Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/13

2014


Ο Νικολάς Γκιγιέν (1902-1989) θεωρείται ο Εθνικός Ποιητής της Κούβας, σύμβολο του αγώνα για την κατάργηση των ταξικών και φυλετικών διακρίσεων. 


Η τέχνη του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρντ Μουνκ (1863-1944) θεωρήθηκε «εκφυλισμένη» από τους Ναζί και με την άνοδό τους στην εξουσία απέσυραν όλα τα έργα του από τις γερμανικές πινακοθήκες.

11/12/13

Η Κόρη του Χιονιού

Ένα «παγωμένο» ρωσικό παραμύθι με αφορμή τα προσωρινά μέτρα «ανακούφισης» των φτωχών. Ένα παραμύθι που μας παραπέμπει στα μπαλώματα του καπιταλισμού και τις κάλπικες υποσχέσεις των ψευδοαντιπάλων του.



Βίκτωρ Μιχαΐλοβιτς Βασνιετσώφ, Η Κόρη του Χιονιού, 1899.

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε μια ξύλινη καλύβα ενός μακρινού ρώσικου χωριού ζούσε ένα ζευγάρι χωρικών. Ο Ακέμ και η Μάσα ήταν πολύ αγαπημένοι μα κάτι έλειπε για να συμπληρώσει την ευτυχία και την αρμονία τους: ένα παιδί.
Το λαχταρούσαν και οι δύο και γι΄ αυτό συνήθιζαν να κάθονται πλάι στο παράθυρο ή την πόρτα της καλύβας τους, κοιτάζοντας τα παιδιά των γειτόνων να παίζουν. Εκείνες τις στιγμές εύχονταν μέσα τους  να είχαν κι αυτοί ένα παιδί. Περνώντας όμως τα χρόνια η ευχή έγινε λύπη.

Μια κρύα μέρα του χειμώνα, όταν το χιόνι στρώθηκε παχύ-παχύ στους δρόμους ο Ακέμ και η Μάσα παρακολουθούσαν σιωπηλοί τ΄ αγόρια του χωριού  να παίζουν χιονοπόλεμο για να ζεσταθούν φτιάχνοντας ταυτόχρονα χιονάνθρωπους, θηλυκούς κι αρσενικούς.
Ξαφνικά ο Ακέμ, χαμογελώντας, γυρίζει προς τη Μάσα και της λέει: «Τι λες Μάσα,  δεν βγαίνουμε κι εμείς έξω να φτιάξουμε έναν χιονάνθρωπο, όπως τα παιδιά;»
Η Μέσα γέλασε κι εκείνη, αλλά έστω κι αν της φαινόταν παράξενο στην ηλικία τους να κάνουν τέτοιο πράγμα, του αποκρίθηκε: «Ναι! Ας πάμε! Μπορεί να  φτιάξει και το κέφι μας, λιγάκι. Αλλά δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να φτιάξουμε έναν άντρα ή μια γυναίκα από χιόνι κι όχι ένα παιδί που έτσι κι αλλιώς στην πραγματικότητα η ζωή μάς το έχει στερήσει;».
«Πιστεύω Μάσα, ότι το μυαλό σου δουλεύει αρκετά έξυπνα, παρ΄ όλη την ηλικία! Έλα, λοιπόν, πάμε να στρωθούμε στη δουλειά!», απάντησε ο Ακέμ.  

Το ηλικιωμένο ζευγάρι βγήκε έξω, κι άρχισαν να παίζουν με το χιόνι φτιάχνοντας ένα παιδί. Έφτιαξαν τα πόδια, το σώμα, τα χέρια και τη στιγμή που έβαλαν μια χιονόμπαλα για κεφάλι, καμαρώνοντας το χιονόπαιδο που δημιούργησαν,  ένας άγνωστος περαστικός κοντοστάθηκε και τους ρώτησε: «Πώς το λένε το θαύμα που φτιάξατε;».
«Κόρη του Χιονιού!» απάντησε γελώντας η Μάσα, εξηγώντας  το πώς και το γιατί.  
«Μπορεί οι Άγιοι να σε βοηθήσουν!» είπε εκείνος και συνέχισε το δρόμο του.  
Όταν πια είχαν στερεώσει καλά την Κόρη του Χιονιού, ο Ακέμ άρχισε να φτιάχνει τη μύτη, δύο τρύπες για μάτια, και μια μικρή γραμμή για στόμα. Μόλις όμως χάραξε το στόμα, εμβρόντητος αισθάνθηκε ζεστή ανάσα να βγαίνει απ΄ αυτό. Γρήγορα τράβηξε το χέρι του μακριά και κοιτώντας τις τρύπες των ματιών αντίκρισε δυο όμορφα, πραγματικά, μπλε μάτια! Τα χείλη ζωντάνεψαν και κοκκίνισαν και η μύτη ζωήρεψε κι αυτή. Μα στ΄ αλήθεια κανείς άλλος δεν είχε τόσο όμορφη, λεπτή και μικρούλα μύτη.  

«Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Είναι πειρασμός του Κακού αυτό;», φώναξε ο Ακέμ, χτυπώντας πολλές φορές το πρόσωπό του για να συνέλθει. Όμως η Κόρη του Χιονιού είχε ήδη τυλίξει τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του και τον φιλούσε όπως ένα ζωντανό πλάσμα.
«Ακέμ! Ακέμ!» Φώναξε η Μάσα τρέμοντας από χαρά, «επιτέλους μας λυπήθηκε ο Θεός κι έστειλε αυτό το παιδί να μας ξανανιώσει στα γεράματα».
Μα τη στιγμή που η Μάσα ετοιμαζόταν ν΄ αγκαλιάσει το χιονόπαιδο, προς μεγάλη έκπληξη και των δύο, το χιόνι κύλισε στη γη και από μέσα ξεπήδησε ένα όμορφο κοριτσάκι!
«Θεέ μου! Μικρούλα Κόρη του χιονιού! Μικρή μου αγάπη!», φώναξε η τρισευτυχισμένη Μάσα οδηγώντας το πεντάμορφο κοριτσάκι στην καλύβα τους. Εν τω μεταξύ ο Ακέμ δεν είχε συνέλθει ακόμη. Ξύνοντας το κεφάλι του, απορούσε και προβληματιζόταν γι΄ αυτό που συνέβη. Δεν ήξερε καλά-καλά αν ήταν ξύπνιος ή ονειρευόταν. Ήξερε όμως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Αλλά, η Κόρη του Χιονιού ήταν εκεί μαζί τους, προσφέροντας τόση ευτυχία όση δεν είχαν ποτέ και μάλιστα μεγάλωνε ώρα με την ώρα, ώστε πολύ γρήγορα έγινε ένα ψηλό, όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι. Κι ο Ακέμ  τελικά αποδέχθηκε ότι όλα ήταν φυσιολογικά μια και το καλύβι τους ήταν γεμάτο από χαρά. Τώρα πια, τα κορίτσια και τ΄ αγόρια του χωριού ήταν συχνοί επισκέπτες, έπαιζαν, διάβαζαν και τραγουδούσαν με την Κόρη του Χιονιού η οποία έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να διασκεδάζουν όλοι γύρω της. Μιλούσε, γελούσε, και ήταν τόσο χαρούμενη και τόσο εγκάρδια, ώστε όλοι την αγαπούσαν πολύ, και προσπαθούσαν με τη σειρά τους να την ευχαριστήσουν με κάθε δυνατό τρόπο. Ταυτόχρονα, όμως, δεν υπήρξε ποτέ καλύτερη και πιο υπάκουη κόρη από την Κόρη του Χιονιού.

Το κορίτσι-δώρο είχε ένα υπέροχο δέρμα, λευκό σαν το χιόνι, τα μάτια της ήταν σαν τα λουλούδια «μη-με-λησμόνει», τα χείλη και τα μάγουλά της, σαν τα τριαντάφυλλα. Ήταν η εικόνα της πραγματικής υγείας και της ομορφιάς. Με τα όμορφα χρυσά μαλλιά της να κυλούν στην πλάτη της, έμοιαζε ακριβώς όπως ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι, κι ας ήταν μόλις λίγων ημερών!  
Μια μέρα η Μάσα είπε στο σύντροφό της: «Ακέμ, πόσο καλός στάθηκε ο Θεός μαζί μας; Πόσο χαρούμενους μας έκανε η Κόρη του Χιονιού αυτές τις λίγες μέρες που είναι κοντά μας, και πόσο λυπημένοι και γκρινιάρηδες ήμασταν πριν.»
«Ναι, Μάσα», αποκρίθηκε ο Ακέμ, «οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το Θεό για όλα όσα έχει κάνει για μας, και Τον ευχαριστώ που έχουμε χαρά αντί για λύπη, στο σπιτικό μας.»

Ο Χειμώνας πέρασε, οι ουρανοί καθάρισαν, την Άνοιξη βγήκε ο ήλιος και για μια ακόμη φορά τα χελιδόνια άρχισαν να γυρίζουν, το γρασίδι και τα δέντρα έγιναν πράσινα. Όλα μαζί τα κορίτσια των Ρώσων χωρικών, μαζεύονταν στο δάσος να χορέψουν και να τραγουδήσουν με τ΄ αγόρια. Αλλά η Κόρη του Χιονιού ένιωθε  να βαριέται.
«Τι έχεις αγάπη μου;» ρώτησε η Μάσα, «είσαι άρρωστη; Είσαι πάντα τόσο φωτεινή και χαρούμενη, και τώρα είσαι τόσο βαριεστημένη λες και ξαφνικά κάποιος σου έκανε μάγια».
«Όχι, μανούλα μου. Δεν συμβαίνει τίποτα αγαπημένη μου», είπε η Κόρη του Χιονιού, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Σταδιακά άρχισε να χάνει το ροδαλό της χρώμα και ν΄ αποκτά, όλο και περισσότερο την όψη μιας δυστυχισμένης, γεγονός που θορύβησε τους ανθρώπους γύρω της.

Το τελευταίο χιόνι είχε πλέον εξαφανιστεί, οι κήποι άρχισαν να ανθίζουν, τα ποτάμια και οι λίμνες κελάρυζαν, τα πουλιά τραγουδούσαν χαρούμενα. Όλος ο κόσμος αισθανόταν πιο χαρούμενος μα η Κόρη του Χιονιού γινόταν όλο και πιο δυστυχισμένη.
Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο πιο δροσερό μέρος της καλύβας. Αγαπούσε το κρύο του χειμώνα, ήταν ο καλύτερος φίλος της, και μισούσε αυτή τη φρικτή ζέστη. Ήταν ευτυχισμένη όταν έβρεχε λίγο, μα ψηνόταν από τον ήλιο μετά τη βροχή. Δεν την απασχολούσε ο χειμωνιάτικος ήλιος αλλά ο καλοκαιρινός που ήταν και ο εχθρός της.  Πράγμα πολύ φυσιολογικό αφού το κορίτσι γεννήθηκε το χειμώνα, μέσα από το χιόνι!

Επιτέλους, έφτασε η μεγάλη γιορτή του Καλοκαιριού. Οι νέοι και οι νέες του χωριού επισκέφθηκαν την Κόρη του Χιονιού ζητώντας από τη Μάσα να την αφήσει να πάει μαζί τους στο δάσος. Στην αρχή η Μάσα αρνήθηκε, αλλά τα κορίτσια την παρακάλεσαν τόσο πολύ, ώστε αφού το σκέφτηκε για τα καλά, έδωσε τη συγκατάθεσή της θεωρώντας ότι η γιορτή θα φτιάξει το κέφι της θυγατέρας της.
«Αλλά», είπε, «να την προσέχετε όπως εγώ, σαν κόρη οφθαλμού! Αν της συμβεί κάτι, δεν ξέρω τι θα κάνω!»
«Εντάξει! Εντάξει! Θα την προσέχουμε! Το ίδιο την αγαπάμε κι εμείς», φώναξαν οι νέοι και τράβηξαν μαζί με την Κόρη του Χιονιού προς το δάσος όπου τα κορίτσια έπλεκαν στεφάνια την ώρα που τα αγόρια μάζευαν ξύλα για να τα κάψουν.

Την ώρα του ηλιοβασιλέματος άναψαν τη φωτιά, και στάθηκαν όλοι στη σειρά, αγόρια και κορίτσια, για να περάσουν από πάνω της. Τελευταία στάθηκε η Κόρη του Χιονιού.  
«Μη φοβάσαι», της είπαν τα κορίτσια, «μη μένεις πίσω, πήδηξε μετά από εμάς.»
Με το «Ένα! Δύο! Τρία!» πήραν φόρα και πήδηξαν χαρούμενες τις φλόγες. Ξαφνικά ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή και κοιτάζοντας γύρω ανακάλυψαν ότι η Κόρη του Χιονιού ήταν άφαντη!
«Αχ», φώναξαν, γελώντας, «μας κάνει ένα από τα γνωστά κόλπα της. Το πιο πιθανό είναι να έχει κρυφτεί κάπου. Ελάτε, πάμε να την ψάξουμε».  
Χωρίστηκαν ανά δύο και άρχισαν να την αναζητούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Αλίμονο, όμως, χωρίς αποτέλεσμα! Κανείς δεν μπόρεσε να βρει τη χαμένη φίλη τους. Σύντομα τα ευτυχισμένα προσωπάκια τους σκυθρώπιασαν και  η χαρά έδωσε τη θέση της στη θλίψη και την αγωνία. Όταν συναντήθηκαν όλοι ξανά, στην άκρη του δάσους, άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους για να βεβαιωθούν ότι έψαξαν παντού.
«Ίσως να έχει πάει στο σπίτι της», είπε ένας.
Αυτή η σκέψη έλαμψε ως ελπίδα. Έτσι, όλοι μαζί, έτρεξαν στη φτωχική καλύβα της Μάσα και του Ακέμ.  Μα ούτε κι εκεί βρήκαν την Κόρη του Χιονιού. Έψαχναν κι όλη  την επόμενη μέρα και τη νύχτα, και την τρίτη και την τέταρτη. Την αναζητούσαν στο χωριό, καλύβα-καλύβα, και στο δάσος, δέντρο-δέντρο, θάμνο-θάμνο. Μάταια όλα! Πουθενά δεν μπόρεσαν τη βρουν.

Περιττό να πούμε ότι η θλίψη των φτωχών γονιών της δεν περιγράφεται με λόγια. Ο Ακέμ και η Μάσα ήταν απαρηγόρητοι. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα η Μάσα περιπλανιόταν στο δάσος καλώντας την χαμένη θυγατέρα της σαν τρελή: «Ω, μικρή μου Κόρη του Χιονιού! Ω! μικρή μου αγάπη!»
Αλλά καμιά απάντηση δεν πήρε στο κάλεσμά της. Ούτε μια λέξη από τη γλυκιά φωνούλα. Η Κόρη του Χιονιού δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Αυτό ήταν βέβαιο, πια. Αλλά πώς εξαφανίστηκε, πού είχε πάει; Την είχαν κατασπαράξει τα άγρια ζώα του δάσους ή την άρπαξε κάποιο αρπακτικό πουλί και τη μετέφερε μακριά  προς τη θάλασσα; Όχι, δεν ήταν τ΄ άγρια θηρία, ούτε τ΄ αρπακτικά, αλλά καθώς η μικρούλα πηδούσε πάνω από τη φωτιά εξατμίστηκε και σαν λεπτό σύννεφο πέταξε ψηλά στον ουρανό.

Απόδοση: Α.Μ.

Πηγή: Edith M. S. Hodgetts, Tales and Legends from the Land of the Tzar: Collection of Russian Stories, 2nd edition, London: Griffith Farran and Company, 1891, pp. 46-52. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο του D. L. Ashliman μαζί με άλλες εκδοχές του. 


9/8/13

Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ!

1943: Οπλίτης των Ταγμάτων Ασφαλείας φυλά απαγχονισμένο Έλληνα
Πηγή: Αρχείο Bundesarchiv, Φωτογράφος:  Drehsen. Διατίθεται και από τη Βικιπαίδεια.


Στις 20 Ιουλίου 1944 έγινε ανεπιτυχής απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στο κρησφύγετό του στην Πολωνία από ομάδα αξιωματικών του ναζιστικού στρατού  οι οποίοι εφάρμοσαν το σχέδιο Βαλκυρία.[1]

Άμεσα ο Διονύσιος Παπαδόγκωνας έστειλε στον Χίτλερ το ακόλουθο συγχαρητήριο τηλεγράφημα εκφράζοντας την ικανοποίηση του ιδίου και 5.000 Ταγματασφαλιτών του Μοριά, για τη «διαφύλαξη του Χίτλερ από τον Θεό». Στις 13 Αυγούστου 1944 έφθασε και η απάντηση του Χίτλερ.[2,3]




Οι 5.000 αξιωματικοί και άνδρες των ελληνικών εθελοντικών τμημάτων της Πελοποννήσου με το μεγαλύτερον μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου όπισθεν αυτών, εκφράζουν την βαθυτάτην αγανάκτησίν των δια την εναντίον σας απόπειραν σχεδιασθείσαν και επιχειρηθείσαν υπό υποκειμένων, τα οποία δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του αγώνος κατά του κομμουνισμού και των πλουτοκρατών συνεργατών του.

Εκφράζουν την χαράν των δια την θαυμαστήν διάσωσίν σας και κλίνουν με ευγνωμοσύνην το γόνυ ενώπιον του Παντοδυνάμου Θεού, όστις ήπλωσε προστατευτικήν χείρα επάνω από την ζωήν σας δια να σας διαφύλαξη εις το γερμανικόν έθνος και εις την εν τω αγώνι κατά της κομμουνιστικής πανώλους ηνωμένην Ευρώπην.

Δια τους έλληνας εθελοντάς της Πελοποννήσου η ένδειξις αυτή είναι μία παρόρμησις, όπως συνεχίσουν δι' όλων των δυνάμεων μέχρις εσχάτων τον αγώνα κατά των ξένων προς την χωράν μπολσεβικικών ορδών εν Ελλάδι.

Από της ιεράς γης της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δράξ των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσε τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, υψούται η προσευχή μας:

«Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ»




Ο φύρερ έδωκε διαταγήν όπως ανακοινώσουν εις τον διοικητήν εθελοντικών τμημάτων Πελοποννήσου συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν, ότι εχάρη εγκαρδίως δια τα επί τη ευκαιρία της διασώσεώς του αποσταλέντα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα των εν Πελοποννήσω κατά του μπολσεβικισμού μαχόμενων εθελοντών.

Ο Φύρερ διαβιβάζει τας θερμάς του ευχαριστίας και τους χαιρετισμούς του εις όλους τους εθελοντάς. Εξ άλλου ο αρχηγός των Ες - Ες, υπουργός των Εσωτερικών του Ράιχ Χίμλερ, έδωσεν εντολήν όπως διαβιβασθούν προς τον συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν και αι ιδικαί του ευχαριστίαι.

Πηγή
Βουρνάς Τ. (1997) Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, τ. Γ΄,  Πατάκης, Αθήνα, σ. 404-405.

Παραπομπές
[1] Επιχείρηση Βαλκυρία, Βικιπαίδεια  και Μπράιαν Σίνγκερ: Επιχείρηση Βαλκυρία, Ριζοσπάστης, 19-2-2009 
[2] Διονύσιος Παπαδόγκωνας, Βικιπαίδεια 
[3] Τάγματα ασφαλείας, Βικιπαίδεια  και Οι κυβερνήσεις της Κατοχής και τα «Τάγματα Ασφαλείας», Ριζοσπάστης, 9-6-2013. 

23/7/13

Το απίστευτο κύρος των μαθητικών μητρώων

 Διήγημα του Ανδρέα Μήτσου
Από τη συλλογή «Γέλια»





ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ - και να με συγχωρείτε», του είπα, «γιατί μιλάτε τόσο δυνατά μέσα στην τάξη. Δε σας κρύβω ότι στην αρχή υπέθεσα πως είχατε κάποιο πρόβλημα με την ακοή σας. Μιλώντας όμως μαζί σας στα διαλείμματα, διαπίστωσα ότι τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει. Είναι που είναι η φωνή σας βροντώδης».

Μιλούσα στον πληθυντικό στον ιδιόμορφο αυτό μαθητή μου της πρώτης Γυμνασίου, που μου ενέπνεε έναν ανεξήγητο σεβασμό. Και τούτο δεν οφειλόταν μόνο στην ηλικία του, αν και πλησίαζε, όπως έλεγε, τα εβδομήντα δύο χρόνια, αλλά στο περίεργο ταμπεραμέντο του.

Οι φωνές του βέβαια αυτές, μια ακατέργαστη, θα έλεγα, προθυμία, με την οποία απαντούσε -πρώτος πρώτος εκείνος- και στις πιο απλές και αυτονόητες ερωτήσεις, επισείοντας επίμονα και επανειλημμένα το δείχτη του δεξιού χεριού του, προξενούσαν τις ποικίλες αντιδράσεις των συμμαθητών του του Τετάρτου Εσπερινού Γυμνασίου Νέου Κόσμου. Γέλια και κοροϊδίες αλλά και πολλαπλών αποχρώσεων άλλες κραυγές μέσα στην τάξη, ανάλογης ή παραπλήσιας έντασης, ακολουθούσαν το δικό του απεγνωσμένο «Κύριε, κύριε».

Και δεν επρόκειτο για κάποιον αργόστροφο. Στα διαλείμματα μάλιστα, παρόλο που ήταν πάντα λιγομίλητος, εύκολα έπειθε για τη σοβαρότητα και τη διανοητικότητά του, τόσο εμένα και τους υπόλοιπους καθηγητές όσο ακόμα και τους παράταιρους συμμαθητές του.

Μεγάλη ηλικία είχαν επίσης οι συμμαθητές του, αφού ήταν ως επί το πλείστον εργαζόμενοι και ανάμεσά τους αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι που έπρεπε να βγάλουν οπωσδήποτε τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου για να αλλάξουν έτσι μισθολογικά κλιμάκια, ΜΚ, όπως τα 'λεγαν, χρησιμοποιώντας τα αρχικά με ιερή σοβαρότητα, και ν' ανέβουν μέχρι και πέντε βαθμίδες στη σύνταξη. Όλοι αυτοί οι μαθητές έδειχναν τον ίδιο ανεξήγητο σεβασμό στον κύριο Πέτρο εκτός της αίθουσας διδασκαλίας.

Είχε μια τεράστια δερμάτινη τσάντα φουσκωμένη βιβλία, αν και τα κουτσομπολιά μιλούσαν για φαγητά και άλλα διάφορα, όπως το πιεσόμετρο -το οποίο είχα ο ίδιος εντοπίσει στοιβαγμένο μεταξύ του Ομήρου και των κειμένων της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας- και πήγαινε ανάμεσα στους άλλους μαθητές πάντα αυστηρός και επίσημος, δείχνοντας να μετέχει ενσυνείδητα σε μια υπόθεση μεγάλης ευθύνης.

Βαδίζαμε πλάι πλάι στο φωταγωγημένο, από το φόβο της χρήσης ναρκωτικών, προαύλιο του σχολείου, όταν έσπασε τη σιωπή και μου μίλησε.
«Την πρώτη Γυμνασίου την έβγαλα το σχολικό έτος 1936-1937», δήλωσε με θαυμασμό για τον εαυτό του ή για κείνα ίσως τα μακρινά χρόνια.

Τον κοίταξα ξαφνιασμένος και για μια στιγμή είδα ένα μεγάλο σεντόνι που απλωνότανε κάπου ψηλά στον ουρανό και ύστερα έπεφτε αργά σαν αλεξίπτωτο και μαζευόταν διαρκώς όσο έπεφτε, μέχρι που έγινε στο τέλος μικροσκοπικό σε μέγεθος. Ωσάν κουκκίδα μαύρη που απορροφήθηκε αργά μέσα στο γαλάζιο ξεπλυμένο βυθό της κόρης του ματιού του.

Ντράπηκα γιατί νόμισα πως διέγνωσε την άπρεπη φαντασίωσή μου - και δεν είχα άδικο, γιατί ο μαθητής μου άρχισε ν' ανεβαίνει τρέχοντας σχεδόν τις πολλές σκάλες του σχολείου, υπακούοντας ήδη εκ των προτέρων στον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του κουδουνιού που ακολουθούσε την ανάβασή του.

Την ίδια και μεγαλύτερη ζέση που επιδείκνυε μέσα στην τάξη δε δίσταζε να εκδηλώνει και στις σχολικές γιορτές. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, έκλαιγε και τραγουδούσε με ενθουσιασμό τον εθνικό ύμνο στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, καθώς ήτανε μέλος της χορωδίας, ή στη γιορτή του Πολυτεχνείου, έτσι που να ακούγονται σχολιασμοί όπως «Πολέμησε ο άνθρωπος στα βουνά της Αλβανίας» ή «Είχε γιο στο Πολυτεχνείο που σκοτώθηκε».

Μερικοί, οι πιο «βαρεμένοι», που δεν είχανε την πολυτέλεια του σχολιασμού, περιγελούσαν τη μουσική του παρουσία.

«Ρε, κοίτα ο γέρος, σαν την "Ιτιά" το τραγουδάει. Και κλαίει μαζί ο μαλάκας. Ψωνάρα ο άνθρωπος».

Εκείνος όμως επέμενε τραγουδώντας με στόμφο πως «για να γυρίσει ο ήλιος» ήθελε πολλή δουλειά με ζωντανούς, ακόμα και με νεκρούς ήρωες.

Στη γιορτή μάλιστα της 25ης Μαρτίου, μιας και θυμήθηκα τις σχολικές γιορτές, η φωνή του υπερκάλυψε όλη τη χορωδία, αναπαριστώντας ταυτόχρονα με πομπώδη δραματικότητα τις απερίγραπτες ταλαιπωρίες και τα βάσανα των κλεφτών.

«Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιόνι», ισχυριζόταν, «στα έρημα, στα σκοτεινά, στις μαύρες ράχες, στα βουνά, ο κλέφτης ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει».

Τραγούδησε μάλιστα σόλο και το περίφημο βουκολικό άσμα:
Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μια ζηλεμένη κόρη,
ήμουνα αμούστακο παιδί,
μα την αγάπησα πολύ,
δέκα χρονών αγόρι.

Κι εκεί που περίμενα ότι θα γινότανε ο χαμός από τις απροκάλυπτες και απρεπείς αυτές εξομολογήσεις του, συγκίνηση και σιωπή πλάκωσε την υπόγεια και υγρή αίθουσα, εκεί όπου γίνονταν οι εκδηλώσεις του σχολείου.

Τότε μάλιστα ένιωσα ότι κάτι παιζόταν μεταξύ των μαθητών, όλων ανεξαιρέτως, κάτι που οι καθηγητές, ή εγώ τουλάχιστον, ήμουν ολωσδιόλου ανίκανος να προσδιορίσω και να εντοπίσω.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προξενούσε πάντα η αγωνία του καθώς έγραφε τα πρόχειρα διαγωνίσματα των τριμήνων και η ένταση και έξαψή του όταν ανακοίνωνα τους βαθμούς των διαγωνισμάτων αυτών. 

Την ίδια έξαψη εκδήλωνε και όσες φορές πηγαίναμε εκδρομή στο παρακείμενο του σχολείου αλσύλλιο, πετώντας κι αυτός σαν τους άλλους συμμαθητές του την ογκώδη τσάντα του στον αέρα τη στιγμή της ανακοίνωσης της απόφασης για εκδρομή, επειδή γλύτωνε τις ώρες των μαθημάτων -παρόλο που όλοι οι συμμαθητές του εξαφανίζονταν αργότερα μέσα στο σκοτεινό παρκάκι κι έμενε αυτός να περιπολεί μοναχός στα ίδια πάντα ελάχιστα μέτρα. Με το άσπρο του κεφάλι να φωτίζει σαν θολό φανάρι τη νύχτα.

«Έλα, κάθισε μαζί μας», πήγαινα και τον προσκαλούσα στο τραπέζι μας, στην καφετερία που ήμασταν μαζεμένοι όλοι οι καθηγητές.
Αρνιόταν επίμονα, με όλο τον προσήκοντα σεβασμό, να συγχρωτιστεί μαζί μας. Είχε μια παλιά και ξεχασμένη ευπρέπεια.

«Τα παιδικά χρόνια μου ήταν τα καλύτερα της ζωής μου», πέταξε καθώς πηγαίναμε οι δυο μας βιαστικοί μετά το σχόλασμα, ώρα έντεκα παρά είκοσι το βράδυ, προς τη λεωφόρο Βουλιαγμένης να προλάβουμε το λεωφορείο. Μπροστά εγώ με τη μεγάλη τσάντα μου και από πίσω αυτός με τη δική του ακόμα μεγαλύτερη τσάντα, προσπαθώντας να με φτάσει.

Σταμάτησα και τον κοίταξα ντροπιασμένος, χωρίς να ξέρω το λόγο αυτής της ντροπής μου.
«Μπες, θα χάσεις το λεωφορείο», με παρότρυνε και μ' έσπρωξε ελαφρά ν' ανεβώ, έχοντας ξεχάσει νομίζω απολύτως την προηγούμενη διατίμηση της παιδικής του ηλικίας.

Τέλος Μαΐου, λίγες μέρες πριν ν' αρχίσουν οι απολυτήριες εξετάσεις του έτους, ο κύριος Πέτρος εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο.

Καθώς έμαθα αργότερα, έπασχε χρόνια από καρκίνο και μπαινόβγαινε κατά καιρούς στα νοσοκομεία. Τώρα όμως η ασθένειά του είχε φτάσει στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής της, πράγμα που ο ίδιος γνώριζε από καιρό ότι επρόκειτο να συμβεί.

«Θέλω να σου λύσω την απορία», μου είπε ανάμεσα στις κοινότοπες κουβέντες που ανταλλάσσαμε όταν είχα πάει να τον επισκεφθώ -και πριν προλάβω να σκεφτώ τι εννοούσε, ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον: «Περνιούνται, φαντάζομαι, ανελλιπώς οι απουσίες μου στο βιβλίο. Έτσι δεν είναι;»

«Ναι, βέβαια», επιβεβαίωσα.

«Πενήντα πέντε μέρες απουσίας, δηλαδή 165 τον αριθμό, συν μία ώρα παραπάνω τις Πέμπτες που 'χουμε τετράωρο, επί εφτά βδομάδες, 172 συνολικά απουσίες», υπολόγισε. «Περνάτε δηλαδή στο απουσιολόγιο τρεις απουσίες, Νικολαΐδης Πέτρος, κάθε μέρα, την Πέμπτη βέβαια τέσσερις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ξανά αυστηρά και επίσημα.

Τον παρατηρούσα αμήχανος πάνω στο κρεβάτι του.

«Ξέρεις γιατί γράφτηκα στο Γυμνάσιο, ενώ γνώριζα καλά την κατάστασή μου;» έσπασε τη σιωπή. «Για την προοπτική», είπε.

Έσμιξα τα φρύδια προσπαθώντας να τον καταλάβω.

«Ανεκδιήγητος είσαι, δάσκαλε», χαμογέλασε. «Τώρα που γράφηκα στο Γυμνάσιο και είμαι μαθητής, περασμένος κανονικά στα μαθητολόγια, τα απουσιολόγια και όλα τα μαθητικά μητρώα, είμαι χρεωμένος πια. Ανήκω. Εδώ μόνο βρίσκεται το μέλλον και η προοπτική μου», εξήγησε μιλώντας πολύ αργά και με υπομονή.

Φαίνεται πως μεγάλη απορία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο μου.


«Ανεκδιήγητος είσαι, μωρέ δάσκαλε», είπε ξανά και γέλασε με μια όρεξη απερίγραπτη, σαν να την είχε φέρει απίθανα σε κάποιον που είχανε μαζί παλιούς και ανοιχτούς λογαριασμούς.
--

3/5/13

Παιδικά χρόνια


του Γιάννη Ρίτσου

Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Αθήνα, 1941, Αρχείο Βούλας Θεοχάρη,  Μουσείο Μπενάκη. 
Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, ο Τσολάκογλου υπέγραψε πρωτόκολλο παράδοσης της χώρας με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ Ντήτριχ, στο Βοτονόσι του Μετσόβου.





Ποιος λέει ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι τα πιο χαρούμενα, ξέγνοιαστα, ελεύθερα; Όχι, όχι. Τα πιο πικρά, τα πιο βασανισμένα, -να θέλεις, να θέλεις και να μην ξέρεις τι θέλεις, κι οι μεγάλοι να λένε «μη αυτό, μη εκείνο», κι η θάλασσα να 'ναι απέραντη και να μην μπορείς να την πάρεις, και να περνάνε τα βαπόρια μακριά δίχως ν' αράζουν στο νησί μας αφήνοντας μια τούφα λυπημένο καπνό πέρα στο λιόγερμα σαν τον καπνό της Ιθάκης που σε κάνει να μαντεύεις το μακρινό, το αμέτρητο, το άπιαστο, τη στιγμή που εσύ όλα τα θέλεις να τα πιάνεις με τα δάχτυλα σου, να τα μετράς στα δέκα δάχτυλα σου κι αυτό το 10 να 'ναι το Άριστα με κόκκινο μελάνι όχι στα δικά σου τετράδια. Αμ' εκείνος ο μαυροπίνακας του σχολείου; -το πιο μεγάλο ΜΗ, να σου κόβει το κεφάλι με το έμπα της άνοιξης κι η σκόνη της κιμωλίας στα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού σου να σε κάνει ν' ανατριχιάζεις σα ν' άγγιξες την παγωμένη μύτη του πεθαμένου.

Α, η πονεμένη, η γλυκιά παιδιάστικη άγνοια πολιορκημένη απ’ το άγνωστο, σε οικεία ανταπόκριση με το μέσα μας άγνωστο, θαμπωμένη απ’ τις μυριάδες εκείνα τα σπιθίσματα που δεν πυκνώνουν και δε σμίγουν σ' έναν ήλιο (να γίνουμε εμείς ο ήλιος) ούτε διαχέονται ως πέρα πέρα σαν το φως του ήλιου που να φαίνονται όλα ως πίσω απ’ τα βουνά, πίσω απ’ την αχνογραμμένη στον ορίζοντα Κρήτη, στα διάφανα δειλινά, τόσο απλωμένα σα χαμένα, και να φαινόμαστε κι εμείς από παντού, σα να μην ήμασταν καθόλου.

Χώρια πια που τα κορίτσια κάναν ξεχωριστές παρέες και λέγαν τα δικά τους, όλο πσου πσου και γελάκια και λοξές κοροϊδευτικές ματιές σα να ξέρανε τάχα μου αυτές περισσότερα, και κάρφωναν τα μαλλιά τους με κόκκινα και γαλάζια χτενάκια, αλλά, έννοια σου, κι εμείς (κι ας μην είχαμε χτενάκια -είχαμε μια τσατσάρα στην κωλότσεπη του κοντού παντελονιού και σιάχναμε μια χωρίστρα «μερακλαντάν», που 'λεγε κι ο Κάβουρας) κάναμε τις δικές μας παρέες και λέγαμε τα δικά μας που ήταν ολότελα διαφορετικά απ’ τα δικά τους, κι ήμασταν λυπημένοι και θυμωμένοι και σκαρφαλώναμε ως πάνου στα δέντρα κι αμολάγαμε μεγάλους χαρταϊτούς ως τα μεσούρανα και παίζαμε τις μεγάλες αμάδες (άντε, ρε παρτσακλά, να ρίχτε και λόου σας μια τέτοια άμάδα)∙  κι εκείνες παίζαν στην άλλη άκρη της Μεγάλης Ντάπιας της Χρυσαφίτισσας κάτι δικά τους σαχλοπαίχνιδα, το κουτσό, την τυφλόμυγα, και χαχανίζανε σαν καρακάξες, γι' αυτό (καλά τους κάνανε) δεν τις αφήνανε να μπαίνουνε στο ιερό της εκκλησίας του Ελκομένου (όξω οι γυναίκες), ενώ εμείς τ' αγόρια καθόμασταν σ' όλη τη λειτουργία μες στο Ιερό και τα λέγαμε, και πότε πότε φορούσαμε κάτι άσπρα φουστάνια με χρυσό σειρήτι στο λαιμό (δεν είχαν κουμπιά, τα περνούσαμε απ’ το κεφάλι και ξεχτενιζόμαστε, μα είχαμε πάντα την τσατσαρίτσα μας), βγαίναμε απ’ τη δεξιά πύλη του ιερού, όχι απ’ τη μεσαία Ωραία Πύλη, περπατούσαμε σοβαρά, με τα εξαφτέρουγα ψηλά, κοιτάζοντας ίσα μπροστά κι ούτε που ρίχναμε μια ματιά στα κορίτσια∙ ύστερα γυρίζαμε πάλι στο ιερό, προνομιούχοι εμείς, παιδιά του δημοτικού και του σχολαρχείου, καθόμασταν στον μεγάλο καναπέ (παράξενο, είχε έναν καναπέ στο ιερό) και ψιλολέγαμε τα δικά μας (όχι για τα μαθήματα) για κολύμπια, ψαρέματα, καβουρομάνες, χταπόδια, πανιά, γλάρους, καρχαρίες, για τον Ιωνά στην κοιλιά του σκυλόψαρου που το λέγανε «κήτος», για τα πουλιά μας και τα αποκάτου απ’ τα πουλιά μας, ψιθυριστά μη μας ακούνε κι οι Άγιοι οι ζωγραφιστοί στους τοίχους, ιδίως εκείνο το κομμένο κεφάλι του Αι Γιάννη στο δίσκο της Σαλώμης -βρε την άτιμη, τον φίλαγε, λέει, στα χείλια και τα αίματα τρέχανε στα σαγόνια της∙ μα πιο πολύ απ’ όλα μιλάγανε (οι άλλοι σε μένα) για τη μεγάλη αδερφή, μου τη Νίνα (με περνούσε έντεκα χρόνια) που ήταν όμορφη σαν άγγελος, κι όταν λουζόταν κι έβγαινε στην αυλή να στεγνώσουν στον ήλιο τα χρυσά σκάλες σκάλες μαλλιά της, πυκνά και μακριά ως κάτω απ’ τη μέση της, και λαμποκόπαγε ολόγυρα ο τόπος, τα βενετσιάνικα τειχιά, τα καραούλια, οι βίγλες, όλος ο βράχος της Μονοβασιάς, οι τρούλοι του Άι Νικόλα, του Άι Γιώργη κι η αγορά με τα μικρά μπακάλικα, τα τσαγκαράδικα, το φαναρτζίδικο, και στρέφαν όλοι για να δουν από που βγαίνει αυτό το φως και ξέρανε πως είναι η Νίνα ή στο μπαλκόνι ή στην αυλή μας∙ κι όλα τ' αδέρφια και πρωτοξαδέρφια του πατέρα μου, παντρεμένοι ή ανύπαντροι, ήταν ερωτευμένοι με τη Νίνα∙ κάθε φορά που πήγαιναν ταξίδι στην Αθήνα ή στο εξωτερικό της κουβαλούσανε βραχιόλια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κολιέδες, μεταξωτά φορέματα, τούλια, ταφτάδες, οργκαντίνες και βελούδα τριανταφυλλένια, θαλασσιά και βιολετιά, κιβώτια σαμπάνιες, μπρικ και μαυροχάβιαρο κι ένα σωρό καλούδια∙ μα και τα πιτσιρίκια του δημοτικού και τα παιδόπουλα του σχολαρχείου, κι αυτά ερωτευμένα∙ εκεί, λοιπόν, που καθόμουν στον καναπέ, μες στο ιερό, έρχονταν ένας ένας, σκύβανε στ' αυτί μου και μου λέγαν «άμα μεγαλώσω θα μου δώσεις γυναίκα μου τη Νίνα;»∙ κι εγώ καμάρωνα κι έλεγα σ' όλους «ναι» ιδίως ο Αργύρης (14χρονος πια, στο σχολαρχείο, ομορφόπαιδο, κι είχε βγάλει μεγάλες τρίχες στα πόδια κι έσκαγε στο πάνου χείλι μαύρο μαύρο το μουστακάκι του, μελαχρινός με ολογάλανα μάτια), ο Αργύρης, λοιπόν, με διπλάρωνε, στριμωχνόταν στο πλευρό μου μόλις άδειαζε μια θέση στον καναπέ και μου 'λεγε, μου 'λεγε για τη Νίνα, δε με ρωτούσε αν θα του την δώσω, αυτός μωρέ μάτια μου θα την έπαιρνε με το σπαθί του «και τι νομίζεις» σε δυο μήνες θα βάλω μακριά παντελόνια «θα 'μαστε ταιριαστοί∙ θα μου στείλει λεφτά ο μπάρμπας μου απ’ την Αμέρικα να πάρω τα δαχτυλίδια του αρραβώνα και σε τρία χρονάκια θα 'μαι μεγάλος να την παντρευτώ»∙ μα εγώ έκανα τον δύσκολο, γιατί ο Αργύρης ήταν πολύ όμορφος, δυνατός, καλοδεμένος και μ' άρεσε πιότερο απ’ όλους τους άλλους για τη Νίνα μας' «ναι, μα δε θα την πειράξεις όσο θα 'σαστε αρραβωνιασμένοι»∙ «μα την Παναγιά, που μας βλέπει απ’ αντίκρυ∙ ούτε με το μικρό μου δάχτυλο στο μάγουλο της»∙ «κι άμα παντρευτείτε;»∙ «ε, τότες θα γίνει»∙ «ναι, μα η Παναγία που ορκίστηκες μόνο τον κρίνο μύρισε»∙ «ώρα είναι να μου πεις και για τους πελαργούς∙ δεν αφήνεις τις σάχλες, ρε Ίων αυτά 'ναι για μωρά παιδιά». Μ' άρεσε πιο πολύ που μίλαγε σαν αντράκι σίγουρα θα τα πω της Νίνας, να τον πάρει∙ κι ας τολμούσε τότε κάνα παιδί να μου κάνει τον καμπόσο∙ θα τον έσπαγε ο Αργύρης στο ξύλο.

Όμορφες ώρες περνάγαμε στα νυχτερινά εκκλησιάσματα. Κι οι  Άγιοι μας κοιτάζανε σα φίλοι μας∙ καταλάβαιναν κάτι θα ξέραν κι αυτοί∙ ποτέ δε μας μάλωναν. Μα τα καλύτερα νυχτέρια μας ήταν τη Μεγάλη Βδομάδα, ιδίως τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα Ευαγγέλια που κράταγε πολύ και βρίσκαμε καιρό να λέμε και να λέμε, μεθυσμένοι απ’ τις ψαλμουδιές, απ’ το λιβάνι, απ’ τη μυρωδιά του λιωμένου κεριού, απ’ τις φλόγες και κάτι άλλο που δεν ξέραμε να το πούμε βαθιά μέσα μας που πολύ αργότερα το 'παμε «ένδοξο πόνο» κι άλλος το 'πε «σμίξιμο του έρωτα και του θανάτου», μακρινές υποψίες, μαντέματα, βάγια, δάφνες, ταπεινοσύνη, περηφάνια, ένα γυμνό σώμα κι ένα άλλο, το φτωχό ξυλουργείο, ένα πηγάδι, ένα άγνωστο χαμένο διαμάντι στη λάσπη, το σηκώνεις, το καθαρίζεις με τα δάχτυλά σου, λάμπει, σκουπίζεις τα δάχτυλά σου στο σακάκι σου, κι είσαι καθαρός και θέλεις να το χαρίσεις στην Ιουδήθ, στη θέση της είναι η Σιωπή που όλα τα ξέρει και δεν τα λέει, και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι Ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει για ν' ακούσει, και τ' άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να 'ναι λυπημένος ο κόσμος κι η Θεια Σταθούλα κι η κυρα Παρασκευούλα κι ο μπάρμπα Γιάννος που 'χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι' αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, γιατί μια και υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ' άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι υστέρα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά, ν' ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να 'φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα — δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες.

«Ίων, Ίων» με φώναζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο».  Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ' αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως, την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον εχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;).

Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το 'πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιόν;», «το Χρίστο, ντε∙ μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά∙ «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα -λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ».

Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πώς το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήρι του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να 'ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα 'φτιαξα στεφάνι και Του 'βγαλα τον ακάνθινον στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το 'χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπάτης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να 'βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ' αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό∙ -θα το φορέσει- είπε -το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

ΑΘΗΝΑ, 11.1.84

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ίσως να ΄ναι κι έτσι, Κέδρος, 1984, σελ. 54-63

11/3/13

Παιδικισμός ή το παραμύθι της άσπρης αρκούδας


Ένα διαχρονικά επίκαιρο δοκίμιο του Κώστα Βάρναλη

Μια φορά κ' έναν καιρό ανέβηκε ένας χωριάτης σ' ένα ψηλό και μακρινό βουνό να συμβουλευτεί κάποιο μάγο, πώς θα μπορέσει να γίνει πλούσιος. Ο μάγος του είπε: άμα γυρίσεις στο σπίτι σου, να πάρεις μια χύτρα με νερό, να τη βάλεις απάνου στη φωτιά και την ώρα που θ'  αρχίσ'  η βράση να ρίξεις μέσα μια φούχτα αλάτι.

Καθώς ο χωριάτης κατέβαινε το βουνό με την πολύτιμη συνταγή, συλλογιζότανε, πως η συνταγή αυτή είτανε πολύ απλή. Κι άρχισε να πονηρεύεται. Στάθηκε λοιπόν μια στιγμή και γυρίζοντας το κεφάλι του προς την κορφή, όπου στεκότανε ο μάγος, τόνε ρώτησε με όλη τη δύναμη της φωνής του :

-Μήπως έχει κι άλλο τίποτα να κάνω;
-Αφού επιμένεις, σου το λέω. Την ώρα που θα ρίχνεις τ' αλάτι, να μη βάλεις στο νου σου την... άσπρη αρκούδα.

Όσο λοιπόν μπόρεσε ο χωριάτης να μη θυμάται την άσπρη αρκούδα κάθε φορά, που έκαμνε και ξανάκαμνε τα μάγια του, άλλο τόσο θα μπορέσει ένας λογικός και μορφωμένος άνθρωπος να ξεχάσει τη λογική του, τις γνώσεις του και την πείρα του και να γίνει μωρό την ώρα που δημιουργεί. Αλλ' ένας από γεννησιμιό του μωρός είναι πολύ εύκολο να μείνει «τοιούτος» σε όλη του τη ζωή.


Με αυτό το παραμύθι και αυτό το ηθικό δίδαγμα, ο Κώστας Βάρναλης ολοκληρώνει το δοκίμιο με τίτλο «Παιδικισμός ή το παραμύθι της άσπρης αρκούδας», το οποίο αποτελεί μέρος των «Αισθητικών-Κριτικών», όπως συγκεντρώθηκαν αργότερα. Σύμφωνα με τον Τάσο Βουρνά δημοσιεύθηκε ως χρονογράφημα στην εφημερίδα «Πρωΐα» τον Ιούνιο του 1941[1, 2]. 

Ακολουθεί το δοκίμιο το οποίο επιβεβαιώνει ακόμη και σήμερα τον ποιητή για την αναγκαιότητα να βρεθεί επιστημονική εξήγηση (βλ. σημ. 1) τουλάχιστον για το θέμα του  «παλιμπαιδισμού», ως νοσηρό αποτέλεσμα του χρόνιου ξεπεσμού μας.  


   
Όταν οι λαοί χάνουν τα νερά τους (σε περιόδους χρόνιου ξεπεσμού ή ξαφνικών ανατροπών) ζητούνε συνήθως τη σωτηρία τους με τη «φυγή» από την πραγματικότητα. Το σύνθημα της φυγής το δίνουνε οι κατώτεροι των περιστάσεων πνευματικοί ηγέτες, που με την λιγοψυχία τους και την ανεπάρκειά τους αυξάνουν τη σύγχυση και τον πανικό του κοινού.

Η «φυγή» αυτή κατευθύνεται ή προς τα «καλά περασμένα» ή προς το «Εγώ» του καθενός. Η πρώτη φυγή είναι ένα είδος Ψυχοσάββατου : ομαδική έξοδο των ζωντανών προς τους τάφους. Οι λογιότατοι, που πιάνουνε το Έθνος από το λαρύγγι και του χώνουνε το κεφάλι μέσα στο παχνί της αττικής διαλέκτου για να γίνει άνθρωπος∙  οι Κάτωνες, που θέλουνε να ξαναχυθεί η ζωή στα καλούπια των απλών ηθών και του πατριαρχικού βίου των προγόνων οι Αρνητάδες (Αποστολάκης [3] κλπ.) που ζητούνε να ξαναγίνουμε παιδιά για να ξαναβρούμε το σωστό μας δρόμο, είναι όλοι αντιπροσωπευτικοί τύποι της...ψυχοσαββατιάτικης «φυγής». Είναι οι κλασικοί τύποι του «κοσμοδιορθωτού» στις εποχές του χρονίου ξεπεσμού.

Η φυγή προς το «Εγώ» είναι φυγή, φυσικά, εγωιστική. Το κάθε άτομο κοιτάει να σωθεί μοναχό του αδιαφορώντας για τους άλλους. Προσπαθεί και κατορθώνει να κλείσει τη ζωή του μέσα στον ελεφάντινο πύργο του, μακριά από κάθε γείτονα, όσο το δυνατό ακινδυνότερα και χωρίς ευθύνες. Ο διανοούμενος, που αφοσιώνεται στην εκστατική θεώρηση των αιωνίων και απολύτων ουσιών∙ ο ποιητής, που σιχαίνεται το ανίερο πλήθος και παραληρεί «αινιγματώδη έπη», όπως λέγει ο Αισχύλος∙ ο υλοζωιστής, που ρίχνεται με τα μούτρα στην άκρατη απόλαυση των αισθησιακών ηδονών, είναι οι κυριότεροι αντιπροσωπευτικοί τύποι της εγωιστικής φυγής.

Το κήρυγμα του «εκπαιδικισμού» (αυτό, που θα μας απασχολήσει εδώ) είναι κυρίως αισθητικό. Αποτείνεται στους συγγραφείς και στους καλλιτέχνες και τους... εξορκίζει να γίνουνε παιδιά για να μπορέσουν έπειτα να «εκπαιδικοποιήσουν» πνευματικά το Έθνος! Η «επιστροφή» στην παιδική ηλικία σημαίνει: «Να γίνετε αγνοί, απλοϊκοί, φρέσκοι σαν τα βρέφη και σαν τα νήπια. Να τα βρίσκετε όλα καινούργια, πρωτόφαντα, πρωτόπλαστα. Να ζείτε τον μέσα σας και τον έξω κόσμο όχι με το μυαλό σας σαν πράγματα, που δέχονται εξήγηση, παρά με τα ένστιχτά σας σαν θαύματα, που είναι μυστήρια, και που τα κρατάτε παντοτινά κάτου από το κατώφλι της συνείδησης. Κι αφού θ' αποκαθαρθείτ΄ εσείς και θα εξαγνισθείτε, τότε θα οδηγήσετε και την ψυχή του Συνόλου με δεμένα τα μάτια κατ' ευθείαν στον παράδεισο του... «Νάνι-νάνι» !

Το σύνθημα αυτό του θεληματικού αγνωστικισμού δεν είναι ντόπιο. Το είχε βγάλει «εις περίπατον» πριν από 170 χρόνια ο Ρουσσώ. Ο Ρουσσώ και οι οπαδοί του θεωρούσανε τον καλλιτέχνη για άνθρωπο, που παραμένει σ' όλη του τη ζωή παιδί∙  που διατηρεί τη φρεσκάδα και τον αυθορμητισμό των πρώτων του εντυπώσεων. Αυτός δεν γίνεται ποτές μπλαζέ και δεν προσαρμόζεται με το περιβάλλον του. Περιφέρει ακατάπαυτα απάνω στον κόσμο τ' αθώα του μάτια και την απλοϊκή του περιέργεια, πάντα θαυμάζοντας και πάντα ξαφνισμένος. Και με το πνεύμα του το μυθομανικό, το εξωλογικό και εξωηθικό δε σκέφτεται, αλλά προφητεύει.

Το περίεργο όμως είναι, πως κανείς μεγάλος δημιουργός δεν παρουσίασε την κλινικήν αυτήν εικόνα. Όλοι τουλάχιστον οι μεγάλοι τα μυαλά τους τα είχανε πεντακόσια από το Σοφοκλή ίσαμε τον Γκαίτε, από τον Τολστόη ίσαμε τον Ίψεν και το δικό μας το Σολωμό, που τον προβάλλουνε τάχα για υπόδειγμα μεγάλου παιδιού. Κανένας απ' αυτούς δεν είχε στη ζωή του και στο έργο του τον παιδιάτικο ενορμητισμό. Όλοι τους δουλεύανε με όλες τους τις γνώσεις και όλη τους την πείρα και όλες τους τις ψυχικές δυνάμεις «με καιρό και με κόπο» για να πετύχουν το «νόημα της τέχνης».

Κανείς φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί να πετάξει από μέσα του τις γνώσεις και την πείρα του για να ξαναγίνει παιδί. Υπάρχουν όμως και αρρώστειες, που έναν ώριμο άνθρωπο τον κάνουνε πραγματικά παιδί. Είναι ή αρρώστεια του εκπαιδικισμού» (καθυστερημένη σωματική και διανοητική ανάπτυξη, φυσιολογική ανικανότητα) και η αρρώστεια του «παλιμπαιδισμού», τα ξαναμωράματα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Κώστας Βάρναλης σε προλογικό του σημείωμα για τα «Αισθητικά» γράφει:
«Η σειρά των αισθητικών αυτών άρθρων (τα περισσότερα) δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» επί Διχτατορίας. Φυσικό είταν ό,τι απαγορευότανε να λεχτεί, να λέγεται με τρόπο.
Τα ξανακοίταξα –όσο είτανε μπορετό.
Στον καιρό τους κινήσανε το ενδιαφέρο των ανθρώπων της Τέχνης και του Λόγου. Ελπίζω πως τα θέματα που θίγω, εξακολουθούνε να κινούνε το ενδιαφέρο των σκεπτομένων και τη σκέψη των ενδιαφερομένων. Πάντως σ΄ όλα τα θέματα τούτα ζητιέται εξήγηση επιστημονική (κοινωνιολογική) με μέθοδο επιστημονική (διαλεχτικός υλισμός).»

[2] Η εφημερίδα «Πρωία» (1925-1941*) ιδρύθηκε από τους γιους του Ιωάννη Πεσμαζόγλου, Στέφανο και Τζόνη και στεγαζόταν στην ομώνυμη στοά της Αθήνας. Παρά τις καλές σχέσεις των οικογενειών Μεταξά και Πεσμαζόγλου, η εφημερίδα δυσαρέστησε τον δικτάτορα, καθώς η στάση της εξελίχθηκε, προϊούσης της λογοκρισίας, σε εχθρική προς το καθεστώς. Ο Μεταξάς αντέδρασε, βάζοντας τον Μανιαδάκη να βιαιοπραγεί συχνά κατά των εκδοτών –κυρίως του Στέφανου.
Οι σχέσεις φαίνεται να αποκαταστάθηκαν με την κήρυξη του πολέμου, οπότε ο Στέφανος Πεσμαζόγλου θεώρησε ότι το «ΟΧΙ» πλάσθηκε παράλληλα από το λαό και τον δικτάτορα, αναγνωρίζοντας τον πατριωτισμό του Μεταξά.
Οι συντάκτες της εφημερίδας, μεταξύ αυτών και ο Κώστας Βάρναλης, χαρακτηρίζονταν από αγωνιστικότητα, ήθος και όραμα.
*UPDATE: Ο κ. Ν. Σαραντάκος διορθώνει:  η εφημερίδα «Πρωία» έκλεισε το 1944. Μάλιστα, επισημαίνει πως το κατοχικό της φύλλο είχε πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες, μεταξύ αυτών και του Κ. Βάρναλη.

[3] Προφανώς ο Βάρναλης αναφέρεται στον Γιάννη Αποστολάκη, ενός εκ των εκδοτών του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα» (1927-1930), το οποίο δημιουργήθηκε ως αντίβαρο προς τις μαρξιστικές απόψεις των περισσότερων λογοτεχνών της εποχής. Ο Γιάννης Αποστολάκης ήταν και γνωστός πολέμιος του Κωστή Παλαμά.


ΠΗΓΕΣ
-Κώστας Βάρναλης, Αισθητικά-Κριτικά-Σολωμικά, Κέδρος, Αθήνα, 1982, σελ. 188-190.
-Κώστας Χατζηπατέρας-Μαρία Φαφαλιού, Μαρτυρίες ΄40-΄41, Κέδρος, Αθήνα, 1988, σελ. 45.
-Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, τ. Γ΄, Πατάκης, Αθήνα, 1999, σελ. 209-225.
..
..

6/12/12

Στεφάνι 2013



Πώς να φτιάξετε το οικογενειακό πρωτοχρονιάτικο στεφάνι 2013, με τρόπο οικονομικό και οικολογικό.

Οδηγίες κατασκευής 
Από τη στοίβα των αχρήστων προς καύση κατά τις κρύες μέρες, που έχετε ήδη δημιουργήσει, διαλέγετε το καλύτερο στεφάνι από αυτά των παρελθόντων ετών.

Καθαρίζετε,  τινάζοντας και περνώντας με νωπό πανί. Αποφύγετε τα μαντήλια δακρύων, δεν περνάνε πια. Σε περίπτωση που σας έχουν κόψει το νερό, χρησιμοποιείστε μαλακό χαρτί. Μην χρησιμοποιήσετε εφημερίδες με συνεντεύξεις εταίρων και υπουργών (δημιουργούν «ψαλίδα» στις πευκοβελόνες).

Στη συνέχεια κόψτε προσεκτικά, χρησιμοποιώντας κατάλληλο ψαλίδι, τμήματα των λογαριασμών που εκκρεμούν (πρώην ΔΕΚΟ, Εφορία, ενοίκια, δάνεια, κλπ), την κάρτα ανεργίας σας, τη φωτογραφία από την τελευταία φορά που βάλατε πετρέλαιο θέρμανσης, κουπόνια από τα φάρμακα που κάποτε μπορούσατε να αγοράζετε και άλλα έγγραφα ή κάρτες που, όλα μαζί, γέμισαν τα συρτάρια σας τη χρονιά που μας πέρασε.  

Ταιριάξετε -διακριτικά- τα αποκόμματα με τα υπάρχοντα στολίδια, προσέχοντας να αφήνετε χώρο μεταξύ τους γιατί όλο και κάτι θα προκύψει μέχρι τις 23:59 της 31ης Δεκεμβρίου 2012. Για τη σταθεροποίησή τους χρησιμοποιήστε το σάλιο σας, το οποίο έτσι κι αλλιώς έχει γίνει κολλώδες.

Για να κάνετε το στεφάνι πιο εντυπωσιακό και επίκαιρο, κρεμάστε το τελευταίο σας ευρώ, μια δραχμούλα που ενδεχομένως έχετε κρατήσει ως ανάμνηση, αλλά και διάφορα «αγαπημένα» εμβλήματα όπως εκείνα του ΝΑΤΟ, του ναζισμού, κ.ά., κατά περίπτωση (γενιά, ενδιαφέροντα και εμπειρίες). Μην ξεχάσετε την πολυαγαπημένη μας Τράπεζα της Ελλάδος, για καθαρά ιστορικούς λόγους.

Τέλος, στολίστε την κορδέλα με αστέρια ώστε να σχηματίζουν το έμβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τοποθετώντας στο κέντρο τον πλανήτη μας, όπως αποτυπώνεται στο σήμα του «σωτήρα» αυτού (ΔΝΤ). Δεν χρειάζεται να γράψετε το έτος. Αν συνεχίσουμε απλώς να τους κοιτάζουμε, όλα τα έτη θα είναι ίδια από εδώ και πέρα.*

Προστασία περιβάλλοντος-Εξοικονόμηση πόρων 
Μαζέψτε προσεκτικά όσο χαρτί έχει περισσέψει και τοποθετείστε το εκ νέου στη στοίβα προς καύση. Τα πλαστικά μέρη τοποθετείστε τα ξεχωριστά και διατηρήστε τα σε χώρο δροσερό, σκοτεινό και καθαρό. Αργότερα μπορεί να τα χρειαστείτε για να καθαρίσετε πατάτες.  

Προφυλάξεις
Το στεφάνι προτείνεται για εσωτερικούς χώρους, ώστε να αποφεύγονται τα εγκεφαλικά και άλλα επεισόδια εκ μέρους των περαστικών.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ   

*Αν έχετε διαφορετική διάθεση, φυλάξτε το στεφάνι. Θα φανεί χρήσιμο για μελλοντικές πανηγυρικές τελετές.

11/9/12

American Dream


Μεταξύ των ετών 1903 και 1913, εκατομμύρια  Ευρωπαίοι μετανάστες βγήκαν στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Σχεδόν αμέσως για πολλούς από αυτούς, το αμερικανικό όνειρο έγινε εφιάλτης: στοιβαγμένοι σε ανθυγιεινούς χώρους, ζούσαν την απόλυτη φτώχεια. Για να επιβιώσει μια οικογένεια έπρεπε να εργάζονται όλα τα μέλη της.

Η απογραφή του 1910 έδειξε ότι δύο εκατομμύρια παιδιά από 10 έως 15 ετών μοχθούσαν σε ορυχεία και αγροκτήματα, δέκα ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα. Η παιδική εργασία στις ΗΠΑ διευθετήθηκε μόλις το 1938.

 Και σα με καρυδώνουνε μουνούχο σκλάβο
οι Αμερικάνοι, εγώ να βλαστημάω το Σλάβο.
(Κ. Βάρναλης)


Η φωτογραφία λήφθηκε το 1908, σε έναν βαμβακόμυλο της Καρολίνα. Η Μαρτ Πέιν, 5 ετών, συγκέντρωνε δέκα κιλά βαμβάκι την ημέρα. Τα πάντα στη μικρούλα υποδηλώνουν την ταλαιπωρία, την καθημερινή αγγαρεία, μα και την αξιοπρέπεια, κοιτάζοντας κατ΄ ευθείαν προς την κάμερα του Λιούις Χάιν.  

Ο φωτογράφος εργάσθηκε για την Εθνική Επιτροπή Παιδικής Εργασίας, μια οργάνωση που αγωνίστηκε για την κατάργηση της παιδικής εργασίας. Προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί το κοινό τα μέλη της οργάνωσης προσπαθούσαν να συλλέξουν στοιχεία και κυρίως φωτογραφίες. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα ο Χάιν ταξίδεψε σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνοντας να διεισδύσει στα ορυχεία στη Βιρτζίνια, στις υαλουργίες της Ιντιάνα και στις φυτείες βαμβακιού στο Νότο. Για να καθησυχάσει τους φόβους των αφεντικών άλλοτε παρουσιαζόταν ως ασφαλιστής κι άλλοτε ως πωλητής της Βίβλου, ενώ κατάφερνε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των παιδιών. Στην τσέπη του, έκρυβε ένα μικρό σημειωματάριο, στο οποίο κρατούσε κρυφά σημειώσεις και την ηλικία των παιδιών την υπολόγιζε με βάση το ύψος τους. Αντί μέτρου χρησιμοποιούσε τα κουμπιά του σακακιού του τα οποία είχε βαθμονομήσει κατάλληλα.  

Πηγή: Mary Monique Robin, Les Cent Photos du Siècle, Editions Du Chêne - Hachette, 1999.

4/2/12

Πατάτες

Οι «Πατατοφάγοι». Έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1885. Στο έργο αποκαλύπτεται η φτώχεια των αγροτών, «με πρόσωπα ξεκάθαρα όσον αφορά στο σχέδιο και το χρώμα», οι οποίοι τρώγοντας πατάτες «δεν έτρεφαν σωστά ούτε την ψυχή ούτε το πνεύμα». Η αθλιότητά τους έρχεται σε αντίθεση με τις βουκολικές σκηνές της αγροτικής ζωής, τις οποίες αποδοκίμαζε ο βαν Γκογκ, στοιχεία που φέρνουν το ζωγράφο, πρόδρομο του ρεύματος του εξπρεσιονισμού που επικράτησε αρκετά χρόνια μετά. Υπάρχουν δέκα περίπου προπαρασκευαστικά σχέδια των «Πατατοφάγων» και τρεις παραλλαγές του πίνακα. Οι δύο από αυτές παρουσιάζουν πέντε χωρικούς, ενώ στην τρίτη λείπει το ένα πρόσωπο.

Οι «Πατατοσυλλέκτες». Ομαδικό έργο των Παπαδήμα, Παπανδρέου, Σαμαρά, Καρατζαφέρη, και μαθητών τους, 2012. Στο έργο αποκαλύπτεται η φτώχεια των Ελλήνων «με πρόσωπα θολά όσον αφορά στις σκέψεις και την πολιτική βούληση», οι οποίοι τρώγοντας πατάτες «δεν τρέφουν σωστά ούτε την ψυχή ούτε το πνεύμα». Η αθλιότητά τους έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τις θλιβερές σκηνές της ζωής τους, τις οποίες επιδιώκουν οι δημιουργοί, στοιχεία που τους φέρνουν, πρόδρομους του ρεύματος της καταστροφής των αδιέξοδων σωρευμένων κερδών του καπιταλισμού που επικρατεί πολλά χρόνια. Υπάρχουν δεκάδες προπαρασκευαστικά σχέδια των «Πατατοσυλλεκτών» και δύο παραλλαγές του έργου. Η μία από αυτές παρουσιάζει κατοίκους των αστικών κέντρων να συλλέγουν και κρεμμύδια, ενώ και στις δύο τα πρόσωπα είναι διαφορετικά.

16/1/12

Ένας άστεγος



Η αλήθεια είναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι, αλλά θα βγει το βράδυ: θα έρθουν
τα σκυλιά… έχω ψαρέψει
από τον κάδο στην Ομήρου
δυο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε, θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν, θα ζεσταθώ.
Ε, όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Δεν πάνε… ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν, ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν τη θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν απ’ τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
«Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!»
Ε, πώς! Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

12/1/12

Το δικό μας χαμόγελο


του Γιάννη Ρίτσου

Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.

Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας. Πάρτε με. Βγάλτε απ’ τη μέση κείνον που με φράζει» . Η θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».
Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που ’κανες για ν’ αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μανάδες. Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.

Ήσυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ’ το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. Άναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.

Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθιές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,
-Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.
-Μόχτος δίχως πλερωμή.
-Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.
-Άδεια ζωή.
-Ναι.
-Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.
-Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.
- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα…
-Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.
-Ω, τότες…
- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό ’ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ’ αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.
-Ω, τότες, ναι.
-Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.

Βραδιάζει για τα καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες-ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ένα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ’ τις σκηνές της ακρογιαλιάς:

Όσα βλέπουμε μπροστά μας
απ’ τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ζήτω, ζήτω η εργατιά.

Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ’ όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κοιτάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ’ τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.
-Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;
-Έτσι ξανασαίνω, γιε μου.
-Και δεν κουράζεσαι;
-Άμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ’ αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα ’βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ’, κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ’ τη μοσκοβολιά τους.
-Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;
-Αμ’ δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ’ αστέρια πάρεξ τα λουλούδια πού ’χουνε τα δέντρα τ’ ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που ’ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.

Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Έπλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευωδίαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.
- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ’ έφτανε ίσαμε δώ• λίγο πιό πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου ’γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Έ, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιός μας κρατάει; Έτσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γώ το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου. Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς. Τί 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Έ, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. Άλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι.
Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.

Πηγή: Ιστοσελίδα του κ. Σαραντάκου

Η φωτογραφία: Τα λεμόνια της αυλής μας, στο Αιγάλεω, που επιμένουν να βγαίνουν συνεχώς και αδιάκοπτα. Κάποιες φορές μάλιστα, γεννιέται και ένα γιγάντιο. Όπως τις μέρες αυτές. Με τα μεγάλα κρύα.

25/8/11

Παντελόνι

Το παντελόνι ή πανταλόνι, ως ένδυμα που καλύπτει το κάτω μέρος του σώματος περιβάλλοντας ξεχωριστά τα σκέλη, αποτελούσε στο παρελθόν, συχνά και στις μέρες μας, την κατ΄ εξοχήν εκδήλωση ανδρισμού. Μετά από αναζήτηση της λέξης στις λατινογενείς γλώσσες προκύπτει να χρησιμοποιείται σχεδόν σε όλες, προσδιορίζοντας αυτό ακριβώς το είδος ένδυσης. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι προέρχεται από την ιταλική pantaloni που αποτελεί τον πληθυντικό του ονόματος Pantalone, κι αυτό με τη σειρά του από το αρχαιοελληνικό Πανταλέων που ετυμολογείται ως “(πάντα= όλως), εντελώς λέων”. Ο Πανταλόνε αποτελεί βασικό ήρωα της ιταλικής κωμωδίας (commedia de l΄ arte) ο οποίος χαρακτηριζόμενος από εξαιρετική απληστία, ταυτίζεται με το “χρήμα”. Η καταγωγή του χαρακτήρα χρονολογείται πριν την εμφάνιση των ιταλικών κωμικών θεατρικών παραγωγών (1560) και σύμφωνα με τον Βρετανό καθηγητή της ιστορίας του δράματος Νικόλ Αλλαρντάυς η πιθανότερη εξήγηση για το όνομά του είναι ότι κρατά από την ιταλική φράση “Pianta Leone” (φυτό λιοντάρι) παραπέμποντας στο έμβλημα της Δημοκρατίας της Βενετίας, οι εκπρόσωποι της οποίας “φύτευαν” λιοντάρια απ΄ όπου κι αν περνούσαν. Από την άλλη πλευρά, με το όνομα Πανταλέων, συναντάμε, τουλάχιστον, έναν ευγενή Αθηναίο ο οποίος διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με άλλους “φρόνιμους” άνδρες, τον Πυδναίο εταίρο του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα που τοποθετήθηκε φρούραρχος στη Μέμφιδα, αλλά και τον Έλληνα βασιλιά της ινδικής Βακτρίας. Όπως και να ΄χει, ο ιταλός Πανταλόνε που περιγράφεται ως γέρος, καμπούρης, μίζερος, τσιγκούνης, αλλά και ευφυής, ικανός έμπορος, πρακτικός, γυναικάς όχι όμως και γυναικοκατακτητής, φορούσε παντελόνι! Πράγματι, ο ήρωας αυτός με το χαρακτηριστικό περπάτημα, για το μέγεθος των αλμάτων του, παρουσιάζεται φορώντας εφαρμοστό παντελόνι το οποίο επιπλέον έχει μήκος μέχρι τους αστραγάλους. Χαρακτηριστικά που διατηρήθηκαν ακόμη και σε σύγχρονους χαρακτήρες που βασίζονται σε αυτόν, όπως ο κακός πάμπλουτος κ. Μπερνς (η επιτομή του Πανταλεόνε) στη σειρά “Οικογένεια Σίμσονς”.

Ωστόσο, το παντελόνι φαίνεται να χρονολογείται πολλά πολλά χρόνια πριν το φορέσει ο Ιταλός αρχιτσιγκούνης. Ειδώλια που βρέθηκαν στη Σιβηρία και χρονολογούνται από την ανώτερη παλαιολιθική εποχή, οπότε έκανε την εμφάνισή του ο homo sapiens, αναπαριστούν ανθρώπους με παντελόνια ενώ αργότερα σε αττικά ερυθρόμορφα έργα της αγγειοπλαστικής τέχνης (500-520 π.τ.ε.μ.) παρουσιάζονται Σκύθες παντελονοφόροι πολεμιστές. Με το ένδυμα αυτό αποτυπώνονται οι σκύθες σε αγγεία λαών της περιοχής γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα όπως αυτό που εικονίζεται δεξιά και χρονολογείται από τον 4ο αιώνα π.τ.ε.μ. Η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη αναφορά στο συγκεκριμένο είδος ενδύματος, ανάγεται τον 6ο αιώνα π.τ.ε.μ. στην ελληνική ιστοριογραφία, όπου περιγράφονται οι Πέρσες και Σκύθες ιππείς αλλά και οι σύμμαχοι λαοί των πρώτων, όπως οι Βάκτριοι και οι Αρμένιοι. Τόσο ο Ηρόδοτος, όσο και ο Αρριανός περιγράφουν λεπτομερώς τις στολές των λαών αυτών προσδιορίζοντας μάλιστα, ότι οι Σκύθες φορούσαν “αναξυρίδες”. Με τον όρο αυτό περιέγραφαν οι Αρχαίοι Έλληνες τα εφαρμοστά παντελόνια της φυλής αυτής ενώ με τον όρο “σαράβαρα” πιθανόν τα χαλαρά παντελόνια (σαλβάρια). Η χρήση των λέξεων αυτών γινόταν μάλλον περιφρονητικά από τους προγόνους μας,καθώς θεωρούσαν γελοία και βαρβαρική συνήθεια την ένδυση με παντελόνια. Επίσης μια ακόμη λέξη που χρησιμοποιούσαν το ίδιο περιφρονητικά για το ρούχο αυτό, και ειδικότερα για το φαρδύ παντελόνι των Περσών, ήταν “θύλακος” που σημαίνει “σάκος”.

Η ίδια αντιμετώπιση, απαξιωτική προς τους “βαρβάρους”, διατηρήθηκε μέχρι τα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας όταν η αυτοκρατορία περιοριζόταν στη Μεσόγειο. Όμως, αργότερα με την προς βορρά εξάπλωσή της, το παντελόνι άρχισε να αναγνωρίζεται ως μέσο προστασίας έναντι των καιρικών συνθηκών. Δύο ήταν οι τύποι στρατιωτικού παντελονιού που φορέθηκαν από τους Ρωμαίους. Το εφαρμοστό Feminalia που έφθανε μέχρι το μέσο της κνήμης και το φαρδύ Braccae που έκλεινε στην περιοχή των αστραγάλων. Και τα δύο, που φορούσαν αρχικά οι Κέλτες, έτυχαν στη συνέχεια μεγαλύτερης αποδοχής και σε ανατολικότερους λαούς όπως οι Τεύτονες. Πολύ γρήγορα, μάλιστα, το παντελόνι υιοθετήθηκε και ως πολιτική περιβολή κατασκευαζόμενο από διάφορα υλικά όπως δέρμα, μαλλί, βαμβάκι και μετάξι. Στην εικόνα αριστερά φαίνεται η πολεμική και η καθημερινή τυπική ενδυμασία των Κελτών (600 π.τ.ε.μ.-200).

Παντελόνια διαφόρων σχεδίων φορέθηκαν κατά τον Μεσαίωνα στην Ευρώπη, κυρίως από τους άνδρες. Φαρδιά παντελόνια φορούσαν οι Βυζαντινοί κάτω από τους χιτώνες τους, και άνδρες “βαρβαρικής” προέλευσης που μετανάστευσαν προς την Ευρώπη τα πρώτα μεσαιωνικά χρόνια, όπως αποδεικνύεται από πηγές και κειμήλια. Την περίοδο αυτή τα ονόμαζαν “brais”, διέφεραν ως προς το μήκος, συχνά έκλειναν με μανσέτα, μπορεί να κάλυπταν πλήρως τα πόδια ή να τα άφηναν να διαγράφονται ξεχωριστά. Από τον όγδοο αιώνα υπάρχουν ενδείξεις ότι φοριόταν στην Ευρώπη, ειδικά από τους άνδρες της ανώτερης τάξης, ένα παντελόνι δύο στρωμάτων. Το εσωτερικό παντελόνι από τον 16ο αιώνα και έπειτα αναφέρεται από τους ιστορικούς ως “σώβρακο”. Πάνω από αυτό φορούσαν παντελόνι, μάλλινο ή λινό, το οποίο από τον 10ο αιώνα άρχισε να ονομάζεται “βράκα”. Το μήκος, το ζωνάρι και οι απολήξεις, διέφεραν ανά εποχή, γεωγραφική περιοχή και κοινωνική τάξη. Αν και ο Καρλομάγνος (742-814) περιγράφεται με παντελόνι και μόνο σε τελετές με το βυζαντινό χιτώνα του, η επίδραση των Ρωμαίων και του Βυζαντίου οδήγησε σταδιακά στην επαναφορά του χιτώνα ως ανδρική ενδυμασία. Με τον τρόπο αυτό το παντελόνι κρυβόταν και σιγά σιγά ξέπεσε σε εσωτερικό ρούχο. Όπως και τα εσώρουχα έτσι κι αυτό το παντελόνι, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, είχε ποικίλο μήκος, από κοντό έως μακρύ, ανάλογα με το εξωτερικό ένδυμα, ενώ ονομαζόταν αντίστοιχα με ποικίλες λέξεις όπως “σωλήνας” ή “κάλτσες”.

Τον 14ο αιώνα, συνηθιζόταν μεταξύ των ευγενών και των ιπποτών να συνδέεται ο “σωλήνας” με το θώρακα που φοριόταν κάτω από το πανωφόρι προσδίδοντας προστασία και εύρος ανατομικών διαστάσεων. Έτσι άρχισε να αντικαθίσταται το διπλό παντελόνι (σώβρακο-βράκα). Τον επόμενο αιώνα, η κατάργηση του χιτώνα οδήγησε στην ευρεία χρήση του διπλού παντελονιού μέχρι που καταργήθηκε κι αυτό από πιο μοντέρνα εφαρμοστά παντελόνια με σφιχτό λάστιχο στη μέση. Αυτά τα παντελόνια που σήμερα θα λέγαμε “καλσόν” ή “σωλήνες” εμφανίσθηκαν στα τέλη του 15ου αιώνα και έφεραν ένα ανεξάρτητο κομμάτι για την προστασία του καβάλου. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη η εμφάνιση των ανδρών, ομολογουμένως αποκαλυπτική μ΄ ένα κολάν κι ένα πουκάμισο, τύγχανε αποδοχής μόνο από τις ανώτερες τάξεις και όχι από τον λαό. Στην Ουγγαρία τον ίδιο αιώνα, οι άνδρες συνήθιζαν να φορούν επίσης ένα πουκάμισο κι ένα παντελόνι, ως εσώρουχα, όμως έριχναν επάνω τους ένα ράσο και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, γούνα ή παλτό μουτόν. Γενικά οι Ούγγροι φορούσαν απλά παντελόνια, ασυνήθιστα μόνο κατά το χρώμα, αν και το μεγαλύτερο μέρος τους καλυπτόταν από τους μανδύες, όπως φαίνεται και στο σχέδιο αριστερά.


Τον 16ο αιώνα καθιερώθηκε ένα παντελόνι στη φιλοσοφία του σωλήνα το οποίο σταματούσε κάτω από τον καβάλο. Στο σημείο αυτό στερεώνονταν οι “σωλήνες” που έφταναν κάτω από το γόνατο. Το υπόλοιπο πόδι καλυπτόταν από κάλτσες ή άλλους “σωλήνες”. Στα τέλη του ίδιου αιώνα η καλύπτρα του καβάλου είχε ενσωματωθεί με τους “σωλήνες” που έφθαναν μέχρι τα γόνατα διαμορφώνοντας ένα παντελόνι με άνοιγμα μπροστά. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, οι άνδρες πολίτες δημιούργησαν ένα κοστούμι για την εργατική τάξη, το κάτω μέρος του οποίου εμπνεύσθηκαν από τη φορεσιά του ήρωα της ιταλικής κωμωδίας Πανταλόνε. Με τον τρόπο αυτόν σημείωσαν τη διαφορετικότητά τους σε σχέση με την αστική τάξη, οι άνδρες της οποίας φορούσαν “βράκα”. Η νέα φορεσιά των επαναστατών διέφερε από εκείνη των καθεστωτικών κυρίως σε τρία σημεία του παντελονιού: ήταν άνετο αντίθετα από τη “βράκα”, είχε μήκος μέχρι τον αστράγαλο και ήταν ελεύθερο στο κάτω μέρος. Το ίδιο στυλ εισήχθη στην Αγγλία τον 19ο αιώνα από τον εικονιζόμενο δεξιά Μπο Μπρούμελ, τον γνωστό και ως “ωραίο Μπρούμελ”, Άγγλο δανδή που επηρέασε στο μέγιστο βαθμό τις στυλιστικές συνήθειες των Βρετανών. Ωστόσο τα παντελόνια το γκολφ και του κυνηγιού εξακολουθούσαν να έχουν μήκος μέχρι το γόνατο.

Από την εποχή αυτή και μετά το παντελόνι υιοθετήθηκε από τους άνδρες, σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο και άρχισαν να εμφανίζονται διάφορα είδη, όπως για παράδειγμα το σορτς για τους αθλητές, τα αγόρια και τα τροπικά μέρη ενώ η “βράκα” διατηρήθηκε ως ένδυση μέχρι τον 20ο αιώνα σε ορισμένα δικαστήρια και αθλήματα. Στην καθιέρωση και διάδοση του παντελονιού θεωρείται ότι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο οι ναυτικοί που ήδη από τον 16ο αιώνα φορούσαν φαρδιά παντελόνια σε συνδυασμό ή όχι με “σωλήνες”, τα χαρακτηριστικά “galligaskins” όπως φαίνονται στον πίνακα αριστερά. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η ετυμολογία της λέξης αυτής σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης. Πρώτη εκδοχή είναι ο συνδυασμός των λέξεων galley+ Gascon. Η μεν πρώτη σημαίνει μαγειρεία, μαγειρεία πλοίου και τριήρης ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη χώρα των Βάσκων και ειδικότερα με το κομμάτι της νοτιοδυτικής Γαλλίας όπου κατοικούσαν Βάσκοι, γνωστή περιοχή ως πατρίδα του ντ΄ Αρτανιάν, του Συρανό ντε Μπερζεράκ, του Ανρί του Γ΄ αλλά και του φουα γκρα. Η δεύτερη εκδοχή αφορά στην παρωχημένη γαλλική λέξη “gargesque” που προέρχεται από το θηλυκό της ιταλικής λέξης “grechesco” που σημαίνει “ελληνικό”.

Όμοια συνεισφορά είχε ο κλάδος των ναυτικών και στη διάδοση του μπλουτζίν. Πράγματι το ύφασμα το οποίο χρησιμοποιούσαν για τη ραφή των “galligaskins” οι Γενουάτες ναυτικοί ήταν το γνωστό μας ντένιμ, η προέλευση της ονομασίας του οποίου αμφισβητείται αν οφείλεται στην υφασματοπαραγωγική γαλλική πόλη Νιμ. Πάντως, έχει επιβεβαιωθεί ότι το ύφασμα που παραγόταν από μαλλί και μετάξι, ήταν γνωστό στη Γαλλία από τον 17ο αιώνα ενώ στα τέλη του λειτουργούσαν εργοστάσια παραγωγής του και στην Αγγλία. Έτσι, εξετάζεται και το ενδεχόμενο να έχει δοθεί το όνομα από τους Άγγλους ώστε να του προσδώσουν λίγη από τη γαλλική φινέτσα. Την ίδια περίοδο στo Λάνκασαϊρ (Αγγλία) αναφέρεται η παραγωγή του “τζιν”, ενός υφάσματος από μείγμα βαμβακιού με μαλλί ή λινό, η ονομασία του οποίου πιθανολογείται ότι προέρχεται από τη Γένοβα. Στα τέλη του 18ου αιώνα στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού εργοστάσια παρήγαγαν ντένιμ βαμβακερό ύφασμα αλλά και τζιν για διαφορετική χρήση. Με το πρώτο ράβονταν ρούχα εργασίας ενώ με το άλλο ρούχα γενικότερης χρήσης.


Το 1850, o Βαυαρός Λεβί Στρος, λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στις ΗΠΑ αποφάσισε να ταξιδέψει στην περιοχή της Καλιφόρνια όπου ζούσαν και εργάζονταν χρυσοθήρες, πουλώντας ξηρούς καρπούς και υφάσματα. Έχοντας παρατηρήσει ότι είναι αναγκαία τα ανθεκτικά ρούχα δημιούργησε φόρμες εργασίας από σκληρό ύφασμα τις οποίες αργότερα ξεκίνησε να ράβει από ντένιμ που ήταν πιο μαλακό και ανεκτό από τους εργάτες. Έτσι καθιερώθηκε σαν έμπορος και διακινητής ενδυμάτων από ντένιμ τις δύο επόμενες δεκαετίες. Το 1872 ο ράφτης Τζέικομπ Ντέιβις, ο οποίος χρησιμοποιούσε υφάσματα του Στρος, αναζητώντας επενδυτή για να πάρει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και να αρχίσει να κατασκευάζει ένα νέου τύπου παντελόνι από ύφασμα ντένιμ με μεταλλικές ενισχύσεις στις τσέπες, ώστε να μην σκίζονται εύκολα, απευθύνθηκε στον ίδιο τον Στρος. Έτσι λοιπόν, από την επόμενη χρονιά, οι δύο συνεταίροι ξεκίνησαν τη μαζική παραγωγή ενός νέου είδους παντελονιού, του μπλουτζίν, που έμελλε να γράψει ιστορία.


Την ίδια εποχή σε μια άλλη περιοχή του πλανήτη δημιουργείται το χακί παντελόνι που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από τους περισσότερους στρατούς. Στη χώρα των “πέντε ποταμών” στην Ινδική Παντζάμπ ο Σερ Χάρι Λούμσντεν επικεφαλής στρατεύματος των Βρετανών αποικιοκρατών θεώρησε ότι οι στρατιώτες ήταν καλύτερο να ντύνονται σύμφωνα με τον τοπικό ενδυματολογικό κώδικα, φορώντας δηλαδή μπλούζα, παντελόνι και τουρμπάνι, όλα λευκά και βαμβακερά. Την επόμενη χρονιά τα λευκά παρέδωσαν τη θέση τους σε ένα γκρι χρώμα που πετύχαιναν με χρωστική από το φυτό Μαζαρί που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για καμουφλάζ διάφορες αφγανικές φυλές. Ωστόσο με τη χρωστική αυτή δεν ήταν δυνατόν να βαφούν τα δερμάτινα μπουφάν κι έτσι εναλλακτικά έκαναν πρόσμειξη του χρώματος με χυμό μουριάς. Έτσι γεννήθηκε το “χακί” το οποίο στην ινδουιστική γλώσσα σημαίνει “σκόνη”. Παντελόνια –και γενικά στολές- χακί φορούσαν οι Βρετανοί το 1868 όταν επιχειρούσαν κατά της Αιθιοπίας, και στον πόλεμο των Μπόερς (1899-1902). Οι Αμερικανοί το φόρεσαν πρώτη φορά το 1898 στον πόλεμο με την Ισπανία για τον έλεγχο της Κούβας. Σήμερα, το χακί παντελόνι φοριέται και ως πολιτικό ρούχο.

Η δολοφονία του Καποδίστρια, Διονύσιος Τσόκος (1814 ή 1820-1862)

Στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι κάτοικοι εμφάνιζαν ποικίλη ενδυματολογική συμπεριφορά. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές για την ενδυμασία των ανδρών στις Εθνοσυνελεύσεις όπου οι πληρεξούσιοι φορούσαν φουστανέλες, ράσα, φράγκικα, ασιατικές βράκες και άλλα. Από τους πρώτους που διακωμωδούσαν τη συγκεκριμένη ενδυματολογική ανομοιομορφία ήταν ο Αλέξανδρος Σούτσος ο οποίος ντυνόταν ευρωπαϊκά. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν ότι η ένδυση στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα δεν υποδήλωνε μόνο τη γεωγραφική και την ταξική καταγωγή των κατοίκων αλλά επιβαλλόταν κιόλας καθώς οι Τούρκοι μισούσαν τα φράγκικα ρούχα. Είναι χαρακτηριστική η σχετική παράγραφος επιστολής του Ένγκελς προς τον Μαρξ (9/3/1853): “Αν κάποιος Ευρωπαίος πέσει θύμα κακομεταχείρισης στην Τουρκία, το φταίξιμο είναι δικό του, αφού ο Τούρκος δεν μισεί τη θρησκεία και τον χαρακτήρα, παρά μονάχα τα στενά βρακιά των Φράγκων”! Τελικά, μισό αιώνα μετά την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, η χώρα μας έχοντας υιοθετήσει και αποπέμψει έναν φουστανελοφόρο βορειοευρωπαίο βασιλιά, κατάφερε να αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό ενδυματολογική ομοιομορφία. Το 1870 όχι μόνο εγκαταλείφθηκε η φουστανέλα, που τόσο βόλευε τον Καραϊσκάκη στην επίδειξη των οπισθίων του στους Τούρκους, αλλά πολύ γρήγορα το ανδρικό, ευρωπαϊκού τύπου, κοστούμι πέρασε και στα λαϊκά στρώματα. Εξάλλου ήταν οικονομικά πιο προσιτό. Σε ό,τι αφορά στο στρατό, το “χακί” εισήχθη το 1908 ως αποκλειστική στολή εκστρατείας και ασκήσεων. Θεωρείται μάλιστα μεγάλη καινοτομία στην εξέλιξη της ελληνικής στρατιωτικής στολής και ειδικότερα το παντελόνι που ήταν κοντό, φτιαγμένο από μαλλί και φοριόταν με κνημίδες.

Στις μέρες μας οι δυτικοί άνδρες φορούν παντελόνια με εξαίρεση τις τελετουργικές ενδυμασίες των Σκώτων, των ιερέων, των Ελλήνων και άλλων κυρίως βαλκάνιων, των ακαδημαϊκών και σπανιότερα δικαστών, αλλά και τα ρούχα του σπιτιού όπως οι ρόμπες. Σε πολλές ασιατικές και αφρικανικές χώρες το παντελόνι καλύπτεται συνήθως από μανδύες ανάλογα με την γεωγραφική, ταξική και θρησκευτική προέλευση των ανδρών.

Μπορεί όμως στο δυτικό κόσμο και στις χώρες της Εγγύς Ανατολής το παντελόνι να κυριάρχησε ως ανδρικό ένδυμα από τον 19ο αιώνα, ωστόσο στις χώρες της “άλλης” Ανατολής τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Στην Κίνα, η ρόμπα ως ανδρικό και γυναικείο ένδυμα είναι στενά συνδεδεμένη με τον πανάρχαιο πολιτισμό και εξελίχθηκε ανάλογα με τις αυτοκρατορικές γενιές. Το χρώμα, το σχέδιο και η διακόσμηση της κινέζικης ρόμπας δήλωνε την ταξική προέλευση επί χιλιετίες ολόκληρες. Ωστόσο, την περίοδο της δυναστείας των Χαν (25-220) αναφέρεται ότι όλοι οι άνδρες, εργάτες, αγρότες, επιχειρηματίες, και γραφείς, φορούσαν κοντό σακάκι, παντελόνι και από πάνω μια κοντή φούστα. Αναφορές υπάρχουν και για τη δυναστεία των Μινγκ (1368–1644) οπότε οι εργάτες φορούσαν παντελόνι με μαύρη χαρακτηριστική ζώνη ενώ στην επόμενη δυναστεία των Τσινγκ (1644–1911) το παντελόνι εμφανίζεται σε συνδυασμό με φούστα, κεντημένο ή με ανάγλυφη διακόσμηση. Τελικά, το είδος αυτό μπορεί να μην αποτελούσε το σημαντικότερο στοιχείο της ένδυσης των Κινέζων, όμως προκύπτει ως αναπόσπαστο μέρος της. Πράγματι, το παντελόνι βρίσκεται και στις κατηγορίες των παραδοσιακών κινεζικών ενδυμάτων ( pien-fu, ch'ang-p'ao και shen-i), ανεξάρτητο ή ραμμένο με το πουκάμισο και πάντως, αποτέλεσε βασικό ένδυμα για άντρες και γυναίκες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Στη χώρα του κιμονό, το παντελόνι αποτελεί βασικό κομμάτι της παραδοσιακής ανδρικής φορεσιάς. Παντελόνια κοντά ή μακριά, φτιαγμένα από διάφορα υφάσματα, μονόχρωμα, καρό, κεντημένα, με τιράντες ή όχι, φοριούνται πολλούς αιώνες από τους Ιάπωνες σε κάθε δραστηριότητά τους. Επίσης, οι Κορεάτες φαίνεται να φορούσαν παντελόνι από τον 15ο αιώνα, ίσως για μικρό διάστημα. Ωστόσο, εκεί παντελόνι φορούσαν και τα δύο φύλα. Οι άνδρες φορούσαν παντελόνι (paji) τόσο ως εξωτερικό ένδυμα όσο και ως εσώρουχο κάτω από φούστες, ενώ οι γυναίκες το φορούσαν ουσιαστικά ως εσώρουχο (sokgot), επίσης κάτω από φούστα. Όπως και στην Ευρώπη, έτσι κι εκεί το είδος διαφοροποιούταν ανάλογα με την εποχή, την περιοχή και το φύλο περιλαμβάνοντας απλό αφοδράριστο ύφασμα (gouei) έως παραγεμισμένο (sombaji).

Οι γυναίκες άργησαν να φορέσουν παντελόνια ή για την ακρίβεια καθυστέρησε πολύ η άρση της απαγορευτικής νομοθεσίας. Ο μυθικός λαός των Αμαζόνων απεικονίζεται με παντελόνια ενώ όπως αναφέρθηκε οι Κορεάτισσες φαίνεται να φορούσαν κι αυτές, πάντα όμως με φούστα. Μέχρι το 1970, ακόμη και οι δυτικές κοινωνίες δεν αποδέχονταν το παντελόνι στις γυναίκες αν και πολλές από αυτές αρέσκονταν κατά καιρούς να “σκανδαλίζουν” την κοινωνία. Στη Γαλλία με νόμο του 1799, ο οποίος βρίσκεται ακόμη σε ισχύ (!) “καμία γυναίκα δεν πρέπει να φορά άλλα ρούχα από αυτά του φύλου της για λόγους υγείας”. Υπήρξαν όμως, και γυναίκες που αδιαφορούσαν για τις διατάξεις του νόμου όπως η φεμινίστρια συγγραφέας Γεωργία Σάνδη (1804-1876) που συνήθιζε να ντύνεται με ανδρικά ρούχα για να “διεισδύσει” σε απαγορευμένους για γυναίκες χώρους. Η ιστορικός Κριστίν Μπαρντ αναφέρει επίσης ότι το παντελόνι φοριόταν συχνά από γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων που αψηφούσαν την απαγόρευση: “Ο λόγος για εργάτριες, χωριάτισσες, περιπετειώδεις, συγγραφείς, καλλιτέχνιδες, μαχήτριες, επαναστάτιδες...” . Τη δεκαετία του 1960, ο μόδεστρος Αντρέ Κουρέζ εισήγαγε ως μόδα το μακρύ παντελόνι για τις γυναίκες, ωθώντας και τους άλλους σχεδιαστές να τον ακολουθήσουν. Σύντομα το παντελόνι αναγνωρίσθηκε ως γυναικεία ενδυμασία σε όλους τους χώρους: στα σχολεία, στους χώρους εργασίας και στα καλά εστιατόρια.

Απέναντι, στη Μεγάλη Βρετανία, από τα μέσα του 19ου αιώνα, εργάτριες στα ανθρακωρυχεία του Γουίγκαν φορούσαν παντελόνια, γεγονός που κρινόταν από τη βικτωριανή κοινωνία ως σκανδαλώδες! Ωστόσο οι γυναίκες αυτές έκαναν μια εξαιρετικά επίπονη χειρωνακτική εργασία η οποία δεν θα γινόταν εύκολα με τις μακριές φούστες που επέβαλε η εποχή. Στο σημείο αυτό αξίζουν προσοχής ορισμένα στοιχεία για την πόλη Γουίγκαν, το όνομα της οποίας σημαίνει στη γλώσσα μας “χονδρό πανί” και ανήκει στην περιοχή του Λάνκσαϊρ όπου, όπως αναφέρθηκε, λειτουργούσαν εργοστάσια παραγωγής τζιν υφάσματος. Η πόλη έγινε γνωστή, κυρίως, για τα ανθρακωρυχεία της, τα οποία εκτείνονταν σε αρκετά χιλιόμετρα αλλά και για τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν. Ο Τζώρτζ Όργουελ στο βιβλίο του με τίτλο “Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν” περιγράφει, με τα πιο μελανά χρώματα, τη ζωή της εργατικής τάξης στην περιοχή, κριτικάροντας την κοινωνική αδικία, την ανεργία, την εξαθλίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας στα ανθρακωρυχεία και τις βιομηχανίες. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στο πλαίσιο της καθιέρωσης “δελτίου ενδυμάτων” πολλές Βρετανίδες άρχισαν να φορούν τα ρούχα των συζύγων τους, που υπηρετούσαν στο μέτωπο, προκειμένου να πάνε στη δουλειά τους. Στη φωτογραφία εργάτριες στο Λονδίνο το 1940. Η πρακτική αυτή δεν καταδικάστηκε ίσως επειδή διευκόλυνε τις γυναίκες να χρησιμοποιούν τα κουπόνια για την προμήθεια άλλων, κρισιμότερων αγαθών. Μέχρι το καλοκαίρι του 1944, οι πωλήσεις των γυναικείων παντελονιών, στη χώρα, είχαν πενταπλασιαστεί.

Στην αμερικανική Δύση οι αγρότισσες φορούσαν από τον 19ο αιώνα παντελόνια, κυρίως ιππασίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα το παντελόνι άρχισε να διαδίδεται και στις εργαζόμενες γυναίκες ειδικότερα μετά την προβολή τους από τις γυναίκες αεροπόρους. Σημαντική επίσης ήταν η επίδραση του Χόλιγουντ με την Μάρλεν Ντίντριχ και την Κάθριν Χέπμπορν να φωτογραφίζονται πολύ συχνά φορώντας παντελόνι. Εξάλλου η Χέπμπορν ήταν κόρη μιας Αμερικανής φεμινίστριας της Κάθριν Μάρθα Χάουτον. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου οι γυναίκες που δούλευαν σε εργοστάσια παραγωγής προϊόντων σχετικών με τον πόλεμο φορούσαν συνήθως παντελόνι ενώ μετά τη λήξη το είδος διαδόθηκε ως γυναικείο ένδυμα κηπουρικής, διακοπών και άλλων παρόμοιων-ανεπίσημων δραστηριοτήτων. Και στην Αυστραλία όμως, οι γυναίκες αεροπόροι ήταν εκείνες που συνέβαλαν στη διάδοσή του, με πρωτοπόρες τη Φλοράνς Τέιλορ (1909) και τη Μίλισεντ Μπριγιάν (1927).


Στη Σοβιετική Ένωση το παντελόνι φοριόταν χωρίς περιορισμούς από τις γυναίκες, οι οποίες άλλωστε είχαν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες. Ωστόσο, παρατηρώντας τις σοβιετικές αφίσες εύκολα διαπιστώνει κάποιος ότι υπήρχε μια τάση να απεικονίζονται οι γυναίκες, και κυρίως οι αγρότισσες, με μακριές φούστες, γεγονός που κατευθύνει σε πολιτισμικά στοιχεία. Αν όμως το παντελόνι καθιερώθηκε ως γυναικείο ένδυμα στις περισσότερες χώρες, δεν σημαίνει ότι διείσδυσε σε όλους τους πολιτισμούς. Δυστυχώς σε αρκετά μουσουλμανικά κράτη οι ποινές για τη γυναίκα που το φορούν είναι εξαιρετικά ειδεχθείς. Αρκεί να αναφερθεί η τιμωρία με μαστίγωμα γυναικών στο Σουδάν επειδή φορούσαν παντελόνι! Ασφαλώς η απαγόρευση δεν σχετίζεται μόνο με το Ισλάμ. Πολλές χριστιανικές αιρέσεις εξακολουθούν να απαγορεύουν το παντελόνι στις γυναίκες επιχειρηματολογώντας με κακές μεταφράσεις του Δευτερονομίου. Εκτός από τον γαλλικό νόμο που προαναφέρθηκε και ισχύει –τυπικά- από το 1799 απαγορεύοντας στις Γαλλίδες το παντελόνι, φαινόμενα θεσμοθέτησης σχετικών απαγορεύσεων διαπιστώνονται και σε Πολιτείες των ΗΠΑ και μάλιστα πρόσφατα. Στη Λουιζιάνα από το 2004 και στη Βιρτζίνια από την επόμενη χρονιά επιβάλλονται χρηματικά πρόστιμα σε όλους όσους φορούν κοντοκάβαλο παντελόνι προβάλλοντας δημόσια τα εσώρουχά τους. Μπορεί ο νόμος να ισχύει για άνδρες και γυναίκες όμως διατυπώθηκε η άποψη ότι πλήττει κυρίως τους αφροαμερικανούς που συνηθίζουν αυτό το είδος παντελονιού.

Τέλος, αν και ο συμβολικός χαρακτήρας του παντελονιού, ως ένδειξη ανδρισμού, έχει υποστεί σημαντική έκπτωση, το ίδιο δεν έχει συμβεί με την αξία ενός από τα ωραιότερα ποιήματα, παγκοσμίως, που έχει τον τίτλο “Σύννεφο με παντελόνια”. Ένα ποίημα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι.

[…] Ούτε μια γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή,
μήτε των γηρατειών την στοργή!
Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
έρχομ΄ όμορφος
στα εικοσιδυό μου χρόνια.
Τρυφεροί μου!
Αφήστε τον έρωτα στα βιολιά
Είναι βάρβαρο στα τύμπανα να μένει.
Και δεν μπορείτε να φέρετε τα πάνω κάτω όπως εγώ,
ώστε να μείνουν μόνο τα χείλη.
Ελάτε να μάθετε –
απ’ το βελούδινο σαλόνι
του τάγματος των αρχαγγέλων το πρωτόκολλο
που ήρεμα τα χείλη ξεφυλλίζει
όπως η μαγείρισσα το βιβλίο των συνταγών.
Πηγαίνετε -
Η σάρκα πάει να με τρελάνει
- κι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός -
πηγαίνετε –
θα είμαι άψογα τρυφερός,
δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια![…]

Σημ.: Η συντομογραφία π.τ.ε.μ. σημαίνει Πριν Την Εποχή Μας και προσδιορίζει χρονολογικά τα έτη που συνήθως ταξινομούνται με το συμβολισμό θρησκευτικού χαρακτήρα π.Χ.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
1. A short history of denim, Levi Strauss & Co.
2. Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου.
3. Αρριανός, Ινδική.
4. Άτακτα, τόμος τέταρτος, μέρος δεύτερον, αλφάβητον δεύτερον, Π-Ω, βιβλιοθήκη της Οξφόρδης, ψηφιοποιημένο βιβλίο από την google.
5. Aviatrices - Australian women of the air, Australian Government.
6. Βακτρία, Περιοδικό Corpus Τεύχος 60, Μάιος 2004.
7. Chinese Clothing - Five Thousand Years' History, Chinese American Museum.
8. Δρούλια Λουκία, Οι ενδυματολογικές μεταλλαγές στα χρόνια της εθνικής διαμόρφωσης του ελληνισμού, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Επιστημονικό Συμπόσιο “Ο ρομαντισμός στην Ελλάδα”, Αθήνα 12 και 13 Νοεμβρίου 1999.
9. Gascony, Wikipedia.
10. Han Chinese clothing, Wikipedia.
11. Ηροδότου Ιστορία, Βιβλίο Ζ΄-Πολύμνια.
12. Καθ' οδόν: Στο «Χρυσό Ναό» των Σιχ στο Παντζάμπ της Ινδίας, Ριζοσπάστης, 18-09-2005.
13. Khaki, Wikipedia.
14. Κυρίες μου φοράτε παντελόνι; Είστε εκτός νόμου!, TVX.
15. Lambert Tim, A brief history of Wigan, England, The history of the world.
16. Μαγιακόφσκι Βλαδίμηρος, Σύννεφο με παντελόνια, μτφ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Αρμός, Αθήνα 2008.
17. Μαστίγωμα γιατί φορούσαν παντελόνι!, Το Έθνος, 13-07-2009.
19. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο, Κέντρο Λεξικολογίας, 2008.
20. Μπρούμελ ο Ωραίος: ο πρώτος μετρ του στυλ, TVX.
21. Mr. Burns, Simpsons, Wikipedia.
22. Οι στολές του Ελληνικού Στρατού κατά περιόδους, Γενικό Επιτελείο Στρατού.
23. Όργουελ Τζωρτζ, Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν, Κάκτος, 2004.
24. Oxford Dictionaries, Galligaskins.
25. Σάνδη Γεωργία, Wikipedia.
26. The House of Ptolemy, Alexander the Great.
27. Thomas Weston Pauline, Early Clothing, Costume History, From Animal Skins to Celtic Dress, Era.com.
28. Trousers, Wikipedia.
29. Yûsoku Kojitsu Ron, A history of Japanese clothing and accesoires, Men’s Garments.