκά και δώρα. Κι όταν αυτά δεν ήταν φρόνιμα την είχαν άσχημα, γιατί ο Μαύρος Πέτρος δεν άφηνε τίποτε!

Στους άλλους λαούς της Βόρειας Ευρώπης (Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία) το κακό πνεύμα που υπηρετούσε τον Άγιο Βασίλη, για την τιμωρία των ανήσυχων παιδιών, περιγραφόταν ως κερασφόρο τέρας, με μακριά μαλλιά και κόκκινη γλώσσα και ήταν γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως: Klaubauf, Krampus, Grampus και Bartel.

Μέχρι σήμερα ο Μαύρος Πέτρος υπάρχει σε διάφορες εκδοχές, ωστόσο έχει χάσει το ραβδί του και το ντύσιμό του, χαρακτηρίζεται από αναγεννησιακό στυλ: κοντά παντελόνια, κάλτσες κι ένα καπέλο με φτερό. Για να μην χάσει δε, τη σύνδεσή του με την Αφρική φοράει πάντα χρυσά σκουλαρίκια. Μοιάζοντας, πια, περισσότερο με ξωτικό, ο ρόλος του είναι απλώς να βοηθά τον Άγιο Νικόλαο να μοιράσει τα δώρα την παραμονή της γιορτής του, στις 6 Δεκεμβρίου.
.
Πηγές

Ενδιαφέρον
Σε μια περιπέτεια του Σέρλοκ Χολμς  με τίτλο Η Περιπέτεια του Μαύρου Πέτρου,  ο Σερ Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ, εξηγεί ότι ο πρωταγωνιστής-θύμα είχε λάβει αυτό το όνομα όχι μόνο επειδή ήταν μελαψός με τεράστια γενειάδα αλλά κι επειδή ήταν ο τρόμος και ο φόβος όλων γύρω του. 

22/12/13

Τα Φετεινά Κάλαντα

[Δημοσιεύθηκαν στο «Ριζοσπάστη» της 25ης Δεκεμβρίου 1946, με την υπογραφή «Α.Γ.». Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου. Με  πλάγια γραφή προτείνεται η προσαρμογή στίχων στο παρόν, για την οποία, όπως θα διαπιστώσετε, δεν απαιτούνται και πολλές παρεμβάσεις. Το χαρακτικό, επίσης από το ίδιο φύλλο, πρωτοσέλιδα, με τίτλο και υπότιτλο «Χριστούγεννα 1946. Μακρυά από το σπίτι τους, στο νησί της εξορίας»]


Χριστός γεννάται σήμερον

Καλήν εσπέραν Άρχοντες κι αρχοντογεννημένοι
και Άγγλοι που στην πλάτης μας είσαστε καθισμένοι.
(κι Ευρωπαίοι που στην πλάτης μας είσαστε καθισμένοι).
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
αλλού οι λαοί αγάλλονται κι εδώ οι δοσίλογοι όλοι!
(αντί όλοι οι λαοί ν΄ αγάλλονται, μόνο οι δοσίλογοι όλοι!)

Ήταν και τότε Κατοχή στη γη των Ιουδαίων
κι απογραφή διέταξε ο … Νόρτον των Ρωμαίων.
(κι απογραφή διέταξε ο … Τόμσεν των Ρωμαίων.)
Κι ο Ιωσήφ σαν τώμαθε αμέσως ξεκινάει
μαζύ με τη Μαρία του, στη Βηθλεέμ να πάει.
Στην πόλη φθάνει και ζητεί μια στέγη για να μείνει
γατί η Μαρία προ παντός χρειαζότανε μια κλίνη.
Μα όπου κι αν εχτύπησε, παντού, σ΄ όλες τις θύρες
για νοίκι του ζητήσανε… Χρονιάτικο και λίρες!
(για νοίκι του ζητήσανε… Χαράτσια και τοκογλυφίες!)
(για νοίκι του ζητήσανε… Χαράτσια και εφορίες!)

Κι ο Ιωσήφ κατέφυγε στο σπήλαιο με φούρια
κι εκεί τον εδεχθήκανε τα βώδια, τα γαϊδούρια,
γιατί εκείνα ήτανε, ω φίλοι συμπολίτες,
γαϊδούρια κι όχι σύγχρονοι… μεγαλοϊδιοκτήτες!
Εν τω σπηλαίω τίκτεται ο ποιητής των όλων
και οι άγγελοι, που έψαλλον εις τον ουράνιο θόλον,
ευθύς προτάσεις είχανε ναρθούνε στην Αθήνα,
να πούνε το τραγούδι τους και μέσ΄ στην… Αρζεντίνα.
(να πούνε το τραγούδι τους όπως στην Αρζεντίνα).

Ενώ οι ποιμένες έψαλλαν το Δόξα εν υψίστοις
Του Παπανδρέου έλαμψε η νέα του η… πίστις.
-πιστεύομεν, πιστεύομεν, ο Παπατζής φωνάζει
(-λεφτά έχομεν, έχομεν, ο Παπατζής φωνάζει)
Και όλοι, εχθροί και φίλοι του, με δαύτον κάνουν χάζι.

Εκ της Περσίας έρχονται οι μάγοι με τα δώρα
να φέρουν λίγη ενίσχυση στη δόλια μας τη χώρα.
Μα όλα τους τα εφόδια, που λέτε, μάνι-μάνι
τα πήραν οι ημέτεροι και οι βιομηχάνοι.
Αυτοί επήραν τον χρυσόν ευθύς σαν τα κοράκια
και τον κατεσπατάλησαν να φέρουνε… χτενάκια.
(και τον κατεσπατάλησαν να φέρουν… δανειάκια).
Τον λίβανον τον πήρανε, χωρίς ποσώς ν΄ αργήσουν
Οι βουλευτές μες στη Βουλή, τον Σματς να λιβανίσουν
(Οι βουλευτές μες στη Βουλή, την Τρόικα να λιβανίσουν).

Τότε λοιπόν για τον Χριστόν ως ήκουσε ο Ηρώδης
αμέσως εταράχθηκεν κι έγινε θηριώδης.
Και τις ορδές του διέταξε, παιδιά παντού ν΄ αρπάξουν
κι όλα τα συνομήλικα με το Χριστό να σφάξουν.
Και ήταν τότε απέραντος ο χαλασμός και σάλος.
Μόν΄ ο Σοφούλης γλίτωσε γιατί ήταν πιο μεγάλος!
(Μόν΄ ο Βενιζέλος γλίτωσε γιατί ήταν πιο μεγάλος!)
Έμοιαζε κείνο το κακό και των σπαθιών η χρήσις
Με του Δραγούμη τις γνωστές εδώ επιχειρήσεις
(Με του Μάνεση τις γνωστές εδώ επιχειρήσεις)
Κι όπως ηκούσθη η Ραχήλ τον θρήνον να λέει
Έτσι ηκούσθη και η Ελλάς τα τέκνα της να κλαίει!

Μα σήμερα Χριστούγεννα, ο κόσμος διηγιέται
πως της Αγάπης ο Θεός στην ύπαιθρο γεννιέται.
Κι ο Γονατάς, σαν τώμαθε, στράβωσε το στόμα
(Κι ο Σαμαράς, σαν τώμαθε, στράβωσε το στόμα)
Κι επήρε, από την κακίαν του, του Ρεΐζέν το χρώμα.
(Κι επήρε, από την κακίαν του, του Σόιμπλε το χρώμα.)
Και σαν Ηρώδης έτρεξε, το βρέφος να σπαράξει
Μα ο λαός θ΄ αγωνιστεί και θα το διαφυλάξει
γιατ΄ ένα αστέρι οδηγεί το Έθνος όλο τώρα,
τ΄ άστρο της Συμφιλίωσης, για να σωθεί η χώρα…
(τ΄ άστρο της Ανατροπής, για να σωθεί η χώρα…)

14/2/13

Λι Πο: Ο ποιητής του έρωτα και του οίνου


Στη Βανγκ Λουν

του Λι Πο
μτφρ: Α. Αγγελάκης

Είχα ανεβεί πια στο καράβι
κι όλη μου η έγνοια ήταν να φύγω
όταν ακούστηκε απ' την όχθη το τραγούδι σου
- απρόσμενα - που τραγουδούσες χτυπώντας ρυθμικά
το ποδαράκι σου.
Χίλια πόδια είναι βαθιά η Λίμνη του Λουλουδιού
της Αχλαδιάς
αλλά τόσο βαθιά δεν είναι, όσο η αγάπη
μέσα στο αντίο σου.



Ο Κινέζος ποιητής Λι Πο, γνωστός και ως Λι Μπάι, Λι Πάι και Λι Μπο, γεννήθηκε το 701. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρόγονοί του είχαν εξοριστεί στις αρχές του 7ου  αιώνα, πιθανόν λόγω κάποιου εγκλήματος, στην απομακρυσμένη περιοχή της βορειοδυτικής Κίνας, τη σημερινή Ξιν Γιάνγκ όπου κατοικούσαν Ουιγούροι σε καθεστώς αυτόνομης περιφέρειας. Ο λαός αυτός είναι τουρκογενής και παραμένει μέχρι σήμερα στην ίδια περιοχή.

Ο πατέρας του ήταν μικροεπιχειρηματίας και η μητέρα του έπλενε ρούχα συμπληρώνοντας το οικογενειακό εισόδημα. Όταν ο Λι Πο έγινε πέντε ετών ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση για την άρση του εκτοπισμού η οποία έγινε δεκτή από τις αρχές. Έτσι μετακόμισαν στην επαρχία Σετσουάν που θεωρείτο περισσότερο πολιτισμένη από τα χρόνια εκείνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής των προγόνων του στη βορειοδυτική Κίνα, η οικογένεια αναμίχθηκε με ντόπιους κι έτσι εξηγούνται τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά του ποιητή. Σύμφωνα με περιγραφές ήταν ψηλότερος από το μέσο Κινέζο, με ευρύ στόμα και διογκωμένα μάτια.

Πολύ νωρίς επικεντρώθηκε στη μελέτη λογοτεχνικών και θρησκευτικών κειμένων αναζητώντας τον εσωτερικό κόσμο, αντίθετα από την κομφουκιανή εκπαίδευση της εποχής με την οποία ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι ήταν αρκετά εξοικειωμένος. Έτσι, αφοσιώθηκε στον Ταοϊσμό που τον προσέλκυσε έναντι του Κομφουκισμού, λόγω του ρομαντικού μυστικισμού. Μελετώντας σε βάθος τη θρησκεία αυτή, σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Ταοϊστής Κάο Τιεν Σιχ του απένειμε και δίπλωμα. Εν τω μεταξύ είχε ξεκινήσει να γράφει ποίηση. Μάλιστα, από το 720 ο κυβερνήτης της επαρχίας είχε προβλέψει ότι ο νεαρός Ταοϊστής θα γινόταν ένας σπουδαίος ποιητής ενώ θεωρώντας τον ιδιοφυΐα τού πρότεινε να παραμείνει κοντά του ως κρατικός υπάλληλος, πράγμα το οποίο ο ανήσυχος Λι Πο δεν δέχθηκε.  

Μετά από μια ταραγμένη εφηβεία, περίοδο κατά την οποία ασχολήθηκε και με την πολεμική τέχνη, άρχισε να στρέφεται στο στοχασμό με αποτέλεσμα στα 20 χρόνια του να εγκατασταθεί στα βουνά βόρεια της Σετσουάν ζώντας ως ερημίτης μαζί με έναν συμμαθητή του από τη σχολή Ταό και  κατοικίδια πουλιά. Από τότε ο Λι Πο άρχισε να αποκτά φήμη για τη σοφία και το ποιητικό του ταλέντο.

Μετά από τέσσερα χρόνια απομόνωσης, αισθανόμενος πλέον συναισθηματικά και πνευματικά ώριμος αποφάσισε να διευρύνει τους ορίζοντές του, και να γνωρίσει τον κόσμο έξω από τα όρια της  Σετσουάν. Ταξιδεύοντας βόρεια, πέρασε τον ποταμό Γιάνγκτσε και φτάνοντας στην επαρχία Χουμπέι εγκαταστάθηκε κοντά στη λίμνη Τάνγκ-τινγκ. Εκεί γνωρίστηκε με την Χσου Χσιν Σιχ, εγγονή του πρώην έπαρχου και παντρεύτηκαν το 727. Αν και απέκτησαν μαζί δέκα παιδιά το σαράκι της περιπλάνησης εξακολουθούσε να τρώει τον Λι Πο. Έτσι, εξακολουθούσε να ταξιδεύει στη χώρα, πότε μαζί και πότε χώρια από τη γυναίκα του, επισκεπτόμενος άλλους ποιητές και διανοούμενους. Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σύναψε ακόμη δύο γάμους. Όπως και να ΄χει, με τα ταξίδια του όχι μόνο αυξανόταν το ποιητικό έργο του Λι Πο, αλλά και η φήμη του που έφθανε σιγά σιγά σε επίπεδο θρύλου. 


Ωστόσο, ένα περιστατικό τον έκανε να αναρριχηθεί και ταξικά, αποκτώντας την εύνοια των κυβερνώντων. Το 735 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην επαρχία Σανσί ήρθε αντιμέτωπος με εχθροπραξίες στην περιοχή Αν Σι. Τότε έσωσε τη ζωή του στρατιωτικού Κούο Τζούι που αργότερα όταν έγινε ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς των Τανγκ του ανταπέδωσε το καλό, ανάλογα.

Πέντε χρόνια αργότερα, 740, ο Λι Πο πέρασε μια περίοδο συντροφιά με πέντε ακόμη λογοτέχνες.  Οι «Έξι τεμπέληδες στο ποταμάκι των μπαμπού», όπως έγιναν γνωστοί, αποτελούσαν μια άτυπη ομάδα αφιερωμένη στην ποίηση και στο κρασί. Έμειναν μαζί στη βορειοανατολική επαρχία Σαντόγκ, επί έναν περίπου χρόνο και απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο πέρασαν μέρες «ποίησης μετά οινοποσίας».

Το 742, επισκεπτόμενος την πρωτεύουσα Τσανγκ έγινε θερμά δεκτός τόσο ο ίδιος όσο και η ποίηση και οι γνώσεις του από την αυτοκρατορική αυλή. Το γεγονός ενόχλησε κάποιους οι οποίοι φρόντισαν να «αποδείξουν» ότι ένα ποίημά του αποτελούσε μια κακόβουλη σάτιρα κατά του καθεστώτος. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η αιτία της απομάκρυνσής του από το παλάτι ήταν ότι ο Λι Πο τριγυρνούσε μεθυσμένος δημιουργώντας επεισόδια, όπως το να απαιτεί από τον υπασπιστή του αυτοκράτορα να του βγάλει τις λασπωμένες μπότες μπροστά από το θρόνο στον οποίο τύχαινε εκείνη τη στιγμή να κάθεται ο … ίδιος ο αυτοκράτορας!  

Έτσι, ο Λι Πο ξεκίνησε πάλι τις περιπλανήσεις στα βουνά και στις πόλεις της Κίνας. Περιπλανήσεις που κράτησαν μια δεκαετία και διακόπηκαν απότομα όταν ενεπλάκη σε μια εξέγερση. Τότε δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, ωστόσο η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία στα νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας μετά την παρέμβαση του Στρατηγού Κούο Τζούι που δεν ξέχασε ποτέ ότι τον γλίτωσε από το θάνατο και πρότεινε την ανταλλαγή της θέσης του με τη ζωή του ποιητή. Η ανάμειξη του Λι Πο στις εξεγέρσεις του 756 αφορούσαν στο ρόλο του Συμβούλου που το έδωσε ένας εκ των αντιπάλων του Αυτοκράτορα.

Κατά τη διαδρομή προς τη σημερινή Γιουνάν, την πλέον απομακρυσμένη νοτιοδυτική περιοχή της αυτοκρατορίας, ο Λι Πο  δεν έδειξε να βιάζεται. Αντίθετα μάλιστα σταματούσε για κοινωνικές επισκέψεις, για να γράψει αλλά και περιγράψει όσα έβλεπε αφήνοντας σημαντικά ιστορικά στοιχεία στις επόμενες γενιές.  Όταν κόντευε πια να φτάσει στον τόπο εξορίας έλαβε το μήνυμα της αυτοκρατορικής χάρης και αμέσως ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής περνώντας και από άλλες περιοχές όπου απόλαυσε στο μέγιστο, φαγητό και κρασί  με  καλή παρέα, ενώ δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση.  

Από τότε και μέχρι το 762 περιορίστηκε σε μικρά ταξίδια. Τότε, 762, ο φίλος του Λι Λι Γιανγκμπί διορίστηκε δικαστής σε Επαρχία και ο Λι Πο τον ακολούθησε αλλά σύντομα πέθανε. Έτσι, δεν πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι ο αυτοκράτορας είχε αλλάξει και ο ίδιος είχε διοριστεί Γραμματέας του νέου.  

Για το θάνατό του πλέχτηκαν θρύλοι. Σύμφωνα με τον πιο διαδομένο ο Λι Πο πνίγηκε πέφτοντας από τη βάρκα του, σε μια προσπάθεια  ν΄  αγκαλιάσει την αντανάκλαση του φεγγαριού στον ποταμό Γιανγκτσέ (μακρύ ποτάμι).  Ωστόσο, η πραγματική αιτία φαίνεται να ήταν ο σκληρός και περιπετειώδης τρόπος ζωής του. Όμως, ο μύθος αποτελεί μέχρι σήμερα μέρος της κινεζικής παράδοσης.

Παρ΄ όλο που η  ποίηση του Λι Πο είναι εμφανώς επηρεασμένη από τον ταοϊστικό μυστικισμό, δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για το κρασί, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής ενώ παραμένει ένας περιπλανώμενος στα μονοπάτια της εμπειρίας και της φιλίας. Με τους στίχους που απευθύνει τόσο στον στενό φίλο του και σπουδαίο ποιητή Ντου Φου όσο και σε άλλους, ακόμη και διαφορετικού φιλοσοφικού ρεύματος, αντανακλάται η τάση του Λι Πο να ζήσει τα πάντα κοντά στη φύση και τους ανθρώπους.  

Οι δυτικοί μελετητές αν και εκτιμούν ότι η ποίησή του δεν έχει να παρουσιάσει κάτι καινοτόμο παραδέχονται  τη στιχουργική δεξιοτεχνία του πράγμα που σε συνδυασμό με την άποψη ότι «φώτισε τα παλιά» τον καθιστά ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της χρυσής κινεζικής εποχής. Επιπλέον, η ποίηση του Λι Πο φαίνεται να επηρέασε όχι μόνο τον ίδιο τον Μάο Τσε Τουνγκ αλλά και ολόκληρη την αμερικανική νεωτεριστική ποίηση του 20ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σε μια αχανή χώρα, με τους απλούς στίχους του χάρισε στις επόμενες γενιές τη γεύση του πολιτισμού της εποχής του. Μέσα από τις συνταγές της ψυχής του που συνοδεύονταν πάντα από ένα ποτήρι καλό κρασί, αναδείχθηκε όχι σε έναν απλό εγκωμιαστή του οίνου, αλλά και στον πολιούχο του.


Με τον ίδιο όμως απλό τρόπο εγκωμίασε και τον έρωτα. Ένα ταξίδι είναι κι αυτός, πάνω σε ένα καράβι με το φεγγάρι απατηλό οδηγό. Εκείνο το ίδιο φεγγάρι που εξαπάτησε τον Λι Πο αντανακλώντας το φως του επάνω στο «Μακρύ Ποτάμι».

You ask why I make my home in the mountain forest,
and I smile, and am silent,
and even my soul remains quiet:
it lives in the other world
which no one owns.

The peach trees blossom,
The water flows.

Πηγές
-Dictionary of World Biography, Vol. II “The Middle Ages”, Salem Press Inc, 1998.
-Ανδρέας Αγγελάκης, Κινεζική και Ιαπωνική Ποίηση, Καστανιώτης, 1983.
-Li Po, Humanistic Texts 
-Tang poetry, Wikipedia  
-Li Bai, Wikipedia 
-Ξιν Γιάνγκ, όπως Θιβέτ, της Κορίνας Βασιλοπούλου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 12 Ιουλίου 2009
- Το ποίημα στην αγγλική και η τελευταία εικόνα από εδώ 

6/1/13

Περί αλλαγής των φώτων




Μια παράξενη συνήθεια στην Αγγλία ήταν να κατραμώνουν τους λαθρέμπορους. Τους κρεμούσαν στις ακτές της θάλασσας, τους άλειβαν με πίσσα και τους άφηναν εκεί να αιωρούνται βδομάδες, μήνες και χρόνια, καμιά φορά. Έβαζαν δε τις κρεμάλες σε απόσταση πάνω στους βράχους της παραλίας.

Αυτή η απάνθρωπη συνήθεια κράτησε ως τα τελευταία, σχεδόν, χρόνια. Στα 1822, έβλεπε κανείς στον πύργο του Δούβρου τρεις τέτοιους κρεμασμένους. Η Αγγλία έκανε τα ίδια με τους κλέφτες, τους εμπρηστές και τους δολοφόνους. Ο Τζων Πέιντερ, που έβαλε φωτιά στα ναυτομάγαζα του Πόρτσμουθ, κρεμάστηκε και κατραμώθηκε στα 1776. Ο αβάς Κόγερ τον ξαναείδε στα 1777. Ο Πέιντερ ήταν αλυσοδεμένος και κρεμασμένος πάνω από τα ερείπια που είχε προξενήσει ο ίδιος, τον φρεσκοπίσσωναν δε από καιρό σε καιρό, για να διατηρείται. Τέλος, τον αντικατέστησαν ύστερα από τέσσερα χρόνια.

Με τον ίδιο τρόπο οι Βυζαντινοί τιμωρούσαν πολλούς εγκληματίες, που έκαναν, έτσι, χρέη φαναριών!... Τους έβαζαν, δηλαδή, φωτιά στα πόδια και τους άφηναν να καίγονται σαν λαμπάδες. Και φαίνεται πως οι δολοφόνοι ήταν πολλοί την εποχή εκείνη, αφού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα φώτιζαν τον Κεράτιο κόλπο. Αργότερα, όμως, τους αντικατέστησαν με αληθινούς πυρσούς. Αυτοί, ωστόσο, που ήθελαν να καίγονται οι εγκληματίες, έλεγαν δυσαρεστημένοι: «Μας άλλαξαν τα φώτα».[1]


Η  αλήθεια είναι, βέβαια, ότι ο Σκωτσέζος γνωστός ως «Τζων ο Ζωγράφος» (James Aitken ή John Aitkin) θεωρείται ο πρώτος σύγχρονος «τρομοκράτης», μια και το Δεκέμβρη του 1776 πυρπόλησε τα βασιλικά βρετανικά ναυπηγεία, διαμαρτυρόμενος για την εξαθλίωση των Βρετανών αλλά κυρίως για να ενισχύσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Αμερικανών. Εκτελέστηκε παρουσία 20.000 πολιτών στις 10 Μαρτίου 1777, στην υψηλότερη αγχόνη που έχει στηθεί ποτέ.[2]


Πηγές
[1] Νατσούλης, Τ., (χ.χ.) Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις, Δ΄Έκδοση, Σμυρνιωτάκης, Αθήνα, σ. 324.
[2]Wikipedia, John the Painter 

31/12/12

Καλή Χρονιά


Γ. Ιακωβίδης. Ρόδια. 


K΄ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο αντικρύ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ΄ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ΄  ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού  στον κόρφο της λιακάδας.
K΄ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (V)

20/12/12

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά


Το εικονογραφημένο έμμετρο παραμύθι με τον Αϊ Βασίλη, περιλαμβάνεται στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη παιδικών βιβλίων  The Rosseta Project. Φαίνεται να δημιουργήθηκε το 1887 από την  Margarite Rice, ενώ στην ίδια ιστοσελίδα διατίθεται και στην ελληνική γλώσσα.

Εδώ η παρέμβαση διαφέρει. Από το βιβλίο διατηρήθηκε η εικονογράφηση και τη θέση των κειμένων έλαβαν στίχοι 12  Ελλήνων ποιητών, με αποτέλεσμα ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά.

Μerry crisis
and a happy new fear
















e-book (scribd)
e-book (wordpress)

14/4/12

Ανάσταση


Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη



Να τ΄ η μεγάλη νύχτα! Καλή νύχτα!
Ψηλά το κυπαρίσσι σε καλεί.
- Έλα, δεν έχεις τίποτα να χάσεις
μάιδε να θυμηθείς και να ξεχάσεις.

Πατρίδα; Πουλημένη στο σφυρί!
Λεφτεριά; Με χαλκάδες δεν μπορεί!
Παιδιά; Που τα χει ας κλαίει μέχρι θανάτου,
θά ΄ναι σκλαβ΄ ή προδότες τα ορφανά του!

Είσ΄ άδειος ήσκιος μέσα σ΄ όλα τ΄ άδεια.
Δεν είναι τόσο μάβρα τα σκοτάδια
του τάφου, όσο τα φέγγη της ημέρας,
τα φέγγη της σκλαβιάς και της φοβέρας.

Πιο σίχαμ΄ απ΄ το κάθε γης σκουλήκι,
οι θεόμορφοι δυνάστες σου και λύκοι.
Μη λες αφανισμό το θάνατό σου,
αφού δε ζούσες για τον εαφτό σου.

Αν έκανες το χρέος σου στο λαό,
σαν ξεχυθεί με πάθος παλαιό
την πάσαν ατιμία να συνεπάρει,
μ΄ άλλους πολλούς θα ΄χει κ΄ εσέ μπροστάρη.

Κώστας Βάρναλης

24/12/11

Επί γης… Ελευθερία

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του 2005 στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, πριν η σύγκρουση με τα μικροαστικά ανακλαστικά της «ανανεωτικής» Αριστεράς θέσει τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα, «εκτός γραμμής». Σήμερα, αφιερώνεται, από τον ίδιο, στους ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ ΑΠΕΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑΣ.


«Καν Ηρώδης πολεμή κοπιών ανωφελώς,
θρηνήσει δε αψευδώς
ότι το κράτος αυτού καθαιρείται ταχύ».
ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ


Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπροστά σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ’ αυτήν παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Έχουν όμως να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο.
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ



«Έχετε όπλα. Το ίδιο κι εμείς. Έχετε μπαρούτι και βόλια. Το ίδιο κι εμείς. Είσαστε αποφασισμένοι να πολεμήσετε. Το ίδιο κι εμείς˙ θα πολεμήσουμε μέχρι η τελευταία σταγόνα του αίματός μας να ποτίσει αυτό το βοσκοτόπι».

Το μεγαλείο των παραπάνω λόγων ανήκει σε κείνο το είδος αποφασιστικότητας που όλοι αναγνωρίζουμε ως «Θυσία». Οι μεγάλοι, οι γενναίοι, οι δυνατοί, είναι οι αποφασισμένοι να θυσιαστούν. Και οι μικροί, οι δειλοί, οι αδύναμοι; Μα δεν υπάρχουν τέτοιοι. Η μικρότητα, η δειλία, η αδυναμία είναι συμπτώματα μιας αλαλίας.

Ο άνθρωπος που δεν έχει ήχους, εικόνες, σύμβολα και μύθους μεγάλους, γενναίους και δυνατούς, πώς να φωνάξει το μεγαλείο που δίκαια του δόθηκε με την γέννησή του; Γι’ αυτό, φυσικά, ο μύθος του αδύναμου Χριστού, ενός φτωχού μωρού σ’ ένα παχνί, έκανε τους ανθρώπους να «μιλήσουν» το μεγαλείο που έκρυβαν στην ψυχή τους, και γι’ αυτό άλλωστε η θεολογία έσπευσε να βάλει τάξη στον μύθο, να τον ξεδοντιάσει, να τον βουβάνει, να τον καταντήσει ιδεολογία. Γιατί η Ιστορία είναι γεμάτη από περιστατικά στα οποία οι πιο ασήμαντοι, καθημερινοί, φαινομενικά αδύναμοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να θυσιαστούν, προκειμένου να μείνουν ελεύθεροι.

Ελεύθερος ήθελε να μείνει ο Osceola, ο ηγέτης των Ινδιάνων Seminole, ο ρακένδυτος, «πρωτόγονος», αγράμματος άνθρωπος, στον οποίον ανήκουν τα λόγια της αρχής. Και δεν τα είπε σε οποιονδήποτε. Τα είπε στον Zachary Taylor, τον μελλοντικό πρόεδρο των Η.Π.Α. Και δεν ήταν μόνο λόγια. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1837, τον αντιμετώπισε πλάι στην λίμνη Okeechobee της Florida. Μόνος του; Αυτός ο άγριος, έναν στρατηγό; Όχι. Ο λαός των Seminole αντιμετώπισε το έκτο σύνταγμα του στρατού των Η.Π.Α. Μέσα σε τρεις ώρες χάθηκαν 105 λευκοί στρατιώτες και τρεις (!) ιθαγενείς. Οι γενναίοι Seminole έτρεψαν σε φυγή τους εισβολείς, οι οποίοι πλήρωσαν ακριβά την απρονοησία τους να επιτίθενται σε φτωχούς γεωργούς την ημέρα που οι ιερείς τους έψαλαν υποκριτικά το «Επί γης ειρήνη». Το ράπισμα στην αλαζονεία της κυβέρνησης των Η.Π.Α. μπορεί να μην ήταν αρκετά ισχυρό, ώστε να γλιτώσει τους Seminole από την εξορία και τον εξανδραποδισμό, αλλά φαίνεται πως παραήταν διδακτικό, αφού ακόμη και σήμερα οι 19.000 απόγονοι των μαχητών Seminole αυτοαποκαλούνται «Ο λαός των ανυπότακτων».



Πραγματικά, ταυτότητα αυτού του λαού υπήρξε αποκλειστικά η βούλησή του για ελευθερία. Οι Seminole δεν είχαν κοινή καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία. Είχαν μόνο γη και διάθεση να συμβιώσουν αρμονικά. Αποτελούνταν από Ινδιάνους διαφόρων φυλών, φυγάδες Αφρικανούς σκλάβους και μιγάδες διαφόρων συνδυασμών. Από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι Ισπανοί άποικοι της Florida προσπαθούσαν να «εκπαιδεύσουν» τους Ινδιάνους στο δουλοκτητικό σύστημα. Εκείνοι αγόραζαν νέγρους, αλλά δεν είχαν τρόπο να τους χρησιμοποιήσουν, αφού η οικονομία τους ήταν κατά βάση οικιακή και οι θεσμοί τους δεν προέβλεπαν κάτι ανάλογο.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, οι νέγροι είχαν μετατραπεί σε ελεύθερους «Μαύρους Ινδιάνους». Έφεραν όπλα και είχαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πρώην ιδιοκτητών τους. Παράλληλα, όσοι σκλάβοι κατάφερναν ν’ αποδράσουν από τις φυτείες κατέφευγαν με τις οικογένειές τους στα χωριά των Seminole. Η πρώτη αντίδραση των δουλοκτητών, όταν είδαν τον πληθυσμό των Seminole να αυξάνεται επικίνδυνα, ήταν η «αυτοδικία». Προσπάθησαν να πάρουν πίσω τους σκλάβους, αλλά δεν κατάφεραν τίποτε. Στη συνέχεια στράφηκαν προς τον «νόμο», τον ομοσπονδιακό στρατό.

Επί μία εικοσαετία, οι Seminole απέκρουαν συνεχώς τις επιθέσεις του στρατού. Τελικά, παρά την λυσσαλέα αντίσταση, αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της εξορίας, προς την Oklahoma. Μετά την μάχη της λίμνης Okeechobee, ο Osceola συνελήφθη, καταδικάστηκε, φυλακίστηκε, και πέθανε δέσμιος την επόμενη χρονιά. Οι Seminole συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και στην εξορία τους. Οι βάρβαροι «πολιτισμένοι» εφάρμοσαν τακτική συστηματικής γενοκτονίας στους «πολιτισμένους» βαρβάρους.

Εκατόν εξήντα οκτώ χρόνια μετά από εκείνα τα Χριστούγεννα, η νέα Ρώμη, για να ολοκληρώσει το «εκπολιτιστικό» έργο της, προσπαθεί να μετατρέψει το ιερό για τους σύγχρονους Seminole πεδίο μάχης της 25ης Δεκεμβρίου του 1837 σε εμπορικό κέντρο. Φυσικά, ο «λαός των ανυπότακτων» ανθίσταται με όλα τα μέσα που διαθέτει. Και διαθέτει αρκετά: ανδρεία, αγάπη για τον πλησίον, πνεύμα συνεργασίας, ειλικρινή αφοσίωση στα σύμβολά του, πίστη στην δύναμη του ανθρώπου να ορίζει την ζωή του, αποφασιστικότητα, αυτοθυσία.

23/12/11

Χρόνια Πολλά;


Επειδή είναι έτσι, να μου λείπουν οι ευχές...

12/2/10

Άρτζι μπούρτζι και λουλάς

Αυτή τη φράση χρησιμοποιούμε, συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε γεγονότα, καταστάσεις ή και κείμενα στα οποία επικρατεί χάος, με την απουσία κάθε λογικής συνοχής. Μάλιστα τη δεκαετία του ΄70 ορισμένα «ζωηρά» αγόρια του Α΄ Γυμνάσιου Αρρένων Αιγάλεω (ενιαίο τότε με το λύκειο) την εμπλούτιζαν, σκαρώνοντας κατά καιρούς επόμενους στίχους όπως: «Άρτζι μπούρτζι και λουλάς/ζήτω η ορεινή Ελλάς/Συνταγματάρχης Ζορμπαλάς/ φάτηνε και μη μιλάς», ώστε να περιγράψουν με γλαφυρό τρόπο τις σχολικές δραστηριότητες. Εκείνα τα χρόνια δεν ξέραμε την προέλευση της φράσης, ωστόσο ρίχναμε πολύ γέλιο «οι ανήλικες κορασίδες» επαναλαμβάνοντας ψιθυριστά την ώρα του μαθήματος τα σκωπτικά ποιήματα των αγοριών.

Η σκέψη για την παρουσίαση της προέλευσής της προήλθε με αφορμή αφενός τις Απόκριες και αφετέρου την δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει τουλάχιστον εμείς οι μισθωτοί με πρωτοφανείς, σε αριθμό, ληστείες, απόπειρες αυτοκτονίας και άλλες ακραίες εκδηλώσεις σε συνδυασμό πάντα με την εξαφάνιση, πιθανόν εντός των καλπών, των «χρημάτων που υπήρχαν». Εξάλλου οι πόλεις αυτή τη χρονιά δεν θυμίζουν ούτε στο ελάχιστο την Αποκριά. Σε τέτοιο σημείο που οι μη έχοντες μικρά παιδιά είναι πολύ εύκολο να ξεχάσουμε και το λόγο της αργίας της Δευτέρας. Και βέβαια, οι αφορμές είναι δύο όπως δύο και οι εκδοχές της φράσης αυτής.
.
Αναφέρεται ότι οι χαρταετοί πρωτοεμφανίσθηκαν στην Κίνα πριν από 3.000 χρόνια. Αναμφισβήτητα όμως τέτοια δόξα δεν είχαν ποτέ άλλοτε. (Ξανα) ακούστε το πέταγμά τους. Αξίζει!.


Η μία εκδοχή χρονολογείται από την εποχή του Καποδίστρια, όταν αρκετοί οπλαρχηγοί μαζεύονταν στην πρώτη πρωτεύουσα της χώρας, στο Ναύπλιο, ζητώντας από τον νεοδιορισμένο Κυβερνήτη να τους ενισχύσει οικονομικά αλλά και να τους κάνει διάφορα ρουσφέτια, μια κι όπως έχουμε ξανακουβεντιάσει οι «ανάγκες για τέτοιες ενισχύσεις» αποτελούν γονιδιακό στοιχείο της φυλής μας. Ο Καποδίστριας έχοντας γνώση των ανύπαρκτων, ουσιαστικά, οικονομικών της χώρας, προσπαθούσε να τους δώσει ό,τι μπορούσε αλλά κάποια στιγμή αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να τους γνωστοποιήσει την οικονομική ανυπαρξία της χώρας. Τότε οι οπλαρχηγοί φούντωσαν. Τους ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και προειδοποίησαν τον Καποδίστρια με τα εξής λόγια: «Άκου δω, κυρ Γιάννη. Αν δεν μας τακτοποιήσεις στα γρήγορα, θα πάρουμε τα αρκεβούζια και τον λουλά μας και θα τα στήσουμε στο πέρασμα του Αναπλιού. Όποιος πλούσιος θα πέφτει κατά κείθε, θα τον γραπώνουμε και θα του παίρνουμε τα λύτρα».
.

Στον προπολεμικό Πειραιά καρνάβαλο ονόμαζαν ένα παράξενο ιππήλατο με το οποίο μετέφεραν μια μεγάλη σκάλα για την επισκευή των καλωδίων του τραμ. Αντιλαμβάνεστε το κομφούζιο που θα επικρατούσε κατά τη μεταφορά των προπολεμικών εναεριτών που βρίσκονταν επάνω στη σκαλωσιά σε όλη τη διάρκεια του.. ταξιδιού προς το σημείο της βλάβης! Από εκεί προέρχονται και οι γνωστές φράσεις «περνάει ο καρνάβαλος» και «άντε ρε καρνάβαλε»..


Να σημειωθεί ότι οι εν λόγω άνθρωποι δεν ήταν οπλαρχηγοί κατ΄ ευφημισμόν, καθώς δεν είχαν παραδώσει ακόμη τον οπλισμό τους. Με τη θερμή παράκληση να αποφύγετε κάθε πειραματική ιδέα, θυμίζουμε ότι τα αρκεβούζια ήταν φορητά πυροβόλα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στη δυτική Ευρώπη τον 15ο αιώνα και μέχρι τον 17ο. Αρχικά ήταν πολύ βαριά και ιδιαίτερα δύσχρηστα ενώ αποτελούνταν από μια σιδερένια κάνη εφαρμοσμένη σε ξύλινο στήριγμα, ικανή να διαπεράσει μέχρι και πανοπλία. Αρχικά εκσφενδόνιζε πέτρες και αργότερα η γόμωση γινόταν με μαύρη πυρίτιδα, με σιδερένια ή μολυβένια σφαιρίδια. Τα συστήματα ήταν ποικίλα όπως εξωτερικής πυροδότησης με τη βοήθεια πυρακτωμένης ράβδου ή αναμμένου κάρβουνου, θαλάμης που γέμιζε από την πίσω πλευρά και τροχού με την τριβή επί πυρόλιθου. Η ονομασία τους προέρχεται από τη γερμανική λέξη Hakenbüchse και αυτή πιθανόν από την ολλανδική haakbus που σημαίνει «όπλο-γάντζος». Επίσης αξίζει να θυμίσουμε ότι ο λουλάς αποτελεί την εστία του ναργιλέ ή της σύριγγας για το κάπνισμα. Πρόκειται για μικρή διάτρητη στον πυθμένα κεραμική εστία μέσα στην οποία τοποθετείται το τουμπεκί, ο ειδικός καπνός για ναργιλέ δηλαδή, ενώ στην περίπτωση που η συσκευή χρησιμοποιείται σε ανοικτούς χώρους ο λουλάς σκεπάζεται με επίσης διάτρητο κάλυμμα. Γνωστό εξάλλου και τραγούδι του Μητσάκη «όταν καπνίζει ο λουλάς/εσύ δεν πρέπει να μιλάς/ Κοίταξε τριγύρω οι μάγκες/κάνουν κάνουν όλοι τουμπεκί». Τώρα ποιος τον καπνίζει, ποιος κάνει τουμπεκί και ποιος δεν πρέπει να μιλά είναι μια άλλη ιστορία.

Συνεχίζοντας με την άλλη εκδοχή, επίσης επίκαιρη, για την προέλευση της φράσης «Άρτζι μπούρτζι και λουλάς», τη βρίσκουμε να πηγάζει από έναν άλλο χώρο. Πράγματι αναφέρεται ότι ο Δάσκαλος των Αρμενίων Σέργιος είχε συντροφιά του έναν πιστό σκύλο που τον λάτρευε κυριολεκτικά. Ο άτυχος όμως Αρτζιβάριος, όπως τον έλεγαν, κάποτε βρήκε τραγικό θάνατο από θηρία. Ο Σέργιος τότε έπεσε σε βαριά θλίψη και δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του για μια ολόκληρη εβδομάδα που συμπίπτει με τη δική μας πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς (άνοιγμα Τριωδίου). Με τα χρόνια όμως η εβδομάδα νηστείας επιβλήθηκε σε όλους τους Αρμένιους οι οποίοι την τηρούν απαρέγκλιτα αντίθετα από τους άλλους Ορθόδοξους που την καταπατούν συχνά με γαστριμαργικές… ακολασίες. Τώρα το πώς ενισχύεται η συγκεκριμένη προέλευση της φράσης, αφού λείπει η λέξη λουλάς, εικάζουμε ότι αυτός περιλαμβάνεται στις ακολασίες της εβδομάδας «νηστείας».

Καλή Αποκριά

Πηγές
-Νατσούλης Τ. (1990) Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις, Δ΄ Έκδοση, Αθήνα: εκδ. Σμυρνιωτάκης, σ.σ. 82-83.
-Εγκυκλοπαίδεια «δομή» (2000), τομ. 3ος, Αθήνα: εκδ. Δομή ΑΕ.
-Arquebus, Wikipedia.
-Ναργιλές, Βικιπαίδεια.
-Όταν καπνίζει ο λουλάς, Στίχοι.
-Αρμένιοι, Αρμένικη Εθνική Επιτροπή Ελλάδος.
-Η ιστορία του Χαρταετού, Αφιέρωμα matia.gr.
-Καρνάβαλος (όχημα), Βικιπαίδεια.

31/12/09

Η πρωτοχρονιά του νέγρου

Με τις πιο όμορφες και πιο ζεστές ευχές για μια Καλύτερη Χρονιά γεμάτη από Υγεία και Επιτυχίες. Μαζί κι ένα γαλλικό παραμύθι που μόνο σε μυθικούς χρόνους δεν μας ταξιδεύει. Άλλωστε αν δεν μας δημιουργούσε συνειρμούς δεν θα ήταν παραμύθι, θα ήταν ένα απλό ψέμα. Σας το χαρίζουμε με την ελπίδα ότι θα σας βοηθήσει να απολαύσετε τον δικό σας ήλιο χωρίς να παραμερίσετε εκείνον του διπλανού, Έλληνα ή ξένου, μαύρου ή λευκού, γυναίκας ή άνδρα, νέου ή γέρου, απλώς χρήσιμου ή αγαπημένου, ανθρώπου τέλος πάντων. Γιατί, μέχρι σήμερα, κανένας ήλιος δεν έχει χωρέσει στα σκουπίδια..
Τέσσερα κομμένα ηλιοτρόπια, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1887.
.Ο ήλιος δεν είχε φανεί τούτο το πρωινό, ούτε το προηγούμενο, ούτε και κανένα άλλο πρωινό, όλες τις μελαγχολικές τούτες μέρες, ενός ακόμη πιο μελαγχολικού τέλους του χρόνου. Ένας ήλιος γκρίζος σ΄ έναν πιο γκρίζο και πιο μουντό ουρανό. Από τον φουσκωμένο Σηκουάνα που τα κιτρινισμένα νερά του παράσερναν θάμνους και πλημμύριζαν υδατοφράκτες και αποβάθρες, αναδύονταν μια ομίχλη που τον έκανε να φαντάζει ακόμη πιο πλατύς, μια πυκνή ομίχλη –σκιά και φάντασμα του ποταμού- που υπερπηδώντας το περίφραγμα, πότιζε τα σπίτια με τ΄ απαλά της κύματα και γιόμιζε με μελαγχολία τις χαρούμενες μικρές προθήκες.

Η προκυμαία ήταν έρημη∙ μονάχα κάποιος νέγρος στεκόταν ακίνητος μπροστά σε μια βιτρίνα και κοίταζε κάτι μικροσκοπικές σέρες με κάτι ακόμη πιο μικροσκοπικά φυτά, που με τις αιχμηρές τους άκρες και τους ελικοειδείς κορμούς τους φάνταζαν μικρογραφία τροπικού τοπίου. Με τα παιδιάστικα μάτια του, όπου η ξενιτιά είχε σταλάξει τόση θλίψη, ο κακόμοιρος γέρο-νέγρος, τουρτουρίζοντας από το κρύο, φανταζόταν πως έβλεπε, ανάμεσα από τα φύλλα του καχεκτικού κάκτου και της ραχιτικής αλόης, τους ανάλαφρους λόφους κάποιας όασης της πατρίδας του να αχνοφαίνονται σε κάποιον μακρινό αντικατοπτρισμό και την απέραντη κοιλάδα να τελειώνει ΄κει κάτω στον ορίζοντα σε μια λευκή γραμμή, που ΄ρχονταν σε τέλεια αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο ουρανό.

Έμεινε ΄κει ώρα πολλή, σαν σε έκσταση, ο κακόμοιρος ο νέγρος∙ ύστερα απομακρύνθηκε λιγάκι, για να σταθεί και πάλι σε κάποιαν άλλη βιτρίνα, όπου πίσω από το γυαλιστερό πλέγμα των μεγάλων κλουβιών πετούσαν και ξεφώνιζαν χαρούμενα κάθε είδους πολύχρωμα πουλιά, που πάνω στις φτερούγες τους ήταν χαραγμένη η χαρά κάποιας ηλιόλουστης χώρας.

Εδώ ο νέγρος μελαγχόλησε: «Πουλιά, αδέλφια μου», έμοιαζε να λέει, «ποιο να ΄ναι άραγε το μυστικό σας, που σας κάνει να ζείτε έτσι χαρούμενα κι ευτυχισμένα σε τόσο κρύα κλίματα; Κι εγώ προσπάθησα σαν κι εσάς, με το μπλε σακάκι μου, το κόκκινο γιλέκο μου, την κίτρινη γραβάτα μου, αλλά αλίμονο, δε φτάνει μόνο η λάμψη των ζωηρών χρωμάτων για να νιώσω λίγη ζεστασιά…»

Ξαφνικά, ο νέγρος χτύπησε τις παλάμες του στο μέτωπό του και το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. Μια καταπληκτική είδηση ήταν η αιτία της ικανοποίησης αλλά και της έκπληξής του∙ πίσω από το τζάμι της βιτρίνας κρεμόταν μια πινακίδα που έγραφε: Ήλιος για Παπαγάλους. «Ήλιος για παπαγάλους;» αναρωτήθηκε. «Έτσι εξηγούνται όλα», μονολόγησε ο νέγρος. «Διάβολε, τούτο ήταν το μυστικό!... Ήλιος για παπαγάλους!... Να, λοιπόν, γιατί μπορούν να ζουν οι παπαγάλοι στο Παρίσι. Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία!... Το δίχως άλλο θα ΄ναι ήλιος σε ράβδους, σαν εκείνες τις χρυσές ράβδους που τ΄ απογέματα του καλοκαιριού ξεγλιστρούν μες στα σπίτια από τα κακοκλεισμένα παντζούρια κι οι άνθρωποι τις μαζεύουν και τις κόβουν σε μικρά κομμάτια. Ήλιος για παπαγάλους λοιπόν! Ίσως μάλιστα να τις πουλούν και σε μπουκάλια. Γι΄ αυτό είναι μια χαρά οι φιλαράκοι! Αφού όμως κάνει τόσο καλό στους παπαγάλους, γιατί να μην κάνει καλό και στους νέγρους;»

Και γιομάτος περηφάνια για την ανακάλυψή του. Αφού πρώτα έψαξε τις τσέπες του μπήκε στο μαγαζί.
-Ήλιο, παρακαλώ, κερία∙ πέντε ντεκάρες ήλιο για καημένο μαύρο…, μουρμούρισε ακαταλαβίστικα στην κυρία του καταστήματος∙ κι εκείνη, χωρίς φυσικά να φαντάζεται τι προσδοκίες είχε ο νέγρος, του γέμισε, σ΄ αντάλλαγμα για τα χρήματα που της έδωσε, ένα μεγάλο χάρτινο χωνί, μαύρα γυαλιστερά σπόρια.

Ο νέγρος έφυγε ακτινοβολώντας από χαρά, ζεσταμένος πια, κουβαλώντας πέντε δεκάρες ήλιο μέσα σ΄ ένα γκρίζο χάρτινο χωνί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, επειδή η ομίχλη είχε διαλυθεί, μια αχτίδα ήλιου τρεμόλαμψε σ΄ ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού, που φάνηκε ανάμεσα από τα μολυβένια σύννεφα.

Κι εγώ δεν είχα το θάρρος –γιατί δεν πρέπει να αφαιρούμε την ψευδαίσθηση από κανέναν-, δεν είχα το θάρρος να του πω ότι αυτό που είχε αγοράσει για τη δική του Πρωτοχρονιά ο γέρο-νέγρος δεν ήταν παρά λίγα γραμμάρια σπόροι ηλιοτρόπιου, φυτού που κοινώς ονομάζεται ήλιος και που οι ηλικιωμένες κυρίες συνηθίζουν να δίνουν στα παπαγαλάκια για λειχουδιά!...

Το παραμύθι ανήκει στον Γάλλο ποιητή, πεζογράφο, και θεατρικό συγγραφέα Paul Arène (1843-1896) που όπως και ο Βίνσεντ βαν Γκογκ αναζητούσε τον ήλιο, νιώθοντας στο Παρίσι ως εξόριστος. Πέθανε μόνος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Η παρούσα μετάφραση έγινε από την Καίτη Κάστρο και περιλαμβάνεται στη συλλογή με τίτλο «Διηγήματα ξένων συγγραφέων για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά» (1989), εκδ. Gutenberg, με την επιμέλεια των Δ. Αρμάου και Ξ. Μπρουτζάκη.

24/12/08

Καλή Χρονιά αλλά...


ΣτίχοιΟι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος "Το ταξίδι των Μάγων" του Τ.Σ. Έλιοτ, το οποίο συγκαταλέγεται στα έργα της τετάρτης περιόδου (1927-1934) του μεγάλου αυτού ποιητή, και όχι μόνο. Τους χαρίζουμε σε εσάς φίλοι μας, με τις καλύτερες ευχές για τη νέα χρονιά και την έκκληση να μην ξεχάσετε. Τους αφιερώνουμε εξαιρετικά στον μικρό μας καλικάντζαρο, τον Γιαννάκη μας, που σήμερα γίνεται 18 χρονών.
..