Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/2/14

Η φάμπρικα των φόρων

Με αφορμή τις «μεταρρυθμίσεις» σχετικά με το ψωμί που ενδεχόμενα ανοίγουν δρόμο και στην ανατίμησή του, ακολουθεί ένα ιστορικό άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα στον «Ριζοσπάστη» της 19ης Μαΐου 1927 με τίτλο «Η φάμπρικα των φόρων» και θέμα τη φορολόγηση αλεύρων και σιτηρών, την κρίση και την εξαπάτηση των μαζών. Το κείμενο έχει επαναπληκτρολογηθεί και στη θέση των δυσανάγνωστων λέξεων ή αριθμών τέθηκαν αποσιωπητικά.    


Άξελ Βάλντεμαρ Γιόχανσεν. Ψήνοντας ψωμί. 1920.


ΝΕΕΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΦΟΡΟΙ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Ένας από τους φόρους που αποδίδει στον προϋπολογισμό του κράτους μεγάλα ποσά, ένας από τους φόρους που στραγγίζει με μαστοριά μα και με σκληρότητα το πουγκί των εργαζομένων τάξεων είναι ο φόρος του ψωμιού. Ανέκαθεν ο φόρος αυτός ήταν στα χέρια των αστικών κυβερνήσεων όπλο δημιουργίας και μέσο επιθέσεως κατά της λαϊκής οικονομίας. Δεν υπήρξε κυβέρνηση νόμιμη ή παράνομη που να μην «έλαβε μέτρα» για να γίνει φτηνό το ψωμί, για να παταχθεί η αισχροκέρδεια και η νοθεία. Και δεν υπήρξε κυβέρνηση αστική που να μην ανέβασε ταυτόχρονα κατά λίγες ή πολλές δεκάρες το ψωμί.

[…] στις κυβερνήσεις όμως είναι και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο στην κίνηση γύρω στο ψωμί. Είναι οι ενδιαφερόμενοι κεφαλαιούχοι, οι αλευροβιομήχανοι και αλευρέμποροι και κατά δεύτερο λόγο οι αρτοποιοί. Η «προστασία της βιομηχανίας», η «προαγωγή της εθνικής οικονομίας» δεν ελησμονήθησαν από καμιά κυβέρνηση της πλουτοκρατίας, αφού άλλωστε τα εμποροβιομηχανικά επιμελητήρια ήταν πάντοτε στις θέσεις τους έτοιμα να τα υπενθυμίζουν. Επίσης η εμπορική επιχειρηματικότης, η οξυδέρκεια, η προβλεπτικότης και καπατσοσύνη των αλευρεμπόρων που πάντοτε και σκανδαλωδώς υποστηρίχθηκε από το κράτος, δεν έμεινε πίσω εις το θόλωμα των νερών, θόλωμα που δεν κατέληξεν αλλού παρά στο γδάρισμο του λαού.

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΦΟΡΩΝ

[…] του 1912 το ψωμί είχε 45 λεπτά η οκά και ήταν αρκετά καλό, ο δε φόρος ήταν 9 λεπτά και 85)100 την οκά για το  σιτάρι και 16 λεπτά για το αλεύρι. Σήμερα, κατόπιν από την τελευταία αύξηση το ψωμί πλησιάζει στις δέκα δραχμές και κατά πάσαν πιθανότητα θα τις περάσει, ο δε φόρος του σιταριού από 9 λεπ. και 85)100 την οκά, έφτασε στην 1 δραχμή και 32 λεπτά, του αλεύρου 1 δραχμή και 98 λεπτά.[1]

Κατά την τελευταία απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί του ζητήματος τούτου ο φόρος του σιταριού θα ανεβαίνει σε 1 δραχμή και 303 χιλιοστά η οκά και 2 δρ., 298 χλ. το αλεύρι.

Ανάλογα με τις αυξήσεις αυτές των φόρων θα αυξηθεί βέβαια και η τιμή του ψωμιού και ο φτωχός κοσμάκης θα κληθεί να πληρώσει  για το έλλειμμα του προϋπολογισμού κόβοντας πάλι από το ψωμί του.

Δεν θα κάνομε εδώ σύγκριση των τιμών με την αύξηση του ημερομισθίου των εργατών ή των απολαβών των φτωχών χωρικών γιατί μια τέτοια σύγκριση είναι αντικείμενο ευρύτερης μελέτης, κι εδώ μιλάμε μόνο για το ψωμί. Μια τέτοια σύγκριση γενικά θα απεδείκνυε ολοφάνερα την χειροτέρεψη σε πολύ μεγάλο βαθμό των όρων της ζωής των εργατοαγροτών στην μεταπολεμική περίοδο, μα τώρα θέλουμε μονάχα να ελέγξουμε την πολιτική του κράτους και τη δράση της βιομηχανίας και του εμπορίου γύρω στη βασική τροφή του Ελληνικού λαού γύρω στο ψωμί.

ΟΙ ΑΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΘΑ ΕΓΚΡΙΝΟΥΝ

Εάν επρόκειτο για κράτος που είναι κράτος της πραγματικής πλειοψηφίας του λαού, εάν επρόκειτο περί εργατοαγροτικής κυβερνήσεως που θα υποστήριζε τα συμφέροντα των εργατών και αγροτών, θα λέγαμε πως είχε καθήκον να σηκώσει κάθε φόρο απ΄ το ψωμί που είναι η κυριότερη τροφή του εργαζόμενου λαού.

Μα τώρα αυτό το ζήτημα πάλης εναντίον της κυβερνήσεως που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αλευροβιομηχάνων και αλευρεμπόρων. Στην κοινοβουλευτική επιτροπή χθες, και μέσα στη Βουλή αύριο, όλοι οι κ.κ. βουλευταί  με ένα στόμα θα εγκρίνουν την αύξηση του φόρου στο ψωμί και μόνο η μικρή ομάδα του Ενιαίου Μετώπου θα διαμαρτυρηθεί εναντίον του νέου ανοσιουργήματος εις βάρος του Ελληνικού λαού. [2]

Την άρση των φόρων πάνω στο ψωμί δεν μπορούμε να την ελπίζουμε από τη θέληση της Οικουμενικής κυβερνήσεως, είτε από τη θέληση της σημερινής Βουλής. Σήμερα ζητάμε να καταπολεμήσουμε κάθε αύξηση της παλιάς φορολογίας. Από  66 λεπτά την οκά (54,60 το κιλό) που ήταν έως τώρα ο φόρος του σταριού ανεβαίνει αμέσως σε 1,37 λεπτά, δηλαδή υπερδιπλασιάζεται. Το ίδιο και χειρότερο για το αλεύρι που από 1 δραχμή γίνεται 2,30.

ΑΛΛΑ 280 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ!!

Επί τη βάσει της εκθέσεως του υπουργείου Εσωτερικών επί του νομοσχεδίου περί δύο ποιοτήτων άρτου εισάγονται 360.000 τόνοι σίτου και 135 χιλ. τόνοι άλευρα αρτοποιήσιμα. Τα ποσά αυτά σύμφωνα με την παλιά φορολογία αποδίδουν φόρους 321.012.000 δραχμές. Δηλαδή έως τώρα πληρώναμε περίπου τριακόσια είκοσι εκατομμύρια φόρο για να μας επιτρέπεται να τρώμε ψωμί.

Και τώρα για να ιδούμε τι θα πληρώνουμε με τους νέους δασμούς. Εάν μετατρέψουμε τα αρτοποιήσιμα άλευρα σε σιτηρά, (γιατί ο νέος δασμός είναι σχεδόν απαγορευτικός και δεν θα μπορούν νε εισαχθούν άλευρα), θα έχουμε (με βάση [….]) […[ αποδόσεως του σταριού εις αλεύρι), αντί 138 χιλ. τόνους αλεύρι που εισάγονται,  180 χιλιάδες τόνους σιτάρι και 360 χιλ. τόνους παλαιάς εισαγωγής σιτάρι, το όλον 540 χιλ. τόνους σιτάρι προς 1,373 η οκά (1071 δρχ ο τόνος), το όλον εις φόρους επί του σίτου 578 εκατομμύρια. Δηλαδή αύξηση του φόρου κατά 257 εκατομμύρια. Εκτός αυτού, που είναι ο φόρος κυριολεκτικά απάνω στο ψωμί και του φόρου που πληρώνουν οι ντόπιοι σιτοπαραγωγοί, (διότι κατ΄ αναλογίαν θα ακριβύνουν και το εντόπια σιτηρά), θα έχουμε και μία ακόμα νέα αύξηση φόρων από τα άλευρα πολυτελείας που χρησιμοποιούνται ση μακαρονοποιία  και στη ζαχαροπλαστική. Απ΄ αυτά τα άλευρα εισάγονται 15 ως 20 χιλιάδες τόνοι και αναλογεί περίπου 25 εκατομμύρια (που ασφαλώς στην πραγματικότητα θα γίνουν πιο πολλά) στον εργαζόμενο ελληνικό λαό.

Το θράσος της Οικουμενικής εν προκειμένω, που φορτώνει μονοκονδυλιά στο ψωμί του λαού άλλη μια φορά όσα λίγο λίγο και κατά καιρούς εφόρτωσαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις είναι κυριολεκτικά σκανδαλώδες.

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ Η ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ

Το θράσος αυτό η Οικουμενική το αντλεί από τρεις πηγές. Πρώτο απ΄ το οικονομικό αδιέξοδο, τη γενική χρεοκοπία που η μέχρι τώρα δράση των αστικών κομμάτων και γενικά η χρεοκοπία του αστικού καθεστώτος δημιούργημα αδιέξοδο το οποίον επιβάλλει στην κρατούσα τάξη να γδάρει κυριολεκτικώς τον εργαζόμενο λαό για να ξεπεράσει την οικονομική της κρίση.

Δεύτερο το θράσος αυτό το αντλεί από τις συμμάχους κοινωνικές τάξεις αλευρέμπορους, αλευροβιομήχανους, όπως και από τους διαφόρων κομματικών αποχρώσεων αστούς βουλευτάς. Οι κύριοι αυτοί εκτός που γίνονται συνένοχοι της οικουμενικής κυβερνήσεως διότι έχουν τα ιδιαίτερά τους συμφέροντα να υποστηρίξουν μέσον της κυβερνήσεως, κατορθώνουν με διάφορα μέσα και με τη βοήθεια του αστικού τύπου να δημιουργούν ένα σωρό ψεύτικες ιδέες μέσα σε λαϊκά στρώματα. Έτσι υπάρχουν σήμερα και εργάται που νομίζουν πως ο φόρος χρειάζεται για να προστατευθεί η ελληνική αλευροβιομηχανία και να πολεμηθεί η ανεργία. Συζητείται σοβαρώς και ξεσχίζονται λαρύγγια πληρεξουσίων για να μην λησμονηθεί η Ελληνική σιτοπαραγωγή η οποία επίσης πρέπει να προστατευθεί. Έτσι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα και η οικουμενική τρίβει τα χέρια της από χαρά και διπλασιάζει το φόρου του ψωμιού.

Μόνο κανείς δεν ρώτησε ακόμα τον καταναλωτή, το εργαζόμενο λαό τι γνώμη έχει επί του προκειμένου, όλες αυτές οι αυταπάτες πέφτουν κάτω  από μια ανάλωση και δεν μένει απ΄ όλη την ιστορία παρά η ταμιευτική πολιτική του κράτους και η κερδομανία των ενδιαφερόμενων αλευροβιομηχάνων και η εντελώς ανερμάτιστη δημοκοπία των δήθεν γεωργικών μας πολιτευτών.

Τρίτη πηγή απ΄ την οποία η οικουμενική αντλεί το θράσος της αυτό είναι η ανοργανωσιά και η αδιαφορία επί του προκειμένου του εργαζόμενου λαού ο οποίος δεν είναι ικανός να αντιληφθεί τι σκευωρείται εναντίον του και αφήνεται να πιστεύει στις ψευτιές του αστικού τύπου και δεν είναι ικανός να αντιδράσει καταλλήλως στα εκμεταλλευτικά σχέδια της κρατούσης τάξεως.

Σε επόμενα άρθρα θα αναλύσουμε λεπτομερώς όλες τις πλευρές του ζητήματος. Δηλαδή:  Τι ρόλο παίζουν γενικά οι προστατευτικοί δασμοί και ειδικά ο φόρος σίτου και αλεύρων επί της Ελληνικής αλευροβιομηχανίας, πώς οι ξένες βιομηχανίες αντιδρούν και εξουδετερώνουν τους προστατευτικούς μας δασμούς. Τι θα έπρεπε να γίνει για να πολεμηθεί η νοθεία εκ μέρους των ξένων βιομηχανιών, μα που δεν μπορεί να γίνει γιατί οι ξένες βιομηχανίες προστατεύονται από ισχυρά καπιταλιστικά κράτη. Πού είναι το μυστικό του καυγά μεταξύ βιομηχάνων και εμπόρων. Πώς αποδεικνύεται ότι τα λεγόμενα περί προστασίας της σιτοπαραγωγής είναι σαπουνόφουσκες και μέσον για να αποκοιμηθεί η αγανάκτησις του φτωχού λαού. Τι πρέπει να γίνει για να αντιδράσουνε στη νέα φορολογία και στις άλλες που επιβληθούν ύστερ΄ απ΄ αυτήν.[3] 

Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Μέλος της Κοινοβουλευτικής επιτροπής 
επί του ζητήματος της εισαγωγής αλεύρων.

Σημειώσεις
[1] Ενώ πλησίαζε η κρίση του ’29, στην Ελλάδα ο τιμάριθμος και ο πληθωρισμός κάλπαζαν με ξέφρενους ρυθμούς και τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα λύνονταν με τη «δοκιμασμένη» μέθοδο της υπερφορολόγησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τιμάριθμος  το 1926 αυξήθηκε πάνω από 17 φορές σε σύγκριση με το 1914.
[2] Την εποχή εκείνη πρωθυπουργός ήταν ο Αλ. Ζαΐμης ο οποίος σχημάτισε «οικουμενική» κυβέρνηση με τα μεγαλύτερα κόμματα όπως αναδείχθηκαν από τις εκλογές του 1926 (Ένωση Φιλελευθέρων, Λαϊκό Κόμμα,  Κόμμα Ελευθεροφρόνων και Δημοκρατική Ένωση). Σε εκείνη την εκλογική αναμέτρηση το ΚΚΕ συμμετείχε ως «Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών και Προσφύγων» εκλέγοντας για πρώτη φορά στην ιστορία του 10 βουλευτές. Αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας ήταν ο Σεραφείμ Μάξιμος.
[3] Στην επόμενη κυβέρνηση Ζαΐμη (Αύγουστος 1927)  η χώρα παραδόθηκε κυριολεκτικά σε ξένες μονοπωλιακές εταιρίες (Πάουερ, Ούλεν) με αποικιοκρατικές συμφωνίες και πολλά σκάνδαλα. Στο μεγαλύτερο εξ αυτών, οπότε εξαγοράσθηκε η Κυβέρνηση και το κοινοβουλευτικό σώμα, πρωταγωνίστησε ο μετέπειτα δικτάτορας Ι. Μεταξάς.  

Πηγές
-Βουρνάς Τ. (1999), Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Β΄, εκδ. Πατάκης, σ. 333-336.
-Κωνσταντινίδης Κ., «Η φάμπρικα των φόρων»,  Ριζοσπάστης, Πέμπτη 19 Μαΐου 1927. 
-Τσιντζιλώνης Χ. (2000), «Μικρασιατική  καταστροφή - 80 χρόνια από τη συνθήκη των Σεβρών», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 3. 
-

30/12/13

2014


Ο Νικολάς Γκιγιέν (1902-1989) θεωρείται ο Εθνικός Ποιητής της Κούβας, σύμβολο του αγώνα για την κατάργηση των ταξικών και φυλετικών διακρίσεων. 


Η τέχνη του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρντ Μουνκ (1863-1944) θεωρήθηκε «εκφυλισμένη» από τους Ναζί και με την άνοδό τους στην εξουσία απέσυραν όλα τα έργα του από τις γερμανικές πινακοθήκες.

22/12/13

Τα Φετεινά Κάλαντα

[Δημοσιεύθηκαν στο «Ριζοσπάστη» της 25ης Δεκεμβρίου 1946, με την υπογραφή «Α.Γ.». Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου. Με  πλάγια γραφή προτείνεται η προσαρμογή στίχων στο παρόν, για την οποία, όπως θα διαπιστώσετε, δεν απαιτούνται και πολλές παρεμβάσεις. Το χαρακτικό, επίσης από το ίδιο φύλλο, πρωτοσέλιδα, με τίτλο και υπότιτλο «Χριστούγεννα 1946. Μακρυά από το σπίτι τους, στο νησί της εξορίας»]


Χριστός γεννάται σήμερον

Καλήν εσπέραν Άρχοντες κι αρχοντογεννημένοι
και Άγγλοι που στην πλάτης μας είσαστε καθισμένοι.
(κι Ευρωπαίοι που στην πλάτης μας είσαστε καθισμένοι).
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
αλλού οι λαοί αγάλλονται κι εδώ οι δοσίλογοι όλοι!
(αντί όλοι οι λαοί ν΄ αγάλλονται, μόνο οι δοσίλογοι όλοι!)

Ήταν και τότε Κατοχή στη γη των Ιουδαίων
κι απογραφή διέταξε ο … Νόρτον των Ρωμαίων.
(κι απογραφή διέταξε ο … Τόμσεν των Ρωμαίων.)
Κι ο Ιωσήφ σαν τώμαθε αμέσως ξεκινάει
μαζύ με τη Μαρία του, στη Βηθλεέμ να πάει.
Στην πόλη φθάνει και ζητεί μια στέγη για να μείνει
γατί η Μαρία προ παντός χρειαζότανε μια κλίνη.
Μα όπου κι αν εχτύπησε, παντού, σ΄ όλες τις θύρες
για νοίκι του ζητήσανε… Χρονιάτικο και λίρες!
(για νοίκι του ζητήσανε… Χαράτσια και τοκογλυφίες!)
(για νοίκι του ζητήσανε… Χαράτσια και εφορίες!)

Κι ο Ιωσήφ κατέφυγε στο σπήλαιο με φούρια
κι εκεί τον εδεχθήκανε τα βώδια, τα γαϊδούρια,
γιατί εκείνα ήτανε, ω φίλοι συμπολίτες,
γαϊδούρια κι όχι σύγχρονοι… μεγαλοϊδιοκτήτες!
Εν τω σπηλαίω τίκτεται ο ποιητής των όλων
και οι άγγελοι, που έψαλλον εις τον ουράνιο θόλον,
ευθύς προτάσεις είχανε ναρθούνε στην Αθήνα,
να πούνε το τραγούδι τους και μέσ΄ στην… Αρζεντίνα.
(να πούνε το τραγούδι τους όπως στην Αρζεντίνα).

Ενώ οι ποιμένες έψαλλαν το Δόξα εν υψίστοις
Του Παπανδρέου έλαμψε η νέα του η… πίστις.
-πιστεύομεν, πιστεύομεν, ο Παπατζής φωνάζει
(-λεφτά έχομεν, έχομεν, ο Παπατζής φωνάζει)
Και όλοι, εχθροί και φίλοι του, με δαύτον κάνουν χάζι.

Εκ της Περσίας έρχονται οι μάγοι με τα δώρα
να φέρουν λίγη ενίσχυση στη δόλια μας τη χώρα.
Μα όλα τους τα εφόδια, που λέτε, μάνι-μάνι
τα πήραν οι ημέτεροι και οι βιομηχάνοι.
Αυτοί επήραν τον χρυσόν ευθύς σαν τα κοράκια
και τον κατεσπατάλησαν να φέρουνε… χτενάκια.
(και τον κατεσπατάλησαν να φέρουν… δανειάκια).
Τον λίβανον τον πήρανε, χωρίς ποσώς ν΄ αργήσουν
Οι βουλευτές μες στη Βουλή, τον Σματς να λιβανίσουν
(Οι βουλευτές μες στη Βουλή, την Τρόικα να λιβανίσουν).

Τότε λοιπόν για τον Χριστόν ως ήκουσε ο Ηρώδης
αμέσως εταράχθηκεν κι έγινε θηριώδης.
Και τις ορδές του διέταξε, παιδιά παντού ν΄ αρπάξουν
κι όλα τα συνομήλικα με το Χριστό να σφάξουν.
Και ήταν τότε απέραντος ο χαλασμός και σάλος.
Μόν΄ ο Σοφούλης γλίτωσε γιατί ήταν πιο μεγάλος!
(Μόν΄ ο Βενιζέλος γλίτωσε γιατί ήταν πιο μεγάλος!)
Έμοιαζε κείνο το κακό και των σπαθιών η χρήσις
Με του Δραγούμη τις γνωστές εδώ επιχειρήσεις
(Με του Μάνεση τις γνωστές εδώ επιχειρήσεις)
Κι όπως ηκούσθη η Ραχήλ τον θρήνον να λέει
Έτσι ηκούσθη και η Ελλάς τα τέκνα της να κλαίει!

Μα σήμερα Χριστούγεννα, ο κόσμος διηγιέται
πως της Αγάπης ο Θεός στην ύπαιθρο γεννιέται.
Κι ο Γονατάς, σαν τώμαθε, στράβωσε το στόμα
(Κι ο Σαμαράς, σαν τώμαθε, στράβωσε το στόμα)
Κι επήρε, από την κακίαν του, του Ρεΐζέν το χρώμα.
(Κι επήρε, από την κακίαν του, του Σόιμπλε το χρώμα.)
Και σαν Ηρώδης έτρεξε, το βρέφος να σπαράξει
Μα ο λαός θ΄ αγωνιστεί και θα το διαφυλάξει
γιατ΄ ένα αστέρι οδηγεί το Έθνος όλο τώρα,
τ΄ άστρο της Συμφιλίωσης, για να σωθεί η χώρα…
(τ΄ άστρο της Ανατροπής, για να σωθεί η χώρα…)

11/12/13

Η Κόρη του Χιονιού

Ένα «παγωμένο» ρωσικό παραμύθι με αφορμή τα προσωρινά μέτρα «ανακούφισης» των φτωχών. Ένα παραμύθι που μας παραπέμπει στα μπαλώματα του καπιταλισμού και τις κάλπικες υποσχέσεις των ψευδοαντιπάλων του.



Βίκτωρ Μιχαΐλοβιτς Βασνιετσώφ, Η Κόρη του Χιονιού, 1899.

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε μια ξύλινη καλύβα ενός μακρινού ρώσικου χωριού ζούσε ένα ζευγάρι χωρικών. Ο Ακέμ και η Μάσα ήταν πολύ αγαπημένοι μα κάτι έλειπε για να συμπληρώσει την ευτυχία και την αρμονία τους: ένα παιδί.
Το λαχταρούσαν και οι δύο και γι΄ αυτό συνήθιζαν να κάθονται πλάι στο παράθυρο ή την πόρτα της καλύβας τους, κοιτάζοντας τα παιδιά των γειτόνων να παίζουν. Εκείνες τις στιγμές εύχονταν μέσα τους  να είχαν κι αυτοί ένα παιδί. Περνώντας όμως τα χρόνια η ευχή έγινε λύπη.

Μια κρύα μέρα του χειμώνα, όταν το χιόνι στρώθηκε παχύ-παχύ στους δρόμους ο Ακέμ και η Μάσα παρακολουθούσαν σιωπηλοί τ΄ αγόρια του χωριού  να παίζουν χιονοπόλεμο για να ζεσταθούν φτιάχνοντας ταυτόχρονα χιονάνθρωπους, θηλυκούς κι αρσενικούς.
Ξαφνικά ο Ακέμ, χαμογελώντας, γυρίζει προς τη Μάσα και της λέει: «Τι λες Μάσα,  δεν βγαίνουμε κι εμείς έξω να φτιάξουμε έναν χιονάνθρωπο, όπως τα παιδιά;»
Η Μέσα γέλασε κι εκείνη, αλλά έστω κι αν της φαινόταν παράξενο στην ηλικία τους να κάνουν τέτοιο πράγμα, του αποκρίθηκε: «Ναι! Ας πάμε! Μπορεί να  φτιάξει και το κέφι μας, λιγάκι. Αλλά δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να φτιάξουμε έναν άντρα ή μια γυναίκα από χιόνι κι όχι ένα παιδί που έτσι κι αλλιώς στην πραγματικότητα η ζωή μάς το έχει στερήσει;».
«Πιστεύω Μάσα, ότι το μυαλό σου δουλεύει αρκετά έξυπνα, παρ΄ όλη την ηλικία! Έλα, λοιπόν, πάμε να στρωθούμε στη δουλειά!», απάντησε ο Ακέμ.  

Το ηλικιωμένο ζευγάρι βγήκε έξω, κι άρχισαν να παίζουν με το χιόνι φτιάχνοντας ένα παιδί. Έφτιαξαν τα πόδια, το σώμα, τα χέρια και τη στιγμή που έβαλαν μια χιονόμπαλα για κεφάλι, καμαρώνοντας το χιονόπαιδο που δημιούργησαν,  ένας άγνωστος περαστικός κοντοστάθηκε και τους ρώτησε: «Πώς το λένε το θαύμα που φτιάξατε;».
«Κόρη του Χιονιού!» απάντησε γελώντας η Μάσα, εξηγώντας  το πώς και το γιατί.  
«Μπορεί οι Άγιοι να σε βοηθήσουν!» είπε εκείνος και συνέχισε το δρόμο του.  
Όταν πια είχαν στερεώσει καλά την Κόρη του Χιονιού, ο Ακέμ άρχισε να φτιάχνει τη μύτη, δύο τρύπες για μάτια, και μια μικρή γραμμή για στόμα. Μόλις όμως χάραξε το στόμα, εμβρόντητος αισθάνθηκε ζεστή ανάσα να βγαίνει απ΄ αυτό. Γρήγορα τράβηξε το χέρι του μακριά και κοιτώντας τις τρύπες των ματιών αντίκρισε δυο όμορφα, πραγματικά, μπλε μάτια! Τα χείλη ζωντάνεψαν και κοκκίνισαν και η μύτη ζωήρεψε κι αυτή. Μα στ΄ αλήθεια κανείς άλλος δεν είχε τόσο όμορφη, λεπτή και μικρούλα μύτη.  

«Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Είναι πειρασμός του Κακού αυτό;», φώναξε ο Ακέμ, χτυπώντας πολλές φορές το πρόσωπό του για να συνέλθει. Όμως η Κόρη του Χιονιού είχε ήδη τυλίξει τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του και τον φιλούσε όπως ένα ζωντανό πλάσμα.
«Ακέμ! Ακέμ!» Φώναξε η Μάσα τρέμοντας από χαρά, «επιτέλους μας λυπήθηκε ο Θεός κι έστειλε αυτό το παιδί να μας ξανανιώσει στα γεράματα».
Μα τη στιγμή που η Μάσα ετοιμαζόταν ν΄ αγκαλιάσει το χιονόπαιδο, προς μεγάλη έκπληξη και των δύο, το χιόνι κύλισε στη γη και από μέσα ξεπήδησε ένα όμορφο κοριτσάκι!
«Θεέ μου! Μικρούλα Κόρη του χιονιού! Μικρή μου αγάπη!», φώναξε η τρισευτυχισμένη Μάσα οδηγώντας το πεντάμορφο κοριτσάκι στην καλύβα τους. Εν τω μεταξύ ο Ακέμ δεν είχε συνέλθει ακόμη. Ξύνοντας το κεφάλι του, απορούσε και προβληματιζόταν γι΄ αυτό που συνέβη. Δεν ήξερε καλά-καλά αν ήταν ξύπνιος ή ονειρευόταν. Ήξερε όμως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Αλλά, η Κόρη του Χιονιού ήταν εκεί μαζί τους, προσφέροντας τόση ευτυχία όση δεν είχαν ποτέ και μάλιστα μεγάλωνε ώρα με την ώρα, ώστε πολύ γρήγορα έγινε ένα ψηλό, όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι. Κι ο Ακέμ  τελικά αποδέχθηκε ότι όλα ήταν φυσιολογικά μια και το καλύβι τους ήταν γεμάτο από χαρά. Τώρα πια, τα κορίτσια και τ΄ αγόρια του χωριού ήταν συχνοί επισκέπτες, έπαιζαν, διάβαζαν και τραγουδούσαν με την Κόρη του Χιονιού η οποία έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να διασκεδάζουν όλοι γύρω της. Μιλούσε, γελούσε, και ήταν τόσο χαρούμενη και τόσο εγκάρδια, ώστε όλοι την αγαπούσαν πολύ, και προσπαθούσαν με τη σειρά τους να την ευχαριστήσουν με κάθε δυνατό τρόπο. Ταυτόχρονα, όμως, δεν υπήρξε ποτέ καλύτερη και πιο υπάκουη κόρη από την Κόρη του Χιονιού.

Το κορίτσι-δώρο είχε ένα υπέροχο δέρμα, λευκό σαν το χιόνι, τα μάτια της ήταν σαν τα λουλούδια «μη-με-λησμόνει», τα χείλη και τα μάγουλά της, σαν τα τριαντάφυλλα. Ήταν η εικόνα της πραγματικής υγείας και της ομορφιάς. Με τα όμορφα χρυσά μαλλιά της να κυλούν στην πλάτη της, έμοιαζε ακριβώς όπως ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι, κι ας ήταν μόλις λίγων ημερών!  
Μια μέρα η Μάσα είπε στο σύντροφό της: «Ακέμ, πόσο καλός στάθηκε ο Θεός μαζί μας; Πόσο χαρούμενους μας έκανε η Κόρη του Χιονιού αυτές τις λίγες μέρες που είναι κοντά μας, και πόσο λυπημένοι και γκρινιάρηδες ήμασταν πριν.»
«Ναι, Μάσα», αποκρίθηκε ο Ακέμ, «οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το Θεό για όλα όσα έχει κάνει για μας, και Τον ευχαριστώ που έχουμε χαρά αντί για λύπη, στο σπιτικό μας.»

Ο Χειμώνας πέρασε, οι ουρανοί καθάρισαν, την Άνοιξη βγήκε ο ήλιος και για μια ακόμη φορά τα χελιδόνια άρχισαν να γυρίζουν, το γρασίδι και τα δέντρα έγιναν πράσινα. Όλα μαζί τα κορίτσια των Ρώσων χωρικών, μαζεύονταν στο δάσος να χορέψουν και να τραγουδήσουν με τ΄ αγόρια. Αλλά η Κόρη του Χιονιού ένιωθε  να βαριέται.
«Τι έχεις αγάπη μου;» ρώτησε η Μάσα, «είσαι άρρωστη; Είσαι πάντα τόσο φωτεινή και χαρούμενη, και τώρα είσαι τόσο βαριεστημένη λες και ξαφνικά κάποιος σου έκανε μάγια».
«Όχι, μανούλα μου. Δεν συμβαίνει τίποτα αγαπημένη μου», είπε η Κόρη του Χιονιού, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Σταδιακά άρχισε να χάνει το ροδαλό της χρώμα και ν΄ αποκτά, όλο και περισσότερο την όψη μιας δυστυχισμένης, γεγονός που θορύβησε τους ανθρώπους γύρω της.

Το τελευταίο χιόνι είχε πλέον εξαφανιστεί, οι κήποι άρχισαν να ανθίζουν, τα ποτάμια και οι λίμνες κελάρυζαν, τα πουλιά τραγουδούσαν χαρούμενα. Όλος ο κόσμος αισθανόταν πιο χαρούμενος μα η Κόρη του Χιονιού γινόταν όλο και πιο δυστυχισμένη.
Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο πιο δροσερό μέρος της καλύβας. Αγαπούσε το κρύο του χειμώνα, ήταν ο καλύτερος φίλος της, και μισούσε αυτή τη φρικτή ζέστη. Ήταν ευτυχισμένη όταν έβρεχε λίγο, μα ψηνόταν από τον ήλιο μετά τη βροχή. Δεν την απασχολούσε ο χειμωνιάτικος ήλιος αλλά ο καλοκαιρινός που ήταν και ο εχθρός της.  Πράγμα πολύ φυσιολογικό αφού το κορίτσι γεννήθηκε το χειμώνα, μέσα από το χιόνι!

Επιτέλους, έφτασε η μεγάλη γιορτή του Καλοκαιριού. Οι νέοι και οι νέες του χωριού επισκέφθηκαν την Κόρη του Χιονιού ζητώντας από τη Μάσα να την αφήσει να πάει μαζί τους στο δάσος. Στην αρχή η Μάσα αρνήθηκε, αλλά τα κορίτσια την παρακάλεσαν τόσο πολύ, ώστε αφού το σκέφτηκε για τα καλά, έδωσε τη συγκατάθεσή της θεωρώντας ότι η γιορτή θα φτιάξει το κέφι της θυγατέρας της.
«Αλλά», είπε, «να την προσέχετε όπως εγώ, σαν κόρη οφθαλμού! Αν της συμβεί κάτι, δεν ξέρω τι θα κάνω!»
«Εντάξει! Εντάξει! Θα την προσέχουμε! Το ίδιο την αγαπάμε κι εμείς», φώναξαν οι νέοι και τράβηξαν μαζί με την Κόρη του Χιονιού προς το δάσος όπου τα κορίτσια έπλεκαν στεφάνια την ώρα που τα αγόρια μάζευαν ξύλα για να τα κάψουν.

Την ώρα του ηλιοβασιλέματος άναψαν τη φωτιά, και στάθηκαν όλοι στη σειρά, αγόρια και κορίτσια, για να περάσουν από πάνω της. Τελευταία στάθηκε η Κόρη του Χιονιού.  
«Μη φοβάσαι», της είπαν τα κορίτσια, «μη μένεις πίσω, πήδηξε μετά από εμάς.»
Με το «Ένα! Δύο! Τρία!» πήραν φόρα και πήδηξαν χαρούμενες τις φλόγες. Ξαφνικά ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή και κοιτάζοντας γύρω ανακάλυψαν ότι η Κόρη του Χιονιού ήταν άφαντη!
«Αχ», φώναξαν, γελώντας, «μας κάνει ένα από τα γνωστά κόλπα της. Το πιο πιθανό είναι να έχει κρυφτεί κάπου. Ελάτε, πάμε να την ψάξουμε».  
Χωρίστηκαν ανά δύο και άρχισαν να την αναζητούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Αλίμονο, όμως, χωρίς αποτέλεσμα! Κανείς δεν μπόρεσε να βρει τη χαμένη φίλη τους. Σύντομα τα ευτυχισμένα προσωπάκια τους σκυθρώπιασαν και  η χαρά έδωσε τη θέση της στη θλίψη και την αγωνία. Όταν συναντήθηκαν όλοι ξανά, στην άκρη του δάσους, άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους για να βεβαιωθούν ότι έψαξαν παντού.
«Ίσως να έχει πάει στο σπίτι της», είπε ένας.
Αυτή η σκέψη έλαμψε ως ελπίδα. Έτσι, όλοι μαζί, έτρεξαν στη φτωχική καλύβα της Μάσα και του Ακέμ.  Μα ούτε κι εκεί βρήκαν την Κόρη του Χιονιού. Έψαχναν κι όλη  την επόμενη μέρα και τη νύχτα, και την τρίτη και την τέταρτη. Την αναζητούσαν στο χωριό, καλύβα-καλύβα, και στο δάσος, δέντρο-δέντρο, θάμνο-θάμνο. Μάταια όλα! Πουθενά δεν μπόρεσαν τη βρουν.

Περιττό να πούμε ότι η θλίψη των φτωχών γονιών της δεν περιγράφεται με λόγια. Ο Ακέμ και η Μάσα ήταν απαρηγόρητοι. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα η Μάσα περιπλανιόταν στο δάσος καλώντας την χαμένη θυγατέρα της σαν τρελή: «Ω, μικρή μου Κόρη του Χιονιού! Ω! μικρή μου αγάπη!»
Αλλά καμιά απάντηση δεν πήρε στο κάλεσμά της. Ούτε μια λέξη από τη γλυκιά φωνούλα. Η Κόρη του Χιονιού δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Αυτό ήταν βέβαιο, πια. Αλλά πώς εξαφανίστηκε, πού είχε πάει; Την είχαν κατασπαράξει τα άγρια ζώα του δάσους ή την άρπαξε κάποιο αρπακτικό πουλί και τη μετέφερε μακριά  προς τη θάλασσα; Όχι, δεν ήταν τ΄ άγρια θηρία, ούτε τ΄ αρπακτικά, αλλά καθώς η μικρούλα πηδούσε πάνω από τη φωτιά εξατμίστηκε και σαν λεπτό σύννεφο πέταξε ψηλά στον ουρανό.

Απόδοση: Α.Μ.

Πηγή: Edith M. S. Hodgetts, Tales and Legends from the Land of the Tzar: Collection of Russian Stories, 2nd edition, London: Griffith Farran and Company, 1891, pp. 46-52. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο του D. L. Ashliman μαζί με άλλες εκδοχές του. 


16/11/13

«Επαναστάτες»


Γιώργος Βακιρτζής, 1974, από το Καραχρήστος Σ. (1984) Ελληνικές Αφίσες, Κέδρος.


Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» -
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το “Κάπιταλ” του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.


Γιάννης Ρίτσος, Τρακτέρ, 1934

9/8/13

Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ!

1943: Οπλίτης των Ταγμάτων Ασφαλείας φυλά απαγχονισμένο Έλληνα
Πηγή: Αρχείο Bundesarchiv, Φωτογράφος:  Drehsen. Διατίθεται και από τη Βικιπαίδεια.


Στις 20 Ιουλίου 1944 έγινε ανεπιτυχής απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στο κρησφύγετό του στην Πολωνία από ομάδα αξιωματικών του ναζιστικού στρατού  οι οποίοι εφάρμοσαν το σχέδιο Βαλκυρία.[1]

Άμεσα ο Διονύσιος Παπαδόγκωνας έστειλε στον Χίτλερ το ακόλουθο συγχαρητήριο τηλεγράφημα εκφράζοντας την ικανοποίηση του ιδίου και 5.000 Ταγματασφαλιτών του Μοριά, για τη «διαφύλαξη του Χίτλερ από τον Θεό». Στις 13 Αυγούστου 1944 έφθασε και η απάντηση του Χίτλερ.[2,3]




Οι 5.000 αξιωματικοί και άνδρες των ελληνικών εθελοντικών τμημάτων της Πελοποννήσου με το μεγαλύτερον μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου όπισθεν αυτών, εκφράζουν την βαθυτάτην αγανάκτησίν των δια την εναντίον σας απόπειραν σχεδιασθείσαν και επιχειρηθείσαν υπό υποκειμένων, τα οποία δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του αγώνος κατά του κομμουνισμού και των πλουτοκρατών συνεργατών του.

Εκφράζουν την χαράν των δια την θαυμαστήν διάσωσίν σας και κλίνουν με ευγνωμοσύνην το γόνυ ενώπιον του Παντοδυνάμου Θεού, όστις ήπλωσε προστατευτικήν χείρα επάνω από την ζωήν σας δια να σας διαφύλαξη εις το γερμανικόν έθνος και εις την εν τω αγώνι κατά της κομμουνιστικής πανώλους ηνωμένην Ευρώπην.

Δια τους έλληνας εθελοντάς της Πελοποννήσου η ένδειξις αυτή είναι μία παρόρμησις, όπως συνεχίσουν δι' όλων των δυνάμεων μέχρις εσχάτων τον αγώνα κατά των ξένων προς την χωράν μπολσεβικικών ορδών εν Ελλάδι.

Από της ιεράς γης της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δράξ των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσε τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, υψούται η προσευχή μας:

«Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ»




Ο φύρερ έδωκε διαταγήν όπως ανακοινώσουν εις τον διοικητήν εθελοντικών τμημάτων Πελοποννήσου συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν, ότι εχάρη εγκαρδίως δια τα επί τη ευκαιρία της διασώσεώς του αποσταλέντα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα των εν Πελοποννήσω κατά του μπολσεβικισμού μαχόμενων εθελοντών.

Ο Φύρερ διαβιβάζει τας θερμάς του ευχαριστίας και τους χαιρετισμούς του εις όλους τους εθελοντάς. Εξ άλλου ο αρχηγός των Ες - Ες, υπουργός των Εσωτερικών του Ράιχ Χίμλερ, έδωσεν εντολήν όπως διαβιβασθούν προς τον συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν και αι ιδικαί του ευχαριστίαι.

Πηγή
Βουρνάς Τ. (1997) Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, τ. Γ΄,  Πατάκης, Αθήνα, σ. 404-405.

Παραπομπές
[1] Επιχείρηση Βαλκυρία, Βικιπαίδεια  και Μπράιαν Σίνγκερ: Επιχείρηση Βαλκυρία, Ριζοσπάστης, 19-2-2009 
[2] Διονύσιος Παπαδόγκωνας, Βικιπαίδεια 
[3] Τάγματα ασφαλείας, Βικιπαίδεια  και Οι κυβερνήσεις της Κατοχής και τα «Τάγματα Ασφαλείας», Ριζοσπάστης, 9-6-2013. 

31/5/13

Νέος Διωγμός


του  Κώστα Βάρναλη

Συνάντησα μια Κυριακή1 σε κάποιαν από τις ακτές του Ευβοϊκού τον Α. Δελμούζο2. Του είπα:

-Όταν συλλογίζεται κανείς πόσοι κόποι μας, πόσα νεανικά μας όνειρα, πόσες θυσίες πάνε χαμένα! Πώς αρχίσαμε και πού τελειώσαμε! Και καμιά ελπίδα δεν υπάρχει να σταματήσει το πισωδρόμημα. Ξαναγυρίσαμε από κει που αρχίσαμε. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας!

-Εγώ, μου απάντησε, εξακολουθώ να πιστεύω. Τίποτα δε χάθηκε για πάντα. Υπάρχουνε πολλοί νέοι ακόμα με ψυχή!

Κούνησα το κεφάλι μου.

-Ο Χατζηδάκις3, πρόσθεσε, με αποκαλούσε «ανόητον ιδεολόγον». Και θέλω να είμαι!

Η οικονομική και πολιτική εξόρμηση της αστικής τάξης επί Βενιζέλου συνέπεσε με την πνευματική της εξόρμηση. Ποτές η Ελλάδα δεν είχε τόσο μεγάλο και τόσο πλούσιον πνευματικόν οργασμό, όσον τότες. Κι αυτός ο πνευματικός οργασμός είτανε συγκεντρωμένος κάτου από τη σημαία του δημοτικισμού.

Και τότες ακριβώς, στο Βόλο, ιδρύθηκε από το Σαράτση4 και το Δελμούζο (νεαρόν τότε παιδαγωγό) το πρώτο σχολείο της Ελλάδας, που καθιέρωσε για όργανο διδασκαλίας τη γλώσσα του λαού και για σκοπό διδασκαλίας τη νεοελληνικήν πραγματικότητα.

Η Αντίδραση: πολιτική, εκκλησιαστική, ακαδημαϊκή (ό,τι χαραχτηριζότανε τότε σα «φαυλοκρατία») κίνησε τη δίκη των «αθέων» κ' έκλεισε το σχολειό! Κι όμως ο αγώνας δε σταμάτησε. Ύστερ΄ από λίγα χρόνια, η δημοτική έμπαινε στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού και γραφότανε το περίφημο Αναγνωσματάριο του Ζαχ. Παπαντωνίου, «Τα Ψηλά Βουνά».

Η προοπτική είτανε τούτη: Κάθε χρόνο να προχωρεί η γλώσσα του λαού κι από μια τάξη, όσο να καταχτήσει όλο το δημοτικό σκολειό - κι από κει προχωρώντας στο ελληνικό, να μπει στο γυμνάσιο κι από το γυμνάσιο στο πανεπιστήμιο... Και πού φτάσαμε; Πίσω! Στά... «ία», στα «ωά» και στην... «αίξ!». Ξαναπέσαμε ως το λαιμό στο βούρκο της φαυλοκρατίας και της αμορφωσιάς. Και το «ξανακύλισμα» είναι θάνατος. Όχι μονάχα πνευματικός, θάνατος καθολικός!

Και ξέρετε τι θα συμβεί; Οι «εθνικόφρονες» λογοτεχνικοί σύλλογοι, οι επίσημοι διανοούμενοι της Αντίδρασης -όλοι τους δημοτικιστές- ή θα σιωπήσουν ή θα υπερθεματίσουν. Με το δικαιολογητικό πως είναι υπέρ του καλώς εννοουμένου δημοτικισμού κ΄ εναντίον των... άκρων!

Και θα δείτε τα εξής σε λίγο: Ο Μητροπολίτης να συγχαίρει τον υπουργό της Παιδείας για την εθνική του τόλμη! Οι Συγκλητικοί του πανεπιστημίου και των άλλων ανωτάτων σχολών να σπεύδουνε στο υπουργείο να υποβάλουν τα συγχαρητήριά τους.

Κι αυτοί ακόμα οι δημοδιδάσκαλοι (άσε πια τους καθηγητάδες της Μέσης!) θα πανηγυρίζουν «επί τη εθνική νίκη» -και το χειρότερο αλλά και το φυσικότερο για ένα έθνος αγράμματο, θα ξαναβρυκολακιάσουνε στην πρωτεύουσα και τις επαρχίες τα παλιά κι αξιολύπητα εκείνα συλλαλητήρια εναντίον των αθέων, των μητραλοιών, των Σλαύων…

Και το ακόμα χειρότερο: ο παλιάς «Παμφοιτητικός» θα μαζέψει και θα κάψει μπροστά στα πολύπαθα Προπύλαια του πανεπιστημίου τα αντεθνικά έργα του Σολωμού, του Παλαμά, του Ψυχάρη, του Πάλλη, του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Σκουζέ...

Όλοι οι «εγγράμματοι» εναντίον των αγραμμάτων! Κι όλοι οι αρχοντοχωριάτες εναντίον των ορεσιβίων!

Σημειώσεις
[1] Ο Κώστας Βάρναλης προσδιορίζει σε υποσημείωση τη χρονιά: 1953.
[2] Ο Αλέξανδρος Δελμούζος υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας. Το όνομά του έχει συνδεθεί με τα «Αθεϊκά» 
[3] Ο Γεώργιος Χατζιδάκις ήταν ο πρώτος καθηγητής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
[4] Ο Βολιώτης γιατρός και πολιτικός Δημήτρης Σαράτσης, υποστήριξε το έργο του Δελμούζου. 


Πηγή: Κώστας Βάρναλης (1983) Αισθητικά-Κριτικά-Σολωμικά, Αθήνα: Κέδρος.

3/5/13

Παιδικά χρόνια


του Γιάννη Ρίτσου

Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Αθήνα, 1941, Αρχείο Βούλας Θεοχάρη,  Μουσείο Μπενάκη. 
Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, ο Τσολάκογλου υπέγραψε πρωτόκολλο παράδοσης της χώρας με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ Ντήτριχ, στο Βοτονόσι του Μετσόβου.





Ποιος λέει ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι τα πιο χαρούμενα, ξέγνοιαστα, ελεύθερα; Όχι, όχι. Τα πιο πικρά, τα πιο βασανισμένα, -να θέλεις, να θέλεις και να μην ξέρεις τι θέλεις, κι οι μεγάλοι να λένε «μη αυτό, μη εκείνο», κι η θάλασσα να 'ναι απέραντη και να μην μπορείς να την πάρεις, και να περνάνε τα βαπόρια μακριά δίχως ν' αράζουν στο νησί μας αφήνοντας μια τούφα λυπημένο καπνό πέρα στο λιόγερμα σαν τον καπνό της Ιθάκης που σε κάνει να μαντεύεις το μακρινό, το αμέτρητο, το άπιαστο, τη στιγμή που εσύ όλα τα θέλεις να τα πιάνεις με τα δάχτυλα σου, να τα μετράς στα δέκα δάχτυλα σου κι αυτό το 10 να 'ναι το Άριστα με κόκκινο μελάνι όχι στα δικά σου τετράδια. Αμ' εκείνος ο μαυροπίνακας του σχολείου; -το πιο μεγάλο ΜΗ, να σου κόβει το κεφάλι με το έμπα της άνοιξης κι η σκόνη της κιμωλίας στα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού σου να σε κάνει ν' ανατριχιάζεις σα ν' άγγιξες την παγωμένη μύτη του πεθαμένου.

Α, η πονεμένη, η γλυκιά παιδιάστικη άγνοια πολιορκημένη απ’ το άγνωστο, σε οικεία ανταπόκριση με το μέσα μας άγνωστο, θαμπωμένη απ’ τις μυριάδες εκείνα τα σπιθίσματα που δεν πυκνώνουν και δε σμίγουν σ' έναν ήλιο (να γίνουμε εμείς ο ήλιος) ούτε διαχέονται ως πέρα πέρα σαν το φως του ήλιου που να φαίνονται όλα ως πίσω απ’ τα βουνά, πίσω απ’ την αχνογραμμένη στον ορίζοντα Κρήτη, στα διάφανα δειλινά, τόσο απλωμένα σα χαμένα, και να φαινόμαστε κι εμείς από παντού, σα να μην ήμασταν καθόλου.

Χώρια πια που τα κορίτσια κάναν ξεχωριστές παρέες και λέγαν τα δικά τους, όλο πσου πσου και γελάκια και λοξές κοροϊδευτικές ματιές σα να ξέρανε τάχα μου αυτές περισσότερα, και κάρφωναν τα μαλλιά τους με κόκκινα και γαλάζια χτενάκια, αλλά, έννοια σου, κι εμείς (κι ας μην είχαμε χτενάκια -είχαμε μια τσατσάρα στην κωλότσεπη του κοντού παντελονιού και σιάχναμε μια χωρίστρα «μερακλαντάν», που 'λεγε κι ο Κάβουρας) κάναμε τις δικές μας παρέες και λέγαμε τα δικά μας που ήταν ολότελα διαφορετικά απ’ τα δικά τους, κι ήμασταν λυπημένοι και θυμωμένοι και σκαρφαλώναμε ως πάνου στα δέντρα κι αμολάγαμε μεγάλους χαρταϊτούς ως τα μεσούρανα και παίζαμε τις μεγάλες αμάδες (άντε, ρε παρτσακλά, να ρίχτε και λόου σας μια τέτοια άμάδα)∙  κι εκείνες παίζαν στην άλλη άκρη της Μεγάλης Ντάπιας της Χρυσαφίτισσας κάτι δικά τους σαχλοπαίχνιδα, το κουτσό, την τυφλόμυγα, και χαχανίζανε σαν καρακάξες, γι' αυτό (καλά τους κάνανε) δεν τις αφήνανε να μπαίνουνε στο ιερό της εκκλησίας του Ελκομένου (όξω οι γυναίκες), ενώ εμείς τ' αγόρια καθόμασταν σ' όλη τη λειτουργία μες στο Ιερό και τα λέγαμε, και πότε πότε φορούσαμε κάτι άσπρα φουστάνια με χρυσό σειρήτι στο λαιμό (δεν είχαν κουμπιά, τα περνούσαμε απ’ το κεφάλι και ξεχτενιζόμαστε, μα είχαμε πάντα την τσατσαρίτσα μας), βγαίναμε απ’ τη δεξιά πύλη του ιερού, όχι απ’ τη μεσαία Ωραία Πύλη, περπατούσαμε σοβαρά, με τα εξαφτέρουγα ψηλά, κοιτάζοντας ίσα μπροστά κι ούτε που ρίχναμε μια ματιά στα κορίτσια∙ ύστερα γυρίζαμε πάλι στο ιερό, προνομιούχοι εμείς, παιδιά του δημοτικού και του σχολαρχείου, καθόμασταν στον μεγάλο καναπέ (παράξενο, είχε έναν καναπέ στο ιερό) και ψιλολέγαμε τα δικά μας (όχι για τα μαθήματα) για κολύμπια, ψαρέματα, καβουρομάνες, χταπόδια, πανιά, γλάρους, καρχαρίες, για τον Ιωνά στην κοιλιά του σκυλόψαρου που το λέγανε «κήτος», για τα πουλιά μας και τα αποκάτου απ’ τα πουλιά μας, ψιθυριστά μη μας ακούνε κι οι Άγιοι οι ζωγραφιστοί στους τοίχους, ιδίως εκείνο το κομμένο κεφάλι του Αι Γιάννη στο δίσκο της Σαλώμης -βρε την άτιμη, τον φίλαγε, λέει, στα χείλια και τα αίματα τρέχανε στα σαγόνια της∙ μα πιο πολύ απ’ όλα μιλάγανε (οι άλλοι σε μένα) για τη μεγάλη αδερφή, μου τη Νίνα (με περνούσε έντεκα χρόνια) που ήταν όμορφη σαν άγγελος, κι όταν λουζόταν κι έβγαινε στην αυλή να στεγνώσουν στον ήλιο τα χρυσά σκάλες σκάλες μαλλιά της, πυκνά και μακριά ως κάτω απ’ τη μέση της, και λαμποκόπαγε ολόγυρα ο τόπος, τα βενετσιάνικα τειχιά, τα καραούλια, οι βίγλες, όλος ο βράχος της Μονοβασιάς, οι τρούλοι του Άι Νικόλα, του Άι Γιώργη κι η αγορά με τα μικρά μπακάλικα, τα τσαγκαράδικα, το φαναρτζίδικο, και στρέφαν όλοι για να δουν από που βγαίνει αυτό το φως και ξέρανε πως είναι η Νίνα ή στο μπαλκόνι ή στην αυλή μας∙ κι όλα τ' αδέρφια και πρωτοξαδέρφια του πατέρα μου, παντρεμένοι ή ανύπαντροι, ήταν ερωτευμένοι με τη Νίνα∙ κάθε φορά που πήγαιναν ταξίδι στην Αθήνα ή στο εξωτερικό της κουβαλούσανε βραχιόλια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κολιέδες, μεταξωτά φορέματα, τούλια, ταφτάδες, οργκαντίνες και βελούδα τριανταφυλλένια, θαλασσιά και βιολετιά, κιβώτια σαμπάνιες, μπρικ και μαυροχάβιαρο κι ένα σωρό καλούδια∙ μα και τα πιτσιρίκια του δημοτικού και τα παιδόπουλα του σχολαρχείου, κι αυτά ερωτευμένα∙ εκεί, λοιπόν, που καθόμουν στον καναπέ, μες στο ιερό, έρχονταν ένας ένας, σκύβανε στ' αυτί μου και μου λέγαν «άμα μεγαλώσω θα μου δώσεις γυναίκα μου τη Νίνα;»∙ κι εγώ καμάρωνα κι έλεγα σ' όλους «ναι» ιδίως ο Αργύρης (14χρονος πια, στο σχολαρχείο, ομορφόπαιδο, κι είχε βγάλει μεγάλες τρίχες στα πόδια κι έσκαγε στο πάνου χείλι μαύρο μαύρο το μουστακάκι του, μελαχρινός με ολογάλανα μάτια), ο Αργύρης, λοιπόν, με διπλάρωνε, στριμωχνόταν στο πλευρό μου μόλις άδειαζε μια θέση στον καναπέ και μου 'λεγε, μου 'λεγε για τη Νίνα, δε με ρωτούσε αν θα του την δώσω, αυτός μωρέ μάτια μου θα την έπαιρνε με το σπαθί του «και τι νομίζεις» σε δυο μήνες θα βάλω μακριά παντελόνια «θα 'μαστε ταιριαστοί∙ θα μου στείλει λεφτά ο μπάρμπας μου απ’ την Αμέρικα να πάρω τα δαχτυλίδια του αρραβώνα και σε τρία χρονάκια θα 'μαι μεγάλος να την παντρευτώ»∙ μα εγώ έκανα τον δύσκολο, γιατί ο Αργύρης ήταν πολύ όμορφος, δυνατός, καλοδεμένος και μ' άρεσε πιότερο απ’ όλους τους άλλους για τη Νίνα μας' «ναι, μα δε θα την πειράξεις όσο θα 'σαστε αρραβωνιασμένοι»∙ «μα την Παναγιά, που μας βλέπει απ’ αντίκρυ∙ ούτε με το μικρό μου δάχτυλο στο μάγουλο της»∙ «κι άμα παντρευτείτε;»∙ «ε, τότες θα γίνει»∙ «ναι, μα η Παναγία που ορκίστηκες μόνο τον κρίνο μύρισε»∙ «ώρα είναι να μου πεις και για τους πελαργούς∙ δεν αφήνεις τις σάχλες, ρε Ίων αυτά 'ναι για μωρά παιδιά». Μ' άρεσε πιο πολύ που μίλαγε σαν αντράκι σίγουρα θα τα πω της Νίνας, να τον πάρει∙ κι ας τολμούσε τότε κάνα παιδί να μου κάνει τον καμπόσο∙ θα τον έσπαγε ο Αργύρης στο ξύλο.

Όμορφες ώρες περνάγαμε στα νυχτερινά εκκλησιάσματα. Κι οι  Άγιοι μας κοιτάζανε σα φίλοι μας∙ καταλάβαιναν κάτι θα ξέραν κι αυτοί∙ ποτέ δε μας μάλωναν. Μα τα καλύτερα νυχτέρια μας ήταν τη Μεγάλη Βδομάδα, ιδίως τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα Ευαγγέλια που κράταγε πολύ και βρίσκαμε καιρό να λέμε και να λέμε, μεθυσμένοι απ’ τις ψαλμουδιές, απ’ το λιβάνι, απ’ τη μυρωδιά του λιωμένου κεριού, απ’ τις φλόγες και κάτι άλλο που δεν ξέραμε να το πούμε βαθιά μέσα μας που πολύ αργότερα το 'παμε «ένδοξο πόνο» κι άλλος το 'πε «σμίξιμο του έρωτα και του θανάτου», μακρινές υποψίες, μαντέματα, βάγια, δάφνες, ταπεινοσύνη, περηφάνια, ένα γυμνό σώμα κι ένα άλλο, το φτωχό ξυλουργείο, ένα πηγάδι, ένα άγνωστο χαμένο διαμάντι στη λάσπη, το σηκώνεις, το καθαρίζεις με τα δάχτυλά σου, λάμπει, σκουπίζεις τα δάχτυλά σου στο σακάκι σου, κι είσαι καθαρός και θέλεις να το χαρίσεις στην Ιουδήθ, στη θέση της είναι η Σιωπή που όλα τα ξέρει και δεν τα λέει, και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι Ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει για ν' ακούσει, και τ' άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να 'ναι λυπημένος ο κόσμος κι η Θεια Σταθούλα κι η κυρα Παρασκευούλα κι ο μπάρμπα Γιάννος που 'χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι' αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, γιατί μια και υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ' άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι υστέρα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά, ν' ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να 'φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα — δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες.

«Ίων, Ίων» με φώναζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο».  Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ' αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως, την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον εχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;).

Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το 'πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιόν;», «το Χρίστο, ντε∙ μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά∙ «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα -λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ».

Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πώς το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήρι του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να 'ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα 'φτιαξα στεφάνι και Του 'βγαλα τον ακάνθινον στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το 'χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπάτης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να 'βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ' αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό∙ -θα το φορέσει- είπε -το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

ΑΘΗΝΑ, 11.1.84

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ίσως να ΄ναι κι έτσι, Κέδρος, 1984, σελ. 54-63

25/3/13

Οι κουρσάροι


Ο Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895) εκτός από τη θεμελιώδη συμμετοχή του στην ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού και της επιστημονικής θεωρίας του προλεταριάτου, ασχολήθηκε με την ποίηση και τη πεζογραφία. Μάλιστα, η πεζογραφία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των ιδεών του, κυρίως στα νεανικά χρόνια. Η αρθρογραφία του σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, διηγήματα και ποιήματα προσανατολισμένα σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, ενώ είχε καταφερθεί κατά της «λαϊκής λογοτεχνίας» εκτιμώντας ότι μέσω της εξιδανίκευσης και των ψευτο-παραμυθιών εκφράζονται, συγκαλυμμένα, τα συμφέροντα των αντιδραστικών τάξεων.

Σταθερά προσανατολισμένος στο ριζοσπαστισμό, προσέγγιζε ομοίως και την ποίηση θεωρώντας ότι μέσω αυτής πρέπει να εκφράζεται «ο αγώνας για την ελευθερία, ενάντια στην τυραννία, στο φιλισταϊσμό και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία». Επίσης, έχοντας διαχωρίσει τη θέση του από κάθε εθνικιστική τάση και εθνική προκατάληψη δεν παρέλειπε να επισημαίνει ότι κάθε έθνος συμβάλλοντας στον παγκόσμιο πολιτισμό, αξίζει σεβασμού.

Δεν ήταν λίγες φορές που ο Φρ. Ένγκελς δέχθηκε επιθέσεις για την προώθηση επαναστατικών λογοτεχνικών κειμένων ή και για την απόρριψη από πλευράς του, έργων που προωθούσαν την αστική ιδεολογία. Ακόμα και στις Επιστολές του, είναι  έντονο το ενδιαφέρον του για την ποίηση και τη πεζογραφία, αν και πολύ νωρίς είχε αντιληφθεί ότι η κλίση του προς την ποίηση είναι περιορισμένη.  

Ένα από τα λογοτεχνικά έργα του, το οποίο έγραψε το 1837 με τίτλο «A Tale Pirate», είναι εμπνευσμένο από τον Αγώνα των Ελλήνων «Κουρσάρων» κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Στην Ελλάδα μεταφράστηκε το 1936 και δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στον «Ριζοσπάστη» από  20 έως 26 Μαρτίου 1936. Από τα φύλλα αυτά δεν βρέθηκε στο ψηφιακό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, μόνο εκείνο της 23ης Μαρτίου.

Η παρούσα απόδοση του έργου Ένγκελς έγινε από την αγγλική γλώσσα με την υποστήριξη της πρώτης –και εξαιρετικής- μετάφρασης του 1936, από την οποία διατηρήθηκε και ο τίτλος.  

 Νικηφόρος Λύτρας, Η Πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη.


Οι κουρσάροι

Ι
Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωί του 1820. Το καράβι ετοιμαζόταν να σαλπάρει από την Κούλουρη, τη Σαλαμίνα της αρχαιότητας, τόπος που εκτυλίχθηκε η Αθηναϊκή Ανδρεία. Ένα ελληνικό εμπορικό καράβι, με πολυάριθμο πλήρωμα που είχε φέρει στην Αθήνα μαστίχα, αραβική κόμμι και άλλα, μα κυρίως χατζάρια  Δαμασκού, ξύλο κέδρου και όμορφα ασιατικά υφάσματα.

Στο λιμάνι υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Ο καπετάνιος περιδιάβαινε ανάμεσα στους ναύτες επιβλέποντας να γίνει σωστά η δουλειά, όταν ένας ναύτης ψιθύρισε σ΄ έναν άλλον στα ιταλικά:   

«Φίλιππο, βλέπεις  το παλικάρι που στέκεται εκεί πέρα; Είναι ο καινούριος επιβάτης που ο καπετάνιος  προσκάλεσε χθες βράδυ∙  θέλει να τον πάρει μαζί μας, κι αν αρνηθεί θα τον φουντάρει στη θάλασσα, γιατί ο μικρός δεν πρέπει να φτάσει στην Πόλη που θέλει να πάει.»

«Μα», είπε ο Φίλιππο, «τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;».

«Δεν ξέρω. Ο καπετάνιος, όμως, είμαι σίγουρος ότι θα ξέρει».

Την ίδια στιγμή, από το καράβι ρίχτηκε μια κανονιά κι όλοι έτρεξαν στις βάρκες. Ο καπετάνιος πήρε θέση στη βάρκα φωνάζοντας: «Άντε, παλικάρι, τι σκέφτεσαι; Μπρος, έλα γιατί σαλπάρουμε!».

Ο νεαρός, στον οποίο απεύθυνε τα λόγια αυτά, και μέχρι τότε στεκόταν αμίλητος σε μια κολώνα, γύρισε φωνάζοντας: «Ναι, έρχομαι!» κι έτρεξε προς τη βάρκα. Έκατσε, και απομακρύνθηκαν γρήγορα από την ακτή. Το ίδιο γρήγορα πλεύρισαν το καράβι. Με τη δεύτερη κανονιά το πλήρωμα συγκεντρώθηκε στο κατάστρωμα και σήκωσαν άγκυρα με τα πανιά ανοιχτά. Το μπρίκι γλίστρησε πάνω στη γαλάζια θάλασσα, σαν ένας τεράστιος κύκνος.

Ο καπετάνιος, που επέβλεπε μέχρι τότε τους ναύτες, πλησίασε τον όμορφο νεαρό, ο οποίος ακουμπισμένος στην κουπαστή κοίταζε θλιμμένα να χάνονται στο βάθος οι κορφές του Υμηττού.

«Νεαρέ», του είπε, «έλα στην καμπίνα μου, θέλω να κάτι να σου πω»
«Ευχαρίστως», απάντησε ο νεαρός κι ακολούθησε τον καπετάνιο.

Όταν κατέβηκαν κάτω, ο καπετάνιος του είπε να καθίσει και ρίχνοντας χιώτικο κρασί σε δυο κούπες, είπε:

«Άκουσέ με, έχω μια πρόταση για ΄σένα. Αλλά για πες μου, πρώτα, πώς σε λένε; Από πού είσαι;»

«Το όνομά μου είναι Λέων Πάππος κι είμαι από την Αθήνα. Εσείς;»

«Λέγομαι καπετάν Λεωνίδας Σπετσιώτης, από τις Σπέτσες. Τώρα άκουσε! Εσύ  σίγουρα μας θεωρείς τίμιους εμπόρους; Όχι, δεν είμαστε τέτοιοι! Κοίταξε τα κανόνια μας, τα φανερά και τα κρυμμένα, τα πυρομαχικά μας, το οπλοστάσιό μας και τότε θα καταλάβεις πως το εμπόριο είναι απλώς ένα πρόσχημα. Θα καταλάβεις ότι είμαστε διαφορετικοί, καλύτεροι άνθρωποι, γνήσιοι Έλληνες, οι άνθρωποι που εξακολουθούν να λαχταρούν τη λευτεριά. Εν ολίγοις, Κουρσάροι, όπως μας λένε οι άπιστοι που τιμωρούμε. Και τώρα για ΄σένα∙ για ΄σένα που  μου αρέσεις και μου θυμίζεις πολύ τον αγαπημένο μου γιο που οι άπιστοι μού τον σκότωσαν πέρυσι, μπροστά στα μάτια μου. Θέλω να σου προτείνω λοιπόν, να ενωθείς μαζί μας και να βοηθήσεις στον αγώνα για τη λευτεριά των Ελλήνων, προξενώντας ζημιές στους άπιστους, για τους οποίους ταιριάζουν, βέβαια, οι στίχοι του Ομήρου:

«Έσσεται ήμαρ ότ΄ αν ολώλη  Ίλιος ίρη και Πρίαμος, και λαός ευμέλω Πριάμοιο» [α]

Αν όμως δεν θέλεις να το κάνεις αυτό δεν σου εγγυώμαι για τις συνέπειες. Όταν το πλήρωμά μου μάθει τι σου ομολόγησα, σίγουρα θα ζητήσει το θάνατό σου. Κι εγώ, όσο και να το θέλω, δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω»

«Τι είναι αυτά που λες; Κουρσάροι; Και μου προτείνετε να ενωθώ μαζί σας; Αμέσως! Για να πάρω πίσω το αίμα του πατέρα μου! Ω χαρά! Είναι χαρά μου να ενωθώ με εσάς, να πολεμήσω με λύσσα ενάντια στους μουσουλμάνους, να τους σφάξω σαν ζώα!»

«Συμφωνήσαμε λοιπόν! Έτσι μ΄ αρέσεις, Λέων! Ας πιούμε ένα μπουκάλι χιώτικο κρασί για την καινούρια φιλία!», και ο γέρο-μπεκρής ξαναγέμισε τις κούπες με κρασί: «Πιες λοιπόν, Λέων, να την αδειάσουμε!», έλεγε συνέχεια παρακινώντας τον ντροπαλό σύντροφό του.

Ύστερα, πήρε τον καινούριο του σύντροφο, τον σεργιάνισε στο καράβι και του έδειξε τ΄ άρματα. Πρώτα μπήκαν στην οπλαποθήκη. Εκεί βρίσκονταν κρεμασμένα κάθε είδους υπέροχα κουστούμια, στενές ναυτικές μπλούζες, φαρδιά καφτάνια, ψηλά καπέλα, χαμηλά ελληνικά φέσια, πλατιά σαρίκια, στενά φράγκικα πανταλόνια και φαρδιά τούρκικα κοντοβράκια, πλουμιστά περσικά γιλέκα, σακάκια ουσάρων της Ουγγαρίας, ρώσικες γούνες,  όλα  τακτοποιημένα μέσα σε μεγάλες ντουλάπες. Οι επιφάνειες ήταν σκεπασμένες από όπλα όλων των εθνών:  κάθε είδους πυροβόλα,  από μικρά πιστόλια τσέπης μέχρι βαριά τρίκροτα μουσκέτα, σπαθιά όλων των ειδών,  χατζάρες Δαμασκού, ισπανικά ξίφη, πλατιές γερμανικές σπάθες, κοντά ιταλικά στιλέτα, γιαταγάνια, ήταν προσεκτικά κρεμασμένα παντού. Στις γωνιές ήταν βαλμένα ντουλάπια για τα κοντάρια, έτσι ώστε να χρησιμοποιείται κάθε σημείο του χώρου.

Στη συνέχεια πήγαν στην πυριτιδαποθήκη. Εκεί βρίσκονταν οκτώ μεγάλα βαρέλια που το καθένα είχε κοντά πενήντα κιλά μπαρούτι και τέσσερα μικρότερα με πέντε, σχεδόν, κιλά το καθένα. [1] Μέσα σε τρία βαρέλια υπήρχαν μπόμπες και δύο μεγαλύτερα με οβίδες. Τα ντουλάπια, στα πλαϊνά, ήταν γεμάτα από κανάτια και τσουκάλια με σκόνη, που εκτός από μπαρούτι είχε μέσα κομμάτια από μολύβι, πέτρες και κομμάτια σίδερου. Στο άλλο διαμέρισμα που επισκέφθηκαν, ο Λεωνίδας του έδειξε μερικά τσουβάλια με μπάλες κανονιών. Ύστερα ανέβηκαν ξανά στα κανόνια. Κι από τις δυο μεριές του καραβιού υπήρχαν δώδεκα κανόνια μεγάλου διαμετρήματος. Στην πρύμνη  βρίσκονταν άλλα δυο κανόνια των 48 βολών. Ανάμεσα σ΄ αυτά, και σ΄ όλες τις μεριές, ήταν τοποθετημένα περιστροφικά κανόνια μεγάλου διαμετρήματος, όλα μαζί ίσαμε τριάντα. Όταν γύρισαν στην καμπίνα, ο Λεωνίδας έδειξε στον Λέοντα τρία ακόμα κιβώτια γεμάτα με τουφέκια και σφαίρες και δυο κασόνια με σκάγια.

«Τι λες; Το καράβι μας είναι σε καλή κατάσταση;»  τον ρώτησε.

«Τέλεια!», αποκρίθηκε ο Λέων, «Δεν μπορούσε να είναι καλύτερη. Τώρα όμως  επιστρέψτε μου να κοιτάξω λίγο ακόμα από το κατάστρωμα.»

Ανέβηκε πάνω. Μα πολύ σύντομα ξανακούμπησε στην κουπαστή. Περνούσαν πια τις Κάβο- Κολώνες, το αρχαίο Σούνιο, και ο Λέων κοίταζε θλιμμένα τις ψηλές κορφές του Υμηττού που χάνονταν στο βάθος, όταν τον διέκοψε ο Λεωνίδας:

«Γιατί παιδί μου είσαι τόσο λυπημένος; Έλα πάμε στην πρύμνη να μου πεις για τη ζωή σου.»
Και ο Λέων τον ακολούθησε, λέγοντας την ακόλουθη ιστορία: 

ΙΙ
Σε λίγο θα γίνω δεκάξι χρονών. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος, ο Γρηγόριος Πάππου. Η μητέρα μου ονομαζόταν Άρτεμις. Εγώ λέγομαι Λέων, η δίδυμη αδερφή μου ονομάζεται Ζωή κι ο μικρότερος αδελφός μου, Αλέξης. Πριν τρεις μήνες, πάνω κάτω, ο Πασάς της Αθήνας [2] λιμπίστηκε μια νεαρή σκλάβα που ο πατέρας μου την είχε μεγαλώσει μαζί μας. Αμέσως λοιπόν,  ζήτησε να του τη δώσουμε κι όταν ο πατέρας μου αρνήθηκε, αυτός ορκίστηκε να τον εκδικηθεί και κράτησε τον όρκο, για να μας καταστρέψει.

Ένα βράδυ, εκεί που καθόμασταν ήσυχα στο σπίτι μας τραγουδώντας μαζί με τη Σελίμ, τη σκλάβα, που έπαιζε λύρα, τη Ζωή και τον Αλέξη, ξαφνικά μπήκαν μέσα οι Αρναούτες [3] του Πασά και αρπάζοντας τον αγαπημένο μας πατέρα και τη Σελίμ έφυγαν.

Εμάς, αφού μας ποδοπάτησαν, μας άφησαν σε άθλια κατάσταση. Φύγαμε από το σπίτι μας και κάποια στιγμή  φτάσαμε στην πύλη του παλιού Μακεδονικού κάστρου [4]. Εκεί βρήκαμε καταφύγιο και οι σπλαχνικοί χωρικοί μας έδωσαν ψωμί και λίγο κρέας. Από ΄κει κινήσαμε για τον Πειραιά. Όμως αλίμονο! Η αδερφή μου είχε εξαντληθεί τόσο πολύ που έπεσε μισολιπόθυμη κάτω από μια ελιά. Όσο για ΄μένα, ήθελα να γυρίσω στην πόλη και να ζητήσω βοήθεια από τους συγγενείς μας.

Έτσι, ξεκίνησα αδιαφορώντας στα παρακάλια της μάνας μου κι όταν έφτασα κοντά στην Ακρόπολη κι ήμουν έτοιμος ν΄ ανέβω προς τα πάνω, βρήκα –φανταστείτε τη χαρά μου- τον πατέρα μου. Δεν μπορώ να σας περιγράψω με πόση λαχτάρα τον αγκάλιασα, όταν σκέφτηκα την ευτυχία και τη χαρά της μάνας μου.

Δυστυχώς, πολύ γρήγορα ήρθε  η απογοήτευση. Μόλις είχαμε κάνει μερικά βήματα, όταν είδαμε να έρχεται κατά πάνω μας ο διοικητής του στρατού του Πασά, των Αρναούτηδων. Αυτός αναγνώρισε τον πατέρα μου, έβγαλε το γιαταγάνι και ξεχύθηκε πάνω του. Ο πατέρας κρατώντας με το δεξί του χέρι ένα ροζιασμένο ξύλο που είχε βρει προηγούμενα, στάθηκε ακίνητος. Ο Τούρκος όμως, κατεβάζοντας το γιαταγάνι έκοψε το ξύλο στα δύο και με το χτύπημα ο πατέρας μου τραυματίστηκε στον ώμο. Ο Τούρκος ξαναχτύπησε το ίδιο δυνατά τον ανυπεράσπιστο, πια, πατέρα μου και χτυπώντας τον στο κεφάλι τον έριξε στη  γη. Εγώ σήκωσα το ξύλο από κάτω και το πέταξα στα μούτρα του Τούρκου. Μέσα στη μανία του, του έπεσε το γιαταγάνι αλλά τράβηξε ένα σφυρί από το ζωνάρι του και με χτύπησε τόσο δυνατά που έπεσα αναίσθητος

Όταν συνήλθα, ο  πατέρας μου ήταν ξαπλωμένος δίπλα μου και αφήνοντας την τελευταία του πνοή, μου είπε: «Λέων, γιε μου, φύγε, φύγε από ΄δω! Κινδυνεύεις! Είναι λεύτερη η μάνα σου;». Όταν του το επιβεβαίωσα, είπε: «Πηγαίνετε στην Κούλουρη κι από κει στο Ναύπλιο. Έχω φίλους εκεί!». «Πατέρα, πώς λέγεται ο δολοφόνος σου;»,  ρώτησα. «Λέων, το όνομά του είναι Μουσταφά Μπέη. Ο Θεός ας συγχωρέσει τη δόλια μου ψυχή.». Και μ΄ αυτά τα λόγια ο πατέρας μου ξεψύχησε. Αγκάλιασα το σώμα του, έκλαψα, φώναξα σε βοήθεια, όμως εκείνος κειτόταν πια νεκρός και κανένας δεν ήρθε να με βοηθήσει. Τελικά, σηκώθηκα στα πόδια μου και κλαίγοντας, φόρεσα το ζωνάρι του αγαπημένου μου πατέρα, έζωσα σ΄ αυτό το γιαταγάνι του δολοφόνου κι ορκίστηκα να μην αποχωριστώ ούτε το ζωνάρι, ούτε το γιαταγάνι, μέχρι που το αίμα του πατέρα μου να ξεπλυθεί με τούρκικο αίμα.  

Ύστερα απ΄ αυτό τράβηξα έξω από την πόλη,  αλλά –δυστυχώς, οι αγαπημένοι μου δεν ήταν πια εκεί! Ένα ματωμένο μαχαίρι, το ματωμένο μαντίλι της μάνας μου και το φέσι του Αλέξη που κείτονταν εκεί, μαρτυρούσαν πως κι εδώ είχε γίνει το κακό. Αυτό το φέσι φοράω τώρα. Αυτό είναι το μαχαίρι (κι έδειξε ένα όμορφο τούρκικο μαχαίρι, που είχε περασμένο στο ζωνάρι). Το μαντίλι το φοράω από τότε  κάτω από το χιτώνα μου, στο στήθος, δίπλα στην καρδιά μου.

Μόνο τότε θυμήθηκα τη λαβωματιά μου. Άρχισα να πονάω. Ανασήκωσα το φέσι και το αίμα ξανακύλισε στο πρόσωπό μου. Ξάπλωσα κάτω από ένα δέντρο κι έδεσα μ΄ ένα μαντίλι το κεφάλι μου.

Αποκοιμήθηκα και είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου, έτσι όπως μου άρεσε, ζωντανό και λεβέντη, με τη μάνα μου, τη Ζωή, και τον Αλέξη στο πλάι του, να έρχεται προς το μέρος μου και να με σηκώνει, αλλά στη συνέχεια ήρθαν οι Τούρκοι και ο δολοφόνος του πατέρα μου ορμούσε, ουρλιάζοντας. Τότε ξύπνησα κι είδα ότι βρισκόμουν  πάνω σ΄ έναν αραμπά κι ένας γέρος που στεκόταν μπροστά μου με καθησύχαζε.  

Με πήγε στην περιοχή του Άγιου Νικόλα, όπου με  γιάτρεψε. Έμεινα μαζί του τέσσερις βδομάδες και ύστερα μου έδωσε λεφτά και με τη βάρκα του με πήγε στην Κούλουρη. Εκεί πια χωριστήκαμε και για ενθύμιο κόψαμε ένα γρόσι στη μέση παίρνοντας από μισό. Στην Κούλουρη έκατσα μερικές μέρες, γιατί δε τα κατάφερνα να φύγω. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε.

ΙΙΙ
Αυτή, περίπου, ήταν η ιστορία του νεαρού Πάππου. Αμέσως, ο Λεωνίδας τον πήρε από το χέρι, πήγανε στην οπλαποθήκη, και τον πρόσταξε να διαλέξει τη στολή του. Από τα κουστούμια πήρε ελαφριά ελληνική βράκα κι ένα γαλάζιο πανωφόρι. Για όπλα διάλεξε ένα κοντό δίκαννο, ένα ζευγάρι δίκαννες πιστόλες κι ένα σφυρί. «Πάρε, λοιπόν, ένα σπαθί κι αν δεν θέλεις, διάλεξε θηκάρι», του είπε ο Λεωνίδας. «Όχι», είπε ο Λέων, «απ΄ αυτό το γιαταγάνι δεν θα χωριστώ! Και θα παραμείνει γυμνό ώσπου να βρω μονάχος μου θηκάρι».

Εν τω μεταξύ,  άρχισε να σκοτεινιάζει. Έφταναν πια, στην Τζια. Χωρίς να πλησιάσουν στη στεριά, κατέβασαν όλα τους τα πανιά κι αμόλησαν μια ρουκέτα, απ΄ το μεσαίο άλμπουρο. Σε λίγο  πλησίασε μια βάρκα, με έναν σταυρό στην πλώρη της. Στη βάρκα  βρίσκονταν έξη ένοπλοι άνδρες και δένοντάς την  στο καράβι  ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Ο Λεωνίδας τους παρουσίασε τον καινούριο σύντροφό τους κι όλοι τον υποδέχθηκαν εγκάρδια. Ύστερα, είπε ο Λεωνίδας:

 «Λοιπόν, Στέφανε, τι γίνεται εκεί έξω;»

Στέφανος: «Στο λιμάνι, είναι αραγμένο ένα τούρκικο εμπορικό καράβι. Εγώ ντύθηκα έμπορος κι ανέβηκα πάνω. Μα, ποιον νομίζεις πως είδα εκεί, Λεωνίδα; Φαντάσου ότι εκεί μέσα βρισκόταν ως σκλάβος ο παλιός μας σύντροφος, ο Δούκας. Φυσικά τον πήρα από ΄κει  βάζοντάς τον μέσα σ΄ ένα κασόνι. Το καράβι έχει μόνο τρία κανόνια, αλλά το  πλήρωμα είναι μεγάλο και καλά οπλισμένοι. Θα ΄ναι ίσαμε τριάντα Τούρκοι στο πλοίο. Αλλά πήρα με το μέρος μας δυο Έλληνες επιβάτες που ταξιδεύουν προς την Αθήνα. Αυτοί θα καταλάβουν την μπαρουταποθήκη» .

Λεωνίδας: «Ω! Έξοχα! Μείνετε εδώ και περιμένετε λίγο».

Έτρεξε κάτω στην καμπίνα, επέστρεψε με τρία μπουκάλια κρασί και αφού τα μοίρασε στους νιόφερτους, άρχισε να λέει:

«Τώρα, είμαστε -περιμένετε- έξι εσείς, είκοσι στο καράβι, ο Λέων, εγώ, που κάνει συνολικά 28, δυο Τούρκοι επιβάτες, που πάνε στο Σέριφο, από τους οποίους ο ένας Γενίτσαρος. Νότο!»

Ο άνθρωπος που λεγόταν έτσι, ήρθε αμέσως.

«Πάρε μαζί σου τον Πρώτο και τον Ταρά και πηγαίνετε στην καμπίνα, να αφοπλίσετε τους Τούρκους και φέρτε τους πάνω».

Ο Νότος έφυγε.

«Μιχάλη!», φώναξε ο Λεωνίδας, «Εδώ!», απάντησε ο τελευταίος, κι έφτασε αμέσως.

«Γεμίστε αμέσως τα  κανόνια, ετοιμάστε τρεις οβίδες με βόλια για τα περιστρεφόμενα και στα υπόλοιπα κανόνια βάλτε μολύβια, γυαλιά, πέτρες και σίδερα! Φέρτε εξήντα οβίδες, δυο μπόμπες κι ένα κασόνι με βόλια. Αρματωθείτε όλοι!». Οι εντολές του πραγματοποιήθηκαν. «Και τώρα, γιε μου», είπε στρεφόμενος προς τον Λέοντα, «τώρα θα έχεις την ευκαιρία να δοκιμαστείς στην πρώτη σου μάχη,  μαζί μας. Να πολεμήσεις γενναία. Από τη στιγμή που το καράβι μπει στη μάχη να είσαι δίπλα μου. Μην τολμήσεις να σαλτάρεις στο τούρκικο καράβι πριν από μένα. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να κοστίσει τη ζωή σου.»

«Ναι», είπε ο Στέφανος, «Το ξέρω καλά αυτό. Φαντάσου, Λέων, ότι πήδηξα πάνω στο πλοίο του εχθρού με δύο νέους συντρόφους, όπως εσύ. Ο εχθρός, όμως, έκοψε τους κάβους, απομονωθήκαμε και βρεθήκαμε στα χέρια τους. Παλέψαμε, αλλά όταν πέθαναν οι δύο σύντροφοί μου, εγώ δέχτηκα τέτοια πίεση από τους εχθρούς κι ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Το σημάδι φαίνεται ακόμα. Σίγουρα θα είχα σκοτωθεί κι εγώ αν, εν τω μεταξύ, οι δικοί μας δεν ξαναπλεύριζαν το καράβι.»

Στη συνέχεια, ήρθε ο Νότος με δύο Τούρκους, ο ένας εκ των οποίων είχε δεμένο το χέρι του.  Ο Νότος είπε στο Λεωνίδα:

«Εδώ, τους έχω τώρα. Πάλεψαν απεγνωσμένα. Αυτός ο Γενίτσαρος χτύπησε τον Πρώτο τόσο δυνατά που δύσκολα θα γίνει καλά. Γι΄ αυτό κι εγώ του έσπασα το χέρι, την ώρα που ο Ταράς είχε ξαπλώσει τον άλλον κάτω.  

«Ναι», είπε ο Γενίτσαρος, «ήταν ένα πονηρό χτύπημα, να μας επιτεθούν την ώρα που καθόμασταν ήσυχοι στην καμπίνα μας! Αλλά την πλήρωσαν ακριβά κι αυτό με παρηγορεί.»

«Ω», απάντησε ο Λεωνίδας, «Εγώ ποτέ δεν αμφέβαλα για την ανδρεία σας. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να μείνετε χωρίς ανταμοιβή. Αν θέλετε, θα σας αποβιβάσω  αύριο το πρωί στα Θερμιά. Αλλά ο καθένας από σας θα μου δώσει λύτρα πενήντα γρόσια».  Οι Τούρκοι συμφώνησαν ευχαρίστως και επέστρεψαν στην καμπίνα, υπό την επιτήρηση του Νότου, ενώ ο Λεωνίδας πήγε να δει τον Νότο που βρισκόταν ξαπλωμένος  σε μια αιώρα. Εξετάζοντας το τραύμα είδε ότι ήταν μια λαβωματιά από χαντζάρι στο κρανίο, το οποίο είχε καταστραφεί κατά ένα μέρος. Ήταν μια θανάσιμη πληγή, όμως υπήρχε ακόμα ελπίδα. Έβαλε ένα έμπλαστρο και αποσύρθηκε μαζί με τον Λέοντα για ύπνο. Για τον τελευταίο, έχει βάλει ένα κρεβάτι δίπλα στο δικό του. 

Στη μέση της νύχτας ξύπνησαν. Μπροστά τους στεκόταν ο Στέφανος.

«Βιαστείτε, στα βόρια φαίνονται  πανιά. Μπορείτε να τα δείτε χωρίς φανάρι.»

Μέσα σ΄ ένα λεπτό αρματώθηκαν και οι δυο. Ο Λεωνίδας άνοιξε ένα ντουλάπι κι έδωσε στον Λέοντα ένα σακί βόλια κι ένα μεγάλο κέρατο γεμάτο μπαρούτι. Εφοδιάστηκε και ο ίδιος με πυρομαχικά και τράβηξαν για το κατάστρωμα.  

«Μιχάλη!» φώναξε ο καπετάνιος, «πού είναι τα περιστρεφόμενα κανόνια;»

Όταν τα υπέδειξε, έκατσε ο ίδιος στο πρώτο κι έβαλε τον Λέοντα στο δεύτερο και τον Στέφανο στο τρίτο.

Το πλήρωμα συγκεντρώθηκε στο κατάστρωμα. Ο Λεωνίδας πρόσταξε να μαζευτούν και τους μέτρησε. Μαζί με τον ίδιο ήταν είκοσι έξι. Διέταξε το Νότο να φύγει κι αυτός έθεσε τον εαυτό του σε ένα από τα σαρανταοκτάρια κανόνια και ο Μιχάλης σε ένα άλλο. Τα περιστρεφόμενα όπλα ήταν τα πιο δύσκολα απ΄ όλα.

Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον ορίζοντα. Είχαν πλησιάσει πολύ με το καράβι. Στη συνέχεια, χάθηκε. Μάλλον κατευθυνόταν αλλού. Επανεμφανίσθηκε αρκετές φορές αλλά τελικά το έχασαν.

Ξημέρωσε. Η θάλασσα ήταν καλυμμένη με ομίχλη η οποία σταδιακά αραίωνε. Λίγο αργότερα, ο Στέφανος, που ήταν ακόμη στο κατάρτι, φώναξε: «Βλέπω το καράβι! Είναι,  ίδιο όπως αυτό που είδα στο λιμάνι της Τζια.»

Ο Λεωνίδας το είδε επίσης, με το κιάλι του. Ο Στέφανος κατέβηκε. Αμέσως άνοιξαν όλα τα πανιά και σύντομα ήταν ορατό πλέον σε όλους. Ανέβασαν την τουρκική σημαία και άρχισαν να πλησιάζουν. Μετά από τρεις ώρες, περίπου, όταν ήταν τόσο κοντά ώστε  απείχαν ελάχιστα από το πεδίο βολής.  Στη συνέχεια, ο Λεωνίδας διέταξε να κατεβάσουν την τουρκική σημαία και η μαυροκόκκινη σημαία[5] με τον λευκό σταυρό κυμάτισε μεσίστια. Όμως, το τουρκικό πλοίο είχε ήδη αλλάξει ρότα προς τα  βορειοδυτικά με όλα του τα πανιά, για να φτάσει στη Μακρόνησο. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Λεωνίδας ρίχνει μια κανονιά στα ξάρτια του εχθρού. Οι Τούρκοι απάντησαν αμέσως, αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκαν. Στη συνέχεια, ο Λεωνίδας φωνάζει: «Εδώ, Μιχάλη με δεκαπέντε άντρες σου, ξεκίνα. Πρέπει να το πάρουμε! Νότο! Ρίξετε φλεγόμενα τόξα στον εχθρό! Ταρά, εσύ με πέντε άντρες να μείνετε εδώ.»

Το πλοίο ανέπτυξε ταχύτητα. Πλησίαζαν όλο και περισσότερο το θήραμά τους. Εν τω μεταξύ, ο Λεωνίδας διέταξε:

«Ταρά, μόλις γυρίσει ο Μιχάλης, πηγαίνετε στα δεξιά κανόνια. Στέφανε, είσαι υπεύθυνος για τα  κανόνια της πρύμνης. Λέων, μένεις κοντά μου!» 

Στη συνέχεια, ο Νότος εξαπέλυσε δώδεκα οβίδες, άλλα πέντε κανόνια βρυχήθηκαν και ένα από τα πανιά  του εχθρού έπεσε και κρέμασε από τα σχοινιά! Κραυγές πανηγυρισμού ακούστηκαν! Το κανόνι ξερνάει φωτιά για μια ακόμη φορά και το κατάρτι του εχθρικού πλοίου γκρεμίζεται! Οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν. Το πλοίο ήρθε πιο κοντά, και γρήγορα ο Λεωνίδας και ο Λέων έσπειραν τη φωτιά με τα περιστρεφόμενα όπλα τους. Αρκετοί άντρες σκοτώθηκαν, τα πυρά κόπασαν αλλά λίγο.  Ο Μιχάλης γύρισε. Τώρα ήταν αρκετά κοντά οι Τούρκοι, και οι κανονιοβολισμοί έπεφταν από παντού. Αλλά οι Τούρκοι αντιστέκονταν επίσης γενναία. Τότε, ο Λεωνίδας έδωσε εντολή να πέσουν με όλες τις δυνάμεις κατά του εχθρού. Τα περιστρεφόμενα κανόνια χτύπησαν και όταν το κατάστρωμα του εχθρικού πλοίου φάνηκε να καθαρίζει οι Έλληνες εφόρμησαν. Ο Μιχάλης έπεσε λαβωμένος ενώ  ο Λεωνίδας με το Λέοντα έριχναν τους γάντζους. Όλοι πυροβολούσαν τον εχθρό, όταν κάποια στιγμή ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον πρώτο εχθρό. Τραβώντας το πιστόλι του έριξε κάτω τον πρώτο και με το γιαταγάνι του να αστράφτει χτυπούσε τον έναν Τούρκο μετά τον άλλον. Άγρια η μάχη, μέχρι που αρκετοί Τούρκοι παραδόθηκαν στους γενναίους Έλληνες. Εκείνη τη στιγμή πετάγεται στον κατάστρωμα ένας γιγαντόσωμος Αρναούτης  και γυρνώντας το γιαταγάνι του, φώναξε:

«Τι συμβαίνει Μουσουλμάνοι; Σκοπεύετε να αφήσετε τον εαυτό σας να σφαγιασθεί από τους άπιστους; Αρπάξτε τα σπαθιά σας και σκοτώστε αυτά τα σκυλιά!»

Πήδηξε τότε μπροστά να διώξει μια και καλή τους Έλληνες. «Πού είναι ο αρχηγός σας;», φώναξε. «Εδώ», φώναξε και ο  Λεωνίδας προχωρώντας προς τα εμπρός. Πάλεψαν. Ο Λεωνίδας προστατευόταν από τα έξαλλα χτυπήματα του εχθρού. Με μια τυφλή, τρελή μανία ο τελευταίος κινήθηκε μπροστά και κατάφερε να χτυπήσει το αριστερό χέρι του αντιπάλου του. Ο Λεωνίδας έπιασε γερά τη σπάθα του κι έριξε κάτω το γιαταγάνι του εχθρού του, χτυπώντας τον, μέχρι που το αίμα ξεχείλισε από το στήθος του Τούρκου. Αλλά ένας άλλος Τούρκος έφτασε μέχρι τον Λεωνίδα και του έδωσε ένα τέτοιο χτύπημα στο πρόσωπο ώστε αυτός έπεσε κάτω. Ο Λέων είδε την πτώση, χτύπησε τον εχθρό μέχρι θανάτου και γυρνώντας είδε τους άλλους εχθρούς να παραδίδουν τα όπλα τους.  

Όμως, την ίδια στιγμή ο αρχηγός τους με δέκα άνδρες, μπήκαν στη βάρκα και τράβηξαν κατά τη Μακρόνησο.  

IV
Τώρα έκαναν τον απολογισμό στο πεδίο της μάχης. Δώδεκα Τούρκοι βρίσκονταν εκεί νεκροί. Οκτώ τραυματίστηκαν. Δέκα που είχαν παραδώσει τα όπλα τους, και δέκα είχαν δραπετεύσει.

Όμως, εκεί βρίσκονταν και τέσσερις Έλληνες νεκροί. Ο Μιχάλης κειτόταν κάτω μέσα στο αίμα. Ο Νότος  είχε πυροβοληθεί στο μηρό, ο καπετάνιος είχε πληγή από γιαταγάνι, και άλλοι τρεις τραυματίστηκαν ελαφρύτερα. Ο Λέων είχε χτυπήσει κεφάλι από σφαίρα που πέρασε ξυστά και είχε κόψει το χέρι του.

Ο Στέφανος πήγε προς το μέρος του. «Αγωνίστηκες, γενναία Λέων, αλλά πρέπει να έρθεις στο Λεωνίδα. Τι συμβαίνει, αιμορραγείς;»

«Δεν είναι τίποτα, μια σαχλαμάρα είναι. Εκείνο που με τρώει είναι που μας ξέφυγε αυτός ο καταραμένος ο Αρναούτης.  Ευχαρίστως να κάνω πολλά γι΄ αυτόν.»

Πήγε να δει τον Λεωνίδα. Ο καπετάνιος είπε: «Λέων, σου αναθέτω το καθήκοντα του Νότου μέχρι να γίνει καλά. Ο Στέφανος είναι καπετάνιος μέχρι που να μπορώ να αναλάβω εγώ. Πήγαινε στο Μιχάλη να δούμε πώς είναι.»

Εκείνος υπάκουσε. «Είναι πολύ αδύναμος! Έχει τραυματισθεί από πυροβολισμό στο στήθος και από μαχαιριά στο μηρό. Αλλά ο Ταράς ελπίζει ακόμα.»

Ο Στέφανος γύρισε: «Το πλοίο είναι φορτωμένο με βαμβάκι για Αθήνα και πυρομαχικά για το Ναύπλιο. Επίσης, μεταφέρει χουρμάδες, αιγυπτιακές καρύδες, σύκα και λογής λογής πραμάτεια προς πώληση.»

«Φέρτε πάνω  κάθε τι που έχει αξία από το πλοίο και βάλτε πλώρη για το Πόρτο Ράφτη», είπε ο Λεωνίδας. «Λέων, πήγαινε πάνω με το Στέφανο. Ανακρίνετε τους κρατούμενους και ελάτε να μου πείτε ό,τι σας πουν.» 

Πήγε. Η ουσία των δηλώσεων των κρατουμένων είχε ως εξής: το πλοίο ήταν  εμπορικό και ανήκε σε έναν έμπορο από τη Σμύρνη, που ονομαζόταν Μουράτ. Ο αδελφός του, Αλή, ήταν καπετάνιος και ήταν ο ίδιος άνθρωπος που τραυμάτισε τον Λέοντα.  Είχαν φτάσει στη Συκιά [6], όταν πήραν την είδηση πως υπήρχαν πειρατές στην περιοχή. Για το λόγο αυτό είχαν ναυτολογήσει ακόμα δέκα άνδρες το προηγούμενο βράδυ, ώστε να φθάσουν στην Αθήνα. Στη συνέχεια, είχαν δει το πλοίο και δέχτηκαν επίθεση. Στην ερώτηση, πού βρίσκονταν οι Έλληνες επιβάτες, είπε ότι ο ένας είχε πέσει στη θάλασσα και τον άλλο τον σκότωσε ο Αλή, όταν κοντοζύγωνε το πειρατικό καράβι.

Στη συνέχεια, αδειάσανε το πλοίο. Εκτός από τα προϊόντα που ήδη αναφέρθηκαν, βρέθηκαν πολλά όπλα και πυρομαχικά, τσόχα και ρούχα. Το καλύτερο απ΄ όλα ήταν τρεις σακούλες χρυσού, με 5.000 γρόσια η κάθε μια. Αυτές τις έφεραν στην καμπίνα του ελληνικού καραβιού.

Μεταξύ Σουνίου και αργολικής χερσονήσου υπάρχει ένα νησάκι [β],  βραχώδες και έρημο [7] Για ΄κει έβαλε πλώρη ο Λεωνίδας. Έφτασαν το επόμενο πρωί.  Αλλά, όπως ήθελαν να οχυρωθούν  εναντίον του Αλή και των Τούρκων, οι οποίοι σίγουρα θα είχαν βάλει το Πασά του Ευρίπου να στείλει πλοίο κατά του πειρατικού, ξεμπάρκαραν τους Τούρκους αιχμαλώτους, τους έδωσαν μερικά εφόδια, δυο σπαθιά και ένα όπλο με  πυρομαχικά, έτσι ώστε να μπορούν να συντηρηθούν από το κυνήγι λαγού και άλλων μικρών ζώων που αφθονούν στα νησιά αυτά.  

Ήταν έτοιμοι να σαλπάρουν, όταν διαπίστωσαν ότι έλειπε ο Λέων. Είχε πάει μακριά για κυνήγι, και άρχισαν να ψάχνουν να τον βρουν. Αναζητώντας τον, ακούστηκε ένας πυροβολισμός και σπεύδοντας προς τα κει βρήκαν τον Λέοντα βουτηγμένο στο αίμα. Δίπλα του κειτόταν σκοτωμένος ένας Τούρκος και παραδίπλα ένας άλλος με το ματωμένο γιαταγάνι  του Λέοντα στο χέρι.  Ο Στέφανος, που ήταν μπροστά, ξεχύθηκε κατά του Τούρκου. Μετά από μια σύντομη συμπλοκή έριξε στο χώμα το γιαταγάνι του, πέταξε κάτω και τον ίδιο και τον χτύπησε στο κεφάλι.  

Στη συνέχεια, έφθασαν και οι άλλοι. Έβαλαν τον Λέοντα σ΄ ένα φορείο από κλαδιά και ξεκίνησαν για το καράβι.  Ο Ταράς που εξέτασε τις λαβωματιές, διαπίστωσε ότι ο Τούρκος τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι, στο μηρό και ελαφρύτερα στο βραχίονα. 

Στο δρόμο συνήλθε ο τραυματίας: «Πού είναι γιαταγάνι μου;»,  ήταν η πρώτη ερώτησή του. Όταν του το έδειξαν είπε: «Πού είναι ο Τούρκος που με τραυμάτισε;»

«Τον σκότωσα», είπε ο Στέφανος. «Αλλά ησύχασε, είσαι βαριά τραυματισμένος.»  

Το τραύμα στο κεφάλι ήταν επικίνδυνο. Το ταξίδι με πλοίο μόνο κακό μπορούσε να κάνει, γι΄ αυτό αποφασίστηκε να συλλάβουν ξανά τους Τούρκους, να τους αποβιβάσουν σε ακτή του Μοριά και ν΄ αφήσουν στο νησί τον Λέοντα, το Μιχάλη, που επίσης διέτρεχε κίνδυνο, το Νότο  και το Λεωνίδα, με τρεις άνδρες να τους προσέχουν. Ο Στέφανος θα γυρνούσε να τους πάρει,  λίγες εβδομάδες αργότερα.

Μαζέψανε τους Τούρκους ξανά, μόνο ένας έλειπε, αλλά επειδή εμφανίσθηκε ένα τουρκικό πλοίο στο βάθος, οι Κουρσάροι έφυγαν βιαστικά με καπετάνιο τον Στέφανο. Εκτός από τους τραυματίες και τον Ταράς με δύο βοηθούς, έμειναν πίσω άλλοι πέντε με σκοπό την επόμενη μέρα να οδηγήσουν το τουρκικό καράβι στην Έπεινο [8].

Η κατάσταση του Λέοντα βελτιώθηκε αισθητά. Μετά από έξι μέρες μπορούσε να σηκώνεται και να περπατά λιγάκι.  Επίσης ο Μιχάλης μετά από μια εβδομάδα άρχισε να βγαίνει από τη μικρή καλύβα που είχαν χτίσει. Ο Λεωνίδας και ο Νότος είχαν γίνει σχεδόν τελείως καλά και πήγαιναν συχνά για κυνήγι. Μια μέρα ο Νότος γυρνώντας είπε:

«Είδα έναν Τούρκο. Όμως έτρεξε κι έφυγε. Ας είμαστε σε επιφυλακή.»

Την επόμενη μέρα πήγε πάλι για κυνήγι με τον Λεωνίδα. Εντόπισαν ένα αγριοκάτσικο και στη συνέχεια χώρισαν. Ο Νότος περπατούσε στο δάσος όταν ένας πυροβολισμός τον έριξε κάτω και ο Τούρκος κρατώντας ένα πιστόλι στο αριστερό κι ένα στιλέτο στο δεξί του χέρι, ξεχύνεται προς τα εμπρός, σκύβει, σηκώνει το μαχαίρι, αλλά εκείνη τη στιγμή σηκώνεται ο λαβωμένος, βγάζει το κουμπούρι και πυροβολεί τον Μουσουλμάνο. Εν τω μεταξύ, έφθασαν και οι άλλοι Έλληνες. Ο Τούρκος ήταν νεκρός. Η σφαίρα είχε βρει το Νότο στο στήθος, αλλά η λαβή του στιλέτου του είχε συγκρατήσει την ορμή της και από το τραύμα δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο.  

Μεταφέρανε το Νότο στην καλύβα, και πέρασε μια εβδομάδα ώσπου να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Όμως, τα εφόδια είχαν εξαντληθεί και στο νησί το κυνήγι ήταν λίγο.

V
Είχαν στο νησί τέσσερις εβδομάδες, όταν ο Στέφανος ήρθε και τους πήρε. Το τουρκικό πλοίο είχε πουληθεί σε Άγγλο έμπορο στη Θεσσαλονίκη για 10.000 γρόσια. Επίσης το βαμβάκι σε έναν άλλο για 4.000 γρόσια. Το πλοίο των Κουρσάρων εξοπλίσθηκε πάλι,  τρία νέα κανόνια, αναπλήρωση των πυρομαχικών, και διάφορα όπλα ήταν ξανά άφθονα. Επίσης η κατάσταση των πειρατών ήταν πολύ καλύτερη. Τώρα, το πλοίο έβαλε πλώρη  για τον Χάνδακα [9].

Μα, περνώντας έξω από τη Μήλο, εμφανίσθηκε στον ορίζοντα ένα τουρκικό πλοίο. Αμέσως ο Λεωνίδας έπεσε ξοπίσω του και το καταδίωξε μέχρι τον κόλπο της Μήλου, έξω από το στόμιο του οποίου βρίσκονται διάσπαρτα πολλά μικρά νησιά. Εδώ το πλοίο τη γλίτωσε, προστατευμένο από τα κανόνια του λιμανιού. Έγινε, όμως, φανερό πως επρόκειτο για Αιγυπτιακή γαλέρα. Μια λυσσαλέα μάχη αρχίζει τότε. Οι Έλληνες σπέρνουν τη φωτιά παλικαρίσια. Όμως ξαφνικά εμφανίζεται από τον κόλπο και πίσω από τους Έλληνες ένα τουρκικό μικρό πολεμικό καράβι. Ο Λεωνίδας καταπιάστηκε με τους Τούρκους-έστειλε το Στέφανο επάνω στο σκάφος τους, και μετά από μια σύντομη μάχη το αιχμαλώτισαν.

Εν τω μεταξύ, μια κανονιά από το φρούριο είχε χτυπήσει το ελληνικό πλοίο που άρχισε να βυθίζεται. Έτσι, βιαστικά κατευθύνονται προς την ακτή και το καθίζουν σε μια αμμουδιά. Αλλά οι άνδρες ανεβαίνουν στο αιχμαλωτισμένο τούρκικο πλοίο και αρχίζουν να καταδιώκουν με λύσσα τη γαλέρα, μέχρι που την πλευρίζουν. Ο Λέων πήδηξε απέναντι και ακολούθησε τους άλλους. Ο Στέφανος  και οι άλλοι τον ακολουθούν και επιτίθενται. Ο Λέων πολεμά πάντα πρώτος, και το σπαθί του λούζεται στο αίμα των Μουσουλμάνων.  Ο Στέφανος τον ακολουθεί και περνούν μπροστά.

Στη συνέχεια, ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αρχηγό των εχθρών, έναν γιγαντόσωμο Αιγύπτιο. Πάλεψε μαζί του, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον άλλο. Τέλος, ο Λέων τραυματίζει τον αντίπαλό του με ένα γρήγορο χτύπημα στο αριστερό χέρι. Τότε ο τελευταίος τραβάει ένα πιστόλι, πυροβολεί, αλλά αντί του Λέοντα χτυπάει έναν άλλο Έλληνα και πέφτει κάτω από τα χτυπήματα του γενναίου του αντίπαλου του. Με την πτώση του το πλοίο αιχμαλωτίσθηκε.

Οι λίγοι Τούρκοι που απόμειναν, παρέδωσαν τα όπλα τους και μεταφέρθηκαν στην ξηρά, όπου ο Ταράς ντυμένος Τούρκος πλησίαζε το οχυρό για να διαπραγματευτεί την αποκατάσταση του πλοίου. Ο φιλάργυρος Πασάς πείστηκε από ένα δώρο τριακοσίων γροσιών, αλλά έστειλε κρυφά με μια βάρκα τα νέα στη Σίφνο, όπου ήταν αγκυροβολημένα πολλά πλοία του τουρκικού στόλου. Αμέσως ξεκίνησαν για το σημείο, τρία καράβια.

Ο Νότος και ο Ταράς μόλις  είχαν βγει στην είσοδο του κόλπου με τη βάρκα τους, αντίκρισαν τα πλοία κι έτρεξαν αμέσως να προφτάσουν το μαντάτο στο Λεωνίδα. Εκείνος έστειλε γρήγορα μερικούς άνδρες στα τούρκικα καράβια στα οποία είχαν ήδη στείλει πυρομαχικά και μπόλικα κανόνια.  Όμως, οι περισσότεροι άνδρες διέταξε να μείνουν στο δικό τους πλοίο, όπου παρέμειναν επίσης και καμιά τριανταριά  νεοστρατολογημένοι από τη Μήλο. Ο Λέων που ήταν κυβερνήτης στο μικρό πολεμικό πλοίο στάθμευσε στην είσοδο του κόλπου

Οι Τούρκοι πλησίασαν. Στην αρχή πλησίασε μόνο ένα καράβι. Ο Λέων το χτύπησε με όλα τα κανόνια στην πλώρη, έστριψε το δικό του πλοίο, πλεύρισε το τούρκικο και πήδηξε μέσα μ΄ όλο του το πλήρωμα. Από την άλλη πλευρά όμως, φτάνει το δεύτερο τούρκικο, βγαίνει το πλήρωμά του και ξεκινά μια λυσσαλέα μάχη.  Ο Λέων πολέμησε γενναία. Αρκετοί Τούρκοι πέφτουν από τα χτυπήματά του, αλλά και πολλοί γενναίοι Έλληνες ξεψυχούν κάτω από τα σπαθιά των Τούρκων. Η τύχη είναι με το μέρος των βαρβάρων, οι οποίο ωστόσο είναι τριπλάσιοι σε αριθμό.

Τότε, ο Λέων είδε το δολοφόνο του πατέρα του.  Βλέποντας τον τεράστιο Αρναούτη  που εκείνη τη στιγμή σκότωνε έναν ηλικιωμένο Έλληνα, φώναξε εξαγριωμένος: «Γκουνγκιάζ [γ], πολέμα αν σου βαστάει με τους νέους». Ο Αρναούτης γυρίζει και επιτίθεται, δυο φορές δυνατότερος από τον Έλληνα αλλά με λιγότερη μανία. Πολέμησαν με λύσσα. Το ένα χτύπημα διαδέχεται το άλλο. Ο Τούρκος έχασε το γιαταγάνι του όταν ο Λέων τον κτύπησε με δύναμη στο χέρι. Αλλά αυτός άρπαξε από τη ζώνη του, το γνωστό στον Λέοντα, σφυρί και  μανιασμένος από τον πόνο, κατάφερε κάμποσα χτυπήματα στο νεαρό. Σύντομα το σφυρί βρήκε για δεύτερη φορά στο μέτωπο τον Λέοντα.  Κι ο Λέων πέφτει κάτω από τα δυνατά απανωτά χτυπήματα του Τούρκου.

«Σε πήρε ο διάβολος τώρα!», φώναξε, «τώρα και για τους άλλους». Αλλά αυτοί ήταν ήδη σχεδόν όλοι νεκροί και μόνο λίγοι που έχασαν τα όπλα τους πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

Εν τω μεταξύ, τα δύο άλλα πλοία που είχαν καταπλεύσει στο λιμάνι άρχισαν να καταδιώκουν τον Λεωνίδα, ο οποίος πέρασε στη γαλέρα με όλο το πλήρωμά του και με τα χρήματά του και ξεφεύγοντας την καταδίωξη έφυγε από το λιμάνι με ασφάλεια για την ανοιχτή θάλασσα πλέοντας προς το Μπέλο Πάουλο, όπου υπολόγιζε να λάβει νέα για την τύχη του Λέοντα και των υπολοίπων.  


Σημειώσεις του Φρ. Ένγκελς
[α]  Θα ΄ρθει μια μέρα που η μεγάλη Τροία θα καταστραφεί, θα καταστραφεί ο Πρίαμος και ο λαός του λογχοφόρου Πριάμου.
[β] Ονομάζεται Σαν Τζόρτζιο ντι Ασπάρα
[γ] Δολοφόνε, φονιά

Σημειώσεις των Γεφυρισμών
[1] Στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρονται 100 και 10 πάουντς  και στη μετάφραση του 1936, 33 και 23 οκάδες, αντίστοιχα.
[2] Η Αθήνα είχε το προνόμιο να μην αποτελεί έδρα Πασά. Τη διοίκηση στην πόλη ασκούσε ο Βοεβόδας που έδινε αναφορά στον Πασά της Χαλκίδας. Στο έργο του βοηθούσαν οι Αγάδες ενώ για τα μεγάλα ζητήματα απευθύνονταν στο Σουλτάνο. Ο Βοεβόδας δεν αναμειγνυόταν  σε ζητήματα μεταξύ Ελλήνων τα οποία επίλυαν οι Δημογέροντες και οι Επίτροποι που εκλέγονταν κάθε χρόνο μεταξύ των αρχόντων. Από τους άρχοντες ήτοι: εφημέριοι, ηγούμενοι, δημοδιδάσκαλοι, συμβολαιογράφοι, ποταμάρχος, αγροφύλακας και επικεφαλής συντεχνιών, μόνον ο Μητροπολίτης δεν χρειαζόταν ψήφο.  
[3] Οι Αρναούτες γενεαλογικά ανήκουν στους Ιλλύριους. Στην Ελλάδα ονομάζονται Αρβανίτες, στην Τουρκία Αρναούτες (Αρναβουτλάρ), στην Ιταλία Αρμπερέσσε, ενώ στην αρχική κοιτίδα τους έχουν αλλάξει όνομα και αυτοαποκαλούνται Σκιπτάριοι.
[4] Ο Ένγκελς δεν προσδιορίζει επακριβώς την περιοχή. Πιθανόν να αναφέρεται στο Λόφο του Μουσείου (Φιλοππάπου) όπου είχε εγκατασταθεί η μακεδονική φρουρά κατά την κατάληψη της Αθήνας από του Μακεδόνες (262 π.Χ.). Στο εσωτερικό του διατειχίσματος, το 294 π.Χ. είχε ανεγερθεί από τοn Δημήτριο τον Πολιορκητή το μακεδονικό φρούριο, με δύο πύργους.
[5] Οι σημαίες που χρησιμοποιήθηκαν τόσο στην προεπαναστατική Ελλάδα όσο και κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ποίκιλλαν ανάλογα με την περιοχή και τις οικογενειακές παραδόσεις των οπλαρχηγών. Τα χρώματα που αναφέρει ο Ένγκελς χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον Ρήγα Φεραίο ο οποίος σε φόντο με τρείς ρίγες (κόκκινη, λευκή και μαύρη) τοποθέτησε το ρόπαλο του Ηρακλή με τρεις σταυρούς επάνω σε αυτό. Στα ίδια χρώματα ήταν και η σημαία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Ιερού Λόχου. Το λευκό συμβόλιζε την αδελφότητα, το κόκκινο τον πατριωτισμό και το μαύρο τη θυσία. Επίσης ένας άγνωστος καπετάνιος σχεδίασε άσπρο σταυρό σε μαύρο πανί, συμβολίζοντας τη σκλαβιά (μαύρο), τον αγώνα (σταυρός) και την αναγέννηση  (λευκό).
[6] Συκιά ή Συκέα. Στη μετάφραση του 1936 το όνομα της άγνωστης περιοχής αποδίδεται  μόνο με το αρχικό γράμμα, «Σ.».  
[7]  Πιθανόν να αναφέρεται στη ακατοίκητη βραχονησίδα Άγιος Γεώργιος (ή Σαν Τζώρτζη) στην είσοδο του Σαρωνικού, η οποία είναι ιδιόκτητη και πολύ πρόσφατα εντάχθηκε στο δήμο Λαυρεωτικής  ενώ ιστορικά ανήκε στην Αργολίδα. Το νησάκι αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, το Στράβωνα και τον Σκύλακα ενώ σήμερα ανήκει σε Υδραίικη οικογένεια.   
[8] Στην αγγλική μετάφραση το άγνωστο λιμάνι αναφέρεται ως «Epina». Εδώ διατηρήθηκε η ονομασία από την ελληνική μετάφραση του 1936.
[9] Στο πρωτότυπο κείμενα αναφέρεται η πόλη Candia, δηλαδή το σημερινό Ηράκλειο. Έτσι ονόμασαν την πόλη οι ιδρυτές της, Σαρακηνοί πειρατές, το 824. Κάντια ονομάζεται, επίσης, ένα Αργολικό παραθαλάσσιο χωριό μεταξύ Ιρίων και Δρέπανου το οποίο χτίστηκε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από Κρήτες πρόσφυγες.

Πηγές
-Fr. Engels, A Pirate Tale
-Ριζοσπάστης, 20-26 Μαρτίου 1936, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου 
--