Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

12/8/08

Μικρό παιδί






Γιώργος Ζωγράφος
4 Αυγούστου 1936-12 ή 13 Αυγούστου 2005


Ο Ζωγράφος πέτυχε αυτό που πολλοί λένε ρητορικά: «γεννήθηκε, έζησε και πέθανε μόνος»! Και όταν μιλάμε για μοναξιά, στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να δώσουμε στην λέξη τη διάσταση που της πρέπει…, γράφει ο Νότης Μαυρουδής για να καταλήξει: Ως φαίνεται, ο Γιώργος Ζωγράφος υπήρξε ίσως ο πιο αμετανόητος τραγικός ερμηνευτής του ελληνικού τραγουδιού…

Κι ο Δημήτρης Ιατρόπουλος αναρωτιέται: Γιώργο Ζωγράφε, τι μένει να πουλήσουμε πια; Τι μένει να πουλήσουμε πια, Γιώργο μου;

Αφιερωμένο σε εκείνους που μεγάλωναν τη δεκαετία του ΄70. Στα παιδιά της Πλάκας, των Εσπερίδων, του Νέου Κύματος, του Πολυτεχνείου, της Μεταπολίτευσης, του…, της…, των… Τελικά ρε παιδιά, μπας και δεν υπήρξαμε ποτέ παιδιά;

11/8/08

Ο Λύκος: ένας μπελάς ακόμη...

Ένα παραμύθι των Αφρικανών και των Αφροαμερικανών

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ο Λαγός περπατούσε στο δρόμο μονολογώντας και χαζογελώντας. Ξαφνικά άκουσε έναν περίεργο θόρυβο και σταμάτησε. Πράγματι άκουγε ένα μουρμουρητό! Αν και το άκουγε πολύ κοντά του, δεν μπορούσε να καταλάβει από που προερχόταν. Δεν διέκρινε και καμιά κίνηση γύρω του, άλλωστε. Έκανε απόλυτη ησυχία για να αφουγκραστεί και ναι! άκουσε μια κραυγή από το πουθενά να λέει: «Θεούλη μου! Θεούλη μου! Δεν υπάρχει επιτέλους κάποιος να με βοηθήσει;» .
Ήταν σίγουρος πια ότι κάποιος φώναζε σε βοήθεια όταν η κραυγή, από το πουθενά, επαναλήφθηκε λέγοντας αυτή τη φορά: «Θεούλη μου! Θεούλη μου. Σε παρακαλώ, κάποιε, έλα να με βοηθήσεις».
Ο Λαγός τέντωσε τ΄ αυτιά του και απάντησε: «Ποιος είσαι, τελικά, και τι σου συμβαίνει;».
«Σε παρακαλώ, Κάποιε, τρέχα εδώ!».
Ο Λαγός αφού στάθηκε στα τρία πόδια, ώστε αν συμβεί κάτι να μπορέσει να τρέξει γρήγορα, του φώναξε: «Τι τρέχει με εσένα και που είσαι;»
«Σε παρακαλώ, Κάποιε, τρέχα εδώ να βοηθήσεις ένα φτωχό και άθλιο πλάσμα. Είμαι κάτω από αυτόν τον μεγάλο βράχο που βλέπεις μπροστά σου».

Ο Λαγός μάζεψε το φράκο του και σύρθηκε τότε να κοιτάξει κάτω από το βράχο. Και ποιον νομίζετε ότι είδε εκεί; Κανείς σ΄ ολόκληρο τον κόσμο, παρά μόνο ο Λαγός, και μόνο σε εκείνο το μέρος, δεν είχε αντικρίσει τέτοιο πράγμα. Εκεί, βρισκόταν χωμένος ο Λύκος και για καλή του τύχη, ο βράχος στεκόταν ίσα-ίσα από πάνω του. Κι αν θέλετε να μάθετε πώς ο βράχος δεν έλιωσε το Λύκο, θα πρέπει να ρωτήσετε κάποιον που να ξέρει περισσότερα πράγματα για το πώς και τι, γιατί φυσιολογικά έπρεπε να τον είχε λιώσει. Όμως, όχι μόνο δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο αλλά ο Λύκος ήταν εκεί ζωντανός και είχε και μια φωνή που μπορούσε να ξυπνήσει άνθρωπο χιλιόμετρα μακριά! Και ήταν τόσο μόνος που έκανε το Λαγό να τον λυπηθεί τόσο που χωρίς πολλές-πολλές σκέψεις αποφάσισε να τον βοηθήσει.

Χώθηκε, λοιπόν, κάτω από το βράχο για να δει τι μπορούσε να κάνει. Όταν έφθασε κοντά του, ο Λύκος τον ικέτευε να τον βοηθήσει να μετακινήσουν το βράχο κι εκείνος του είπε ότι θα το κάνει. Μετά απ΄ αυτό, ο Λύκος άρχισε να τον ευχαριστεί για το έλεος και φωνάζοντας δυνατά, του είπε να μη βιαστεί, μπας και πέσει ο βράχος και τον καταπλακώσει. Έτσι ο Λαγός σιγά-σιγά με τη βοήθεια ενός κούτσουρου κύλησε λίγο το βράχο και ο Λύκος πετάχτηκε έξω. Βγαίνοντας κοιτάχτηκε μήπως είχε πάθει κάτι και μόλις βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν εντάξει, άρπαξε το Λαγό από το σβέρκο! Εκείνος ο δύστυχος κλώτσαγε αλλά μάταια. Μα εκείνος τον κράταγε τόσο σφιχτά που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε∙ ίσα που ανάσανε.
«Αδελφέ Λύκε», του είπε, «μ΄ αυτόν τον τρόπο ανταμείβεις κάποιον που σου έσωσε τη ζωή;».
Ο Λύκος γελώντας απάντησε:
«Καλά, θα σε ευχαριστήσω Λαγέ, και μετά θα σε κάνω μια μπουκιά!».
«Αν ξαναπείς τέτοια πράγματα, Λύκε, στ΄ ορκίζομαι ότι δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, ξανά να σε βοηθήσω, όσο ζω».
Ο Λύκος γέλασε πιο δυνατά και που είπε: «Δεν θα χρειαστεί Λαγέ. Δεν θα χρειαστεί. Δεν θα χρειαστεί ποτέ να μου κάνεις άλλη χάρη μέχρι να πεθάνεις».
Εκείνος αφού το ξανασκέφτηκε του λέει: «Στα μέρη μου αυτό που κάνεις είναι αντίθετο με το νόμο που λέει ότι απαγορεύεται να σκοτώσεις εκείνον που σου έσωσε τη ζωή και νομίζω ότι αυτό ισχύει κι εδώ».

Ο Λύκος φάνηκε προβληματισμένος γιατί δεν ήταν σίγουρος αν ίσχυε ή όχι αυτός ο νόμος και ο Λαγός άδραξε την ευκαιρία να του προτείνει να συμβουλευθούν τη γριά σοφή νεροχελώνα η οποία θα δικάσει την περίπτωσή τους. Ο κατά τα άλλα νομοταγής Λύκος, δέχθηκε ευχαρίστως αυτή τη λύση. Έτσι ξεκίνησαν για το σπίτι της γριάς χελώνας. Όταν έφθασαν εκεί, ο Λύκος εξέθεσε τις απόψεις του και ο Λαγός τις δικές του. Η σοφή χελώνα έβαλε τα γυαλιά της, ξερόβηξε και τους είπε: «Kάτι με προβληματίζει στην περίπτωσή σας και έχω επιφυλάξεις. Για να πάρω θέση θα πρέπει να με πάτε ακριβώς εκεί που έγινε το περιστατικό ώστε να δω το σημείο που ήσουν Λύκε όταν σε βρήκε ο Λαγός».
Σύμφωνοι και οι δυο, συνόδευσαν τη γριά χελώνα μέχρι το μεγάλο βράχο που είχε πέσει πάνω στο Λύκο.

Η χελώνα έκανε μια βόλτα γύρω από το βράχο ώσπου βρέθηκε στο σημείο που ο Λαγός είχε βάλει το κούτσουρο για να τον ανασηκώσει. Εκεί ακριβώς γύρισε και τους είπε: «Κύριοι, ειλικρινά απεχθάνομαι τις αναπαραστάσεις, αλλά για να μάθω πώς ακριβώς παγιδεύτηκες Λύκε θα πρέπει να ξαναμπείς κάτω από το βράχο. Εμείς οι ηλικιωμένοι θέλουμε να ξέρουμε που ακριβώς είναι το πρόβλημα» είπε και συνέχισε φιλοσοφώντας, «και γηράσκω αεί διδασκόμενη».
Ο Λύκος πήρε θέση για να της δείξει σε ποιο σημείο ακριβώς βρισκόταν όταν τον βρήκε ο Λαγός, και άλλοι κύλησαν το βράχο πάνω του. Η χελώνα γύρισε γύρω - γύρω το βράχο εξετάζοντας την κατάσταση. Μετά έκατσε και άρχισε να χαράζει την άμμο, σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο. Ο Λύκος άρχισε τότε να διαμαρτύρεται: «Ω, Αδελφή Χελώνα. Αυτό κουνιέται και είναι πολύ βαρύ!».
Η χελώνα όμως συνέχισε να σχεδιάζει στην άμμο.
«Ω, Αδελφή Χελώνα. Αυτό κουνιέται και μου κόβει την ανάσα!», ξαναφώναξε ο Λύκος.
Η Χελώνα γυρνάει τότε στο Λαγό και του λέει κατηγορηματικά: «Το άδικο είναι δικό σου Λαγέ! Δεν είχες καμιά δουλειά να ενοχλήσεις το Λύκο, εφόσον εκείνος δεν σε πείραξε. Εκείνος έκανε τη δουλειά του κι εσύ όφειλες να κάνεις τη δική σου».
Ο Λαγός ντροπιάστηκε αλλά η Χελώνα εξακολούθησε να του απευθύνεται κατηγορώντας τον: «Όταν το πρωί πέρασες από αυτό το δρόμο, σίγουρα κάπου πήγαινες και να συνεχίσεις να πηγαίνεις. Ο Λύκος δεν πήγαινε πουθενά, και δεν θα πάει ούτε τώρα. Τον βρήκες κάτω από το βράχο, και κάτω από το βράχο πρέπει να τον αφήσεις».

Έτσι συνέχισαν τη ζωή τους, αυτοί καλά κι ο λύκος χειρότερα. Ευχηθείτε όμως, τα άλλα ζώα που θα διαβούν τον ίδιο δρόμο να προσπεράσουν τον "καημένο" το Λύκο. Γιατί αλλιώς… μαύρος Λύκος που τα έφαγε…

Ενδιαφέρουσα σημείωση
Ο Br΄er (αδελφός) Rabbit είναι ένας μπαγαπόντης χαρακτήρας λαϊκών παραμυθιών των Αφρικανών, Αφροαμερικανών και Αυτόχθονων Αμερικανών της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ. Τα παραμύθια αυτά βρήκαν μεγάλη απήχηση τα χρόνια της δουλείας στις ΗΠΑ και μεταφέρθηκαν από τον Τζόελ Τσάντλερ Χάρις στο Τραγούδι του Νότου. Ο Λαγός αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα των παραμυθιών, σε σχέση με τα άλλα ζώα, και βρίσκεται μόνιμα αντιμέτωπος με τους Br΄er Αλεπού, Br΄er Λύκο και Br΄er Αρκούδα, αλλά πάντα νικητής, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την ελπίδα των αφροαμερικανών για απελευθέρωση. Ο Br΄er Rabbit, χωρίς απόστροφο στο προσωνύμιό του (Brer) υπήρξε για πολλά χρόνια ένας πολυαγαπημένος χαρακτήρας του Disney. Θεωρείται μάλιστα ως εξάδελφος του γνωστού μας Roger Rabbit και η απόσυρσή του, παρά την τεράστια επιτυχία του, συσχετίστηκε και με το ρατσισμό επειδή είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση στους Αφροαμερικανούς.

Απόδοση Α.Μ.
Χαρισμένο στον Βάκχο

9/8/08

Μαρίνος Φαλιέρος

Ερωτόκριτος και Αρετούσα, Θεόφιλος Γ. Χατζημιχαήλ,1933
"Διά σχοιναίου σκάλα αναβιβαζόμενος ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Aρετούσαν"


ΕΡΩΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

[…] Κι εγώ ο φτωχός εστέναξα κι εδάκρυσεν το φως μου
ακόντα τέτοιο ρώτημα παράξενον ομπρός μου-
φιλώντα τα ματάκια της και τα 'μνοστά της χείλη
επέφτασιν τα δάκρυα μου στ' ωριόν της το τραχήλι.

Γλυκιά, με παραπόνεση, πολλά της απεκρίθη:
Τι έν' το παράξενον αυτό στο νου σου οπογεννήθη,
ω σπλαχνικό μου σκάνδαλο, γλυκό και πειρασμέ μου,
ίντα δηγάσαι, τι έν' το λες στες αναγάλλιασές μου;

Ρωτάς με αν έν' και σ' αγαπώ με δίχως δολοσύνη;
Άλλην ουκ έχω παρά σεν. Τις να το ξεδιαλύνη
και τέτοιον πράγμα με λαλείς; Άδικον μέγαν έχεις
και θες να δείχνης άγνωρη σ' εκείνο το κατέχεις.

Τόσος καιρός δεν σ' έσωσεν ουδέ τα τόσα πάθη,
ο νους σου την αγάπη μου ακόμη να τη μάθη;
Δε με θωρείς, δεν τ' άκουσες με την εμπιστοσύνη
το πώς τον πόθο σου βαστώ μ' όλην την δικιοσύνη;

Αλίμονον, Αθούσα μου, σφάζεις με να σ' ακούγω
και από την κάψα βλέπεις με εμέν κι εσέ να λούγω. [...]


Απόσπασμα από τα Ερωτικά όνειρα του Μαρίνου Φαλιέρου, κριτική έκδοση-εισ.-σχόλ.-λεξ.: Arnold Van Gemert, Βυζαντινή & Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 1980.

Το
λάβαμε από το e-poema και το χαρίζουμε σε όλους τους φίλους Ιστολόγους από την Κρήτη

8/8/08

Μπόχουν Ούπας


G.H. Giger, Toteninsel, 1977, ακρυλικό σε ξύλο



ΤΟ ΤΕΡΑΣ
Ένα πολύ άγριο κι επιθετικό δέντρο είναι το Μπόχουν Ούπας, που βγαίνει σ’ ένα μυστήριο νησί έξω από την Κίνα. Έχει τη φυλλωσιά του σαν φωλιά πουλιού, χωρίς πουλί, και μυρίζει τόσο άσχημα, που δεν μένει τίποτα ζωντανό ένα γύρο. Κι όποιος πάει και κοιμηθεί στην σκιά του δεν ξυπνάει ποτέ.


Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
Το συγκεκριμένο έργο του Giger αποτελεί μια παραλλαγή του πίνακα με θέμα Το νησί των νεκρών -The Island of Dead, στη γερμανική Die Toteninsel- του Ελβετού ζωγράφου Arnold Böcklin (1827-1901). O Böcklin υπήρξε φίλος του Λουδοβίκου Φόυερμπαχ και επηρέασε πολλούς σουρεαλιστές ζωγράφους όπως τους Ερνστ, Νταλί και ντε Κίρικο. Το εν λόγω έργο, που είναι και το πιο γνωστό από το σύνολο της δουλειάς του, το εμπνεύσθηκε από το Αγγλικό Νεκροταφείο της Φλωρεντίας όπου είχε ταφεί η κορούλα του.



Το νησί των νεκρών ενέπνευσε πολλούς ζωγράφους, όπως και τον Giger, οι οποίοι δημιούργησαν διάφορες παραλλαγές. Επίσης το έργο έδωσε και συνθετικές αφορμές με γνωστότερη την Επιστροφή του Ραχμάνινοφ.




Ο παραπάνω πίνακας ανήκει επίσης στον Giger αποτελώντας μια ακόμη πιο μοντέρνα παραλλαγή του αρχικού. Άλλωστε και ο ίδιος ο Böcklin εργάστηκε στον αρχικό πίνακα δημιουργώντας 5 συνολικά έργα που διαφοροποιούνται κυρίως στον βαρκάρη ο οποίος φαίνεται να πλησιάζει όλο και περισσότερο στο νησί. Σήμερα ο πρώτος από τους πίνακες με αυτόν το τίτλο (1880) φυλάσσεται στο Μουσείο Kunstmuseum στη Βασιλεία ενώ ένας δεύτερος στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη.


Αφιέρωμα στην Κίνα, ως χώρα του μήνα, με ένα Τέρας-Κινέζο από την Εγκυκλοπαίδεια των Τεράτων και πίνακες του H.R. Giger. Ο συνδυασμός βασίστηκε σε μια ιδέα του Samael.

7/8/08

Όλιβερ Χάρντι (Μέρος 3ο-τελευταίο)

Το Χόλιγουντ, μεταπολεμικά, ανθούσε και ο Χάρντι δέχεται την πρόταση του φίλου του Τζον Γουέιν να παίξει έναν ειδικό ρόλο στο φιλμ «The Fighting Kentuckian». Οι δύο ηθοποιοί είχαν γνωριστεί, όπως και με τον Τζον Φορντ, στο πλαίσιο φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων. Στην αρχή ο Χάρντι δεν ήθελε να παίξει δεδομένου ότι το ταίρι του, Λόρελ, είχε ξεκινήσει θεραπεία για σακχαρώδη διαβήτη. Ωστόσο πείσθηκε από τον συνεργάτη του Φρανκ Κάπρα ο οποίος αργότερα τον προσκάλεσε και για την ταινία «Riding High» με πρωταγωνιστή τον Μπιγκ Κρόσμπυ (1950).

Φαίνεται όμως ότι το τέλος του αξεπέραστου κινηματογραφικού διδύμου ήταν πια κοντά. Οι εποχές είχαν αλλάξει και οι ίδιοι είχαν αρχίσει να εξαντλούνται αλλά και να αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα. Ο Χάρντι ήταν ήδη 58 ετών. Έτσι τις αμέσως δύο επόμενες χρονιές (1951-1925) «Ο Χοντρός και ο Λιγνός» παρουσιάζουν την τελευταία τους ταινία. Πρόκειται για το φιλμ «Atoll K» που έγινε ευρύτερα γνωστό με τον τίτλο «Ουτοπία». Το έργο βασίστηκε σε μια απλή ιδέα. Ο Λόρελ κληρονομεί ένα νησί και σε μια καταιγίδα παρασέρνονται με αποτέλεσμα να ανακαλύψουν ένα άλλο άγνωστο νησί πλούσιο όμως σε Ουράνιο. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν πλούσιοι και ισχυροί. Το έργο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία επειδή αφενός και οι δύο αρρώστησαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και αφετέρου οι Ευρωπαίοι παραγωγοί –Γάλλοι και Ισπανοί- δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις. Ούτε καν στις γλωσσικές.



Μετά από τρία χρόνια ο Χάρντι, ο Λόρελ και ο Χαλ Ρόουτς τζούνιορ, υπέγραψαν συμβόλαιο με το τηλεοπτικό κανάλι NBC για το γύρισμα μιας σειράς βασισμένης στο Παραμύθι της Μαμάς Χήνας. Ωστόσο ούτε αυτό έγινε δυνατόν να ολοκληρωθεί. Ο Λόρελ υπέστη εγκεφαλικό και ο Χάρντι καρδιακό επεισόδιο. Μάλιστα ο Χάρντι προσβλήθηκε και την επόμενη χρονιά από ένα νέο επεισόδιο αυτή τη φορά διπλό –εγκεφαλικό και καρδιακό- το οποίο του άφησε ανεπανόρθωτες βλάβες. Τότε (1956) άρχισε να ενδιαφέρεται για την υγεία του αλλά ήταν μάλλον αργά. Οι ιστορίες που αναφέρουν ότι ο Όλιβερ Χάρντι πέθανε από το πάχος όχι μόνο δεν ευσταθούν αλλά κρύβουν και την ακριβώς αντίθετη αλήθεια. Πράγματι, σε μια ύστατη προσπάθεια να παρατείνει τη ζωή του χωρίς προβλήματα ξεκίνησε δίαιτα χάνοντας σχεδόν 70 κιλά σε λίγους μήνες. Η απώλεια αυτή μπορεί να άλλαξε τελείως την εμφάνισή του είχε όμως ως αποτέλεσμα να διαταραχθεί η υγεία του περαιτέρω. Έτσι στις 12 ή 14 Σεπτεμβρίου 1956 υπέστη ένα νέο εγκεφαλικό που του αφαίρεσε την ικανότητα ομιλίας και κίνησης. Η αγαπημένη του Λούσιλ τον φρόντιζε αλλά δυστυχώς πλήγηκε από δύο νέα επεισόδια, σχεδόν την ίδια στιγμή, στις αρχές Αυγούστου 1957 από τα οποία δεν ανένηψε.

Ο Όλιβερ Χάρντι πέθανε, ενώ ήταν σε κώμα, στις 7 Αυγούστου 1957 και τάφηκε στον Μασονικό τομέα του νεκροταφείου βόρεια του Χόλιγουντ, όπου και το μνήμα του μέχρι σήμερα. Φεύγοντας σκόρπισε τον Σταν Λόρελ τόση θλίψη ώστε, όπως αναφέρεται, εκείνος δεν συνήλθε μέχρι το θάνατό του (1965).


Οι εκατοντάδες ταινίες του μεγάλου κωμικού, που γύρισε τόσο μόνος του όσο και με το ισόβιο κινηματογραφικό ταίρι του, έκαναν και κάνουν ακόμη εκατομμύρια ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής και τάξης να γελούν μέχρι δακρύων. Βλέπετε ήταν προικισμένος με το εξωτερικό προνόμιο «να μην ξέρει πολλά αλλά να γνωρίζει λίγα για πολλά πράγματα»._


Βιβλιογραφία
Oliver Hardy
Oliver Hardy:Mini Biography
Dave Harris: A tribute to Oliver Hardy
Don Morgan: Oliver Norvell Hardy
Notes by Battle of Antietam
United Service Organizations
Charley Chase
Larry Semon
John Wayne
The Villain
Our Gang
The Music Box
The Rogue Song
Zenobia

6/8/08

Όλιβερ Χάρντι (Μέρος 2ο)

Ο γάμος του με την Μιρτλ τελικά έλαβε τέλος το 1936. Την εποχή εκείνη σε αναμονή διευθέτησης κάποιων συμβολαίων μεταξύ του Λόρελ και της εταιρείας του Χαλ Ρόουτς, ο Χάρντι δημιουργεί με τον Χάρι Λάνγκτον την ταινία «Ζηνοβία» (1939). Πρόκειται για μια κωμωδία που έγινε γνωστή και με τους τίτλους «Οι ελέφαντες ποτέ δεν ξεχνούν» ή «Είναι πάλι άνοιξη» και η μουσική της έχει γραφτεί από τον ίδιο συνθέτη που έγραψε το πασίγνωστο «Τραγούδι του Κούκου» που ακούγεται στις ταινίες των Λόρελ και Χάρντι, τον Μάρβιν Χέιτλι. Τελικά οι αχώριστοι πια ηθοποιοί αποφασίζουν και παίρνουν δάνειο για την ταινία «The Flying Deuces» ενώ ο Χάρντι γνωρίζεται με την Βιρτζίνια Λούσιλ Τζόουνς ένα κορίτσι που δούλευε ως φροντιστής στο συνεργείο τους, την ερωτεύεται και την επόμενη χρονιά παντρεύονται για να ζήσουν ευτυχισμένα μέχρι το τέλος της ζωής του.



Ο πόλεμος έχει ξεσπάσει ήδη στην Ευρώπη και οι δυο συνεργάτες υποστηρίζουν τον United Service Organizations, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό, ο ρόλος του οποίου μέχρι σήμερα είναι η παροχή ηθικής-κοινωνικής πρόνοιας και αναψυχής στον αμερικανικό στρατό. Επίσης παράγουν τις ταινίες «A Chump at Oxford» και «Saps and Sea». Στην πρώτη μάλιστα από αυτές παραδόξως -πλην τεχνηέντως- οι ρόλοι «ισχυρού και αδύναμου» μεταξύ του κινηματογραφικού ζευγαριού αναστρέφονται!




Το 1941 ο Χάρντι πάντα με το Λόρελ διακόπτουν τη συνεργασία τους με την εταιρεία Ρόουτς συνεχίζοντας με την «Τουέντιθ Σέντσουρι Φοξ» και αργότερα με την «Μέτρο Γκόλντουιν Μάγιερ». Παρόλο που τα οικονομικά τους ήταν καλύτερα οι νέες εταιρείες έφεραν πτώση της ποιότητας των ταινιών κυρίως επειδή δεν μπορούσαν να είχαν οι ίδιοι τον απόλυτο έλεγχο.

Έξι χρόνια (1947) αργότερα περιόδευσαν στη Μεγάλη Βρετανία όπου η υποδοχή που τους επιφυλάχθηκε ήταν πολλή θερμή και μαζική ενώ οι βασιλείς τους τίμησαν ιδιαίτερα. Έτσι επισκέφθηκαν και άλλες χώρες όπως το Βέλγιο, τη Γαλλία, και τις Σκανδιναβικές. Ο βιογράφος του Χάρντι, Τζον Μακ Κέιμπ, αναφέρει ότι το κωμικό ντουέτο εξακολουθούσε να εμφανίζεται μέχρι το 1954 στη Μεγάλη Βρετανία.



Συνεχίζεται

5/8/08

Όλιβερ Χάρντι (Μέρος 1ο)

Ο Όλιβερ Χάρντι υπήρξε το «μωρό» του διάσημου κωμικού ζευγαριού «Ο Χοντρός και ο Λιγνός». Ο γνωστός σ΄ ολόκληρο τον πλανήτη «Χοντρός» ενσαρκώνοντας τον αυταρχικό τύπο του διδύμου δημιούργησε με τον γκαφατζή και μόλις και μετά βίας ανεκτό Σταν Λόρελ, ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν διασκεδάζοντας με τις σπαρταριστές σκηνές συμβίωσης δύο αντίθετων, πλην αχώριστων χαρακτήρων. Ο Χάρντι πέθανε στις 7 Αυγούστου 1957 και οι «Γεφυρισμοί» πιστοί στο ραντεβού τους με τα πρόσωπα ετοίμασαν ένα αφιέρωμα στο μεγάλο ηθοποιό, που θα αναρτηθεί σε τρία μέρη. Το δύσκολο αυτή την φορά δεν ήταν να βρεθούν στοιχεία. Το δύσκολο ήταν να γραφούν όλα αυτά βλέποντας ταυτόχρονα και τα βίντεο! Πράγμα το οποίο καλύτερα να αποφύγετε κι εσείς κατά τις ώρες κοινής ησυχίας. Το χαρίζω στον μικρούλη Στέλιο που κοντεύει να με πείσει πώς όλα είναι δυνατά ακόμη.

Ο Χάρντι παιδί Αγγλο-Σκώτων γονέων γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1892. Ο πατέρας του, επίσης Όλιβερ, ήταν βετεράνος του Αντιέταν, όπου έλαβε χώρα μια από τις πιο αιματηρές μάχες στην ιστορία, το διάστημα 25-27 Αυγούστου 1862 κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου, αναδεικνύοντας μεν τον Λίνκολν νικητή, αφήνοντας πίσω όμως 50.000 νεκρούς. Επιστρέφοντας και αφού συνήλθε από τον τραυματισμό του προσλήφθηκε ως υπεύθυνος στρατολόγησης στον Λόχο «Κ» του 16ου Συντάγματος της Τζόρτζια. Ταυτόχρονα βοηθούσε τον δικό του πατέρα και παππού του μεγάλου ηθοποιού, στην οικογενειακή επιχείρηση που διατηρούσαν με αντικείμενο δραστηριότητας την καλλιέργεια και πώληση βαμβακιού κατέχοντας και σχετικό μερίδιο. Είχε επίσης εκλεγεί και φοροεισπράκτορας στην πολιτεία της Κολούμπια. Η μητέρα του, Έμιλι Νόρβελ, κόρη του Τόμας Μπέντζαμιν Νόρβελ, ήταν απόγονος του Κάπτεν Χιού Νόρβελ του Γουίλιαμσμπρουγκ της Βιρτζίνια. Η οικογένειά της ήταν εγκατεστημένη εκεί από το 1635. Ο Όλιβερ ο πρεσβύτερος έχοντας ήδη δύο γάμους στο ενεργητικό του και η χήρα Έμιλι παντρεύτηκαν στις 12 Μαρτίου 1890 και ένα χρόνο μετά μετακόμισαν στο Χάρλεμ της Τζόρτζια όπου η Έμιλι είχε από κληρονομιά ένα σπίτι. Εκεί οι περισσότεροι βιογράφοι συμφωνούν πως γεννήθηκε ο Όλιβερ Νόρβερ Χάρντι ενώ άλλοι θεωρούν ως τόπο γέννησής του το πατρικό σπίτι της μητέρας του στο Κόβινγκτον. Μόλις λίγους αργότερα ο πατέρας του πεθαίνει και η Έμιλι προκειμένου να συντηρήσει τον μικρό και τον εαυτό της ξεκινάει να δραστηριοποιείται ως ξενοδόχος, ενοικιάζοντας δωμάτια.

Σαν παιδί ο Όλιβερ υπήρξε δύσκολος χαρακτήρας χωρίς κανένα ενδιαφέρον για το σχολείο. Αντίθετα όμως από τη γενικότερη αδιαφορία του για μάθηση, σχετικά νωρίς, τον προσέλκυσε η μουσική και το θέατρο. Πιθανόν η κλήση του αυτή να ενισχύθηκε από τα καλλιτεχνικά συγκροτήματα που έμεναν κατά καιρούς στην πανσιόν της μητέρας του. Η Έμιλι αναγνωρίζοντας το ταλέντο του γιου της στο τραγούδι αποφάσισε να τον στείλει για σχετικές σπουδές στο δάσκαλο Άντολφ Πάτερσον. Ο Όλιβερ, αρνητικός στη διδασκαλία χαρακτήρας, δεν άργησε να εγκαταλείψει τη σχολή για να ασχοληθεί απευθείας επαγγελματικά με το τραγούδι στο καινούριο θέατρο «Αλκαζάρ», λαμβάνοντας ως μισθό 3,5 δολάρια την εβδομάδα. Εν τω μεταξύ είχε εγγραφεί και σε μια στρατιωτική σχολή, την οποία επίσης παράτησε για να ασχοληθεί με ό,τι αγαπούσε: το θέατρο και τη μουσική. Έτσι το 1910 τον βρίσκουμε διαχειριστή, ταμία, φύλακα και τεχνικό προβολής σε έναν κινηματογράφο στο Μίλιντζβιλ. Τότε ήταν που το καρφώθηκε στο μυαλό ότι ο ίδιος μπορούσε να κάνει καλύτερη δουλειά από εκείνην που έκαναν οι ηθοποιοί μέχρι τότε. Ένας φίλος του ακριβώς στη φάση που η ιδέα του κινηματογράφου είχε καρφωθεί στο μυαλό, του πρότεινε να μετακινηθούν προς το Τζάκσονβιλ πόλη στην οποία είχε ήδη αρχίσει να ανθεί η παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών. Πράγμα που έκανε το 1913. Στην πόλη αυτή εργάστηκε σαν τραγουδιστής σε νυκτερινά κέντρα και την ημέρα στο Στούντιο Λούμπιν. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε την πρώτη γυναίκα του, την πιανίστρια Μαντλίν Σαλόσιν.


Η πρώτη δική του ταινία παρουσιάζεται το 1914 με τίτλο «Outwitting Dad» από το στούντιο Λούμπιν. Τότε προβλήθηκε μόνο με το επώνυμο του πατέρα του, δηλαδή ως Χάρντι. Στην προσωπική του ζωή είχε το προσωνύμιο «Μπέιμπ» Χάρντι που του είχε δώσει ένας Ιταλός μπαρμπέρης ο οποίος βάζοντάς του πούδρα μετά το ξύρισμα, ευχαριστιόταν τόσο από τα μάγουλα του Όλιβερ ώστε συνήθιζε να αναφωνεί: «nice-a-Bab-y»! Το αποτέλεσμα ήταν σε πολλές παραγωγές της Λούμπιν, αργότερα, να πλασαριστεί ως «Babe Hardy». Βέβαια το «μωρό» ήταν ένας μεγαλόσωμος άνδρας με ύψος 1,85 και βάρος 136 κιλά! Οι διαστάσεις αυτές ασφαλώς ήταν περιοριστικές για τους ρόλους που μπορούσε να παίξει με αποτέλεσμα συχνά να είναι ο «βαρύς κι ασήκωτος κακούργος» των σεναρίων. Συχνά όμως έπαιζε και σε κωμωδίες μικρού μήκους λόγω του υπερφυσικού μεγέθους του που έβγαζε γέλιο. Ο Χάρντι μέχρι το 1915 είχε γυρίσει περίπου 50 ταινίες μικρού μήκους με την εταιρεία Λούμπιν. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη δημιουργώντας ταινίες για τις εταιρείες Πατέ και Καζίνο & Έντισον Στούντιος, για μικρό χρονικό διάστημα. Επιστρέφοντας στο Τζάκσονβιλ συνεργάζεται με τις εταιρείες Βιμ και Κινγκ Μπι. Σε αυτήν την τελευταία το 1917 είχε την τύχη να συνεργαστεί με τον Τσάρλι Τσάπλιν. Στην ταινία του Τζίλστρομ με τίτλο «The Villain» (ο κακούργος), το ρόλο του Billy West ενσάρκωνε ο Τσάπλιν και το ρόλο του Χοντρού Arbuckle ο Χάρντι. Στο ίδιο στούντιο γνωρίστηκε και συνεργάστηκε και με την Έθελ Μπάρτον Πάλμερ μεγάλη ηθοποιό της κωμωδίας. Ο Χάρντι εξακολουθούσε να παίζει τον «σκληρό» της Δύσης μέχρι το 1920 όταν στο ρόλο του Billy West εμφανιζόταν ο Έρικ Κάμπελ.

Την ίδια χρονιά, 1917, ο Χάρντι μετακόμισε στο Λος Άντζελες συνεργαζόμενος, ως ελεύθερος συμβολαίου, ηθοποιός με διάφορα στούντιος του Χόλιγουντ. Τότε εμφανίσθηκε στην ταινία «Lucky Dog» (Το τυχερό σκυλί) παραγωγής GM Άντερσον στην οποία πρωταγωνιστούσε ένας νεαρός Βρετανός κωμικός, ο Σταν Λόρελ. Ο Όλιβερ έπαιξε το ρόλο εκείνου που διέπραξε ένοπλη ληστεία κατά του Λόρελ. Αυτή ήταν και η πρώτη συνάντηση των δύο ηθοποιών που έμελλε να γράψουν κοινή ιστορία τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο η συνεργασία τους δεν συνεχίστηκε παρά μετά από αρκετά χρόνια.
Μέχρι το 1923 ο Όλιβερ Χάρντι δημιουργεί περισσότερες από σαράντα ταινίες συνεργαζόμενος με το στούντιο Βίτογκραφ παίζοντας το ρόλο του «βαρύ» για τον Λάρι Σέμον. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Λάρι Σέμον υπήρξε μεγάλος ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου που πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες σε νεαρή ηλικία. Μεταξύ άλλων μετέφερε στον βωβό κινηματογράφο και το έργο του Φράνκ Μπάουμ «Ο θαυμάσιος μάγος του Οζ» με τον Όλιβερ στο καστ. Το 1919 ο Χάρντι χωρίζει μετά από μια ερωτική περιπέτεια που είχε και στις 24 Νοεμβρίου 1921 παντρεύεται με την ηθοποιό Μιρτλ Ριβς με την οποία δεν μπόρεσε να ευτυχήσει επειδή σύντομα η νέα σύζυγός του έγινε αλκοολική.

Το 1924 πρωταγωνιστεί σε μια σειρά κωμικών ταινιών μικρού μήκους με τίτλο «Our Gang» (Η συμμορία μας) με σκηνοθέτη Τσάρλι Τσέιζ και παραγωγό τον Χαλ Ρόουτς. Ήταν μια σειρά για παιδιά με ήρωες δύο «πιτσιρικάδες» γείτονες που έμπλεκαν σε απίστευτες περιπέτειες. Την επόμενη χρονιά, 1925, στην ταινία «Yes, Yes, Nanette!» συνεργάζεται με τον ηθοποιό Τζέιμς Φινλέισον ο οποίος αργότερα ήταν ένας σχεδόν μόνιμος χαρακτήρας στις ταινίες του διδύμου Λόρελ και Χάρντι. Σημαντικό για την μετέπειτα πορεία τους υπήρξε επίσης ότι την ταινία αυτή σκηνοθέτησε ο Σταν Λόρελ. Παράλληλα ο Χάρντι την ίδια εποχή εξακολουθούσε να κατέχει τους ρόλους του στις σειρές «Clyde Cooke» και «Bobby Ray». Το 1926 ήταν το έτος που σημάδεψε την δια βίου συνεργασία των δύο ηθοποιών. Ο Χάρντι θα εμφανιζόταν στο φιλμ «Get ΄Em Young» αλλά μια ξαφνική περιπέτεια με την υγεία του τον ανάγκασε να νοσηλευθεί με αποτέλεσμα ο Λόρελ που ήδη είχε συνεργαστεί με το στούντιο Ρόουτς προσλήφθηκε αυτή τη φορά όχι για να δουλέψει πίσω από την κάμερα αλλά μπροστά, αναπληρώνοντας τον Χάρντι. Αν και τη θέση αυτή ο Λόρελ δεν τη συμπαθούσε -προτιμούσε τη σκηνοθεσία- εμφανίσθηκε και σε μια άλλη ταινία με τίτλο «45 Minutes From Hollywood». Αυτό το περιστατικό τους έφερε πολύ σύντομα, 1927, να συμπρωταγωνιστούν στην οθόνη στις σειρές «Slipping Wives», «Duck Soup» και «With Love and Hisses». Σημειώνεται ότι η δεύτερη σειρά δεν έχει καμία σχέση με την ομότιτλη των αδελφών Μαρξ. Η εταιρεία Ρόουτς έχοντας διαπιστώσει ότι το δίδυμο Λόρελ και Χάρντι προσελκύει ιδιαίτερα το κοινό ξεκίνησαν τις παραγωγές με τους δύο ηθοποιούς και σκηνοθέτη των Λεό Μακ Κάρεϊ, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό το πιο διάσημο κινηματογραφικό ζευγάρι όλων των εποχών. Η αρχή έγινε με το φιλμ «Putting Pants on Philip» και ακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός ταινιών μικρού μήκους με σπαρταριστές περιπέτειες.


Σε τρία χρόνια η επιτυχία ήταν τόση ώστε οι αγαπημένοι χαρακτήρες εμφανίζονται σε ταινία με τεχνική χρώματος (Technicolor) έχοντας πια και μιούζικαλ στο ενεργητικό τους: «The Rogue Song» (1930). Το 1931 παρουσιάζουν την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους, εξακολουθώντας όμως και την παραγωγή μικρού μήκους ώστε το 1932 κερδίζουν τον Όσκαρ για μια τέτοια με τίτλο «Music Box».







Ε
δώ το αχτύπητο δίδυμο ταλαιπωρεί έναν καθηγητή και χαλάνε τον κόσμο στην προσπάθειά τους να ανεβάσουν ένα πιάνο από μία σκάλα. Αλίμονο όμως ο Μύθος του Σίσυφου επαληθεύεται και ο νόμος της βαρύτητας δεν έχει κανένα παραθυράκι!

Συνεχίζεται

4/8/08

Η ζωή είναι κύκλος

Βασίλι Καντίνσκι, Diversi cerchi (Einige Kreise), 1926



Αφιερωμένο στην Α.


Εκείνη γύρισε.
Δεν την είδε ποτέ.
Έλειπε.
Δεν ήταν εκεί
να δει το παρελθόν
Με τα μάτια του.

Το έχει αφήσει πίσω;
Ή το έχει κλειδώσει
στου μυαλού του την αποθήκη;

Γύρισε.
Την είδαν οι άλλοι.
Όμορφη όπως παλιά.
Μέσα της όμορφη.
Αληθινή.

Είπε και πάλι όχι.
Δεν την είδε ποτέ.
Δεν το κυνήγησε ποτέ.
Τρόμαξε.
Ξανά τρόμαξε.

Η ζωή είναι κύκλος.
Είναι.
Και όλοι αναζητούν μια γωνιά να ξαποστάσουν.
Η ζωή είναι κύκλος.

Κώστας

2/8/08

Το Χρυσό Πουλάρι και το Πουκάμισο του Δράκου της Φωτιάς

Ilija Bašičević – Bosilj, My Portrait From Ilijada,1966
© Ilija Bašičević - Bosilj website, 2005



Ένα κινέζικο παραμύθι, αφιερωμένο
στον Ράντοβαν Κάραζιτς και στους «Σέρβους» του 2008



Απόδοση από την
αγγλική μετάφραση
του D. L. Ashliman : Α.Μ.



ΣΤΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ζούσε ένας γαιοκτήμονας που λάτρευε τα χρήματα σαν τη ζωή του. Στα μάτια του ακόμη και το μικρότερο κέρμα φάνταζε μεγάλο σαν μια μυλόπετρα. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα βρει τρόπο να κερδίσει κι άλλα χρήματα κι έτσι οι αγρότες τον αποκαλούσαν «Ο Τσιγκούνης».
Μια χρονιά με παρατεταμένη ξηρασία στην περιοχή οι καλλιέργειες καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι αγρότες που ζούσαν με τη σοδειά της χρονιάς και δεν είχαν ποτέ καταφέρει να αποκτήσουν ένα μικρό απόθεμα, είχαν φτάσει στο σημείο να τρώνε ρίζες και φλοιούς για να επιβιώσουν. Αλλά κι αυτά κάποτε τέλειωσαν. Ο λιμός που τους βρήκε τους έκανε να ζητήσουν από τον Τσιγκούνη δάνειο. Οι αποθήκες του άλλωστε ήταν ξέχειλες μέχρι πάνω από στάρι. Εκείνος όμως παρ΄ όλο που οι σπόροι είχαν βγάλει φύτρα και το αλεύρι είχε κατακλυσθεί από σκουλήκια ήταν τόσο μίζερος που δεν τους έδωσε ούτε έναν κόκκο.

ΤΟΤΕ ΕΚΕΙΝΟΙ ΕΦΥΓΑΝ ΜΑΚΡΙΑ με την οργή και την αγανάκτηση να τους πλημμυρίζουν και άρχισαν να σκέφτονται έναν τρόπο να τον τιμωρήσουν. Σκέφτηκαν και ξανασκέφτηκαν και κατέστρωσαν ένα εκπληκτικό σχέδιο. Όλοι μαζί συγκέντρωσαν μερικές τριχούλες από ασήμι και φρόντισαν να εξασφαλίσουν κι ένα καχεκτικό πουλάρι. Παραγέμισαν τον πισινό του αλόγου με τις ασημί τριχούλες και τον τάπωσαν με βαμβάκι. Μετά επέλεξαν έναν αγρότη που το όνομά του ήταν Μεγαλόστομος επειδή είχε το εξαιρετικό χάρισμα να μπορεί να συνομιλεί με τους πεθαμένους πάνω από τους τάφους τους και τον έστειλαν μαζί με το άλογο στον Τσιγκούνη. Βλέποντάς τον εκείνος να πλησιάζει εξοργίσθηκε. Του σηκώθηκε η τρίχα και άρχισε να ξεφωνίζει «Αναθεματισμένε, ηλίθιε! Αρκετά βρώμισες την αυλή μου. Φύγε αμέσως από μπροστά μου».
«Σε παρακαλώ Κύριε, μη φωνάζεις», είπε ο Μεγαλόστομος χαμογελώντας πονηρά. «Αν έφριξες με το άλογό μου και αφηνιάσει, θα πρέπει να πουλήσεις ό,τι μπορεί να καλύψει τη ζημιά!».
«Φύγε Μεγαλόστομε, ως συνήθως ψευτοπαλικαρά», είπε ο Τσιγκούνης, «Τι μπορεί να αξίζει αυτό το κατσιασμένο άλογό σου;».
«Ω! Δεν αξίζει τίποτε, πράγματι», του αντιγύρισε ο Μεγαλόστομος, «εκτός απ΄ ότι από τα σπλάχνα του βγάζει ασήμι και χρυσό».
Ως δια μαγείας, η οργή του Τσιγκούνη εξανεμίστηκε και βιαστικά ρώτησε: «Και πώς απέκτησες το ζώο αυτό;».
«Είδα στην ύπνο μου την περασμένη νύχτα», άρχισε να διηγείται ο Μεγαλόστομος, «πως συνάντησα έναν γέροντα με λευκή γενειάδα. Και μου είπε: Μεγαλόστομε, το αλογάκι που χρησιμοποιεί για την μεταφορά ασημιού και χρυσού ο θεός του Πλούτου, ξέπεσε και το έστειλε στη Γη. Τράβα βορειοανατολικά και πάρτο. Όταν πιέζεις τα σπλάχνα του εκείνο βγάζει από πίσω χρυσό και ασήμι. Αν καταφέρεις να το πιάσεις θα σε κάνει πλούσιο. Την ίδια στιγμή ο γέρος μου έδωσε μια σπρωξιά και ξύπνησα. Εγώ δεν έδωσα σημασία. Νόμιζα πως όλα ήταν ένα όνειρο. Γύρισα λοιπόν να ξανακοιμηθώ. Μόλις όμως έκλεισα τα μάτια μου ο άντρας εμφανίσθηκε πάλι λέγοντάς μου, αυτή τη φορά: Μην καθυστερείς! Θα σου το πάρει άλλος το άλογο και μου έδωσε ακόμη μια σπρωξιά, ώστε πάλι ξύπνησα. Ντύθηκα κι έτρεξα εκεί που μου είχε πει τον πρώτη φορά. Στο σημείο αυτό είδα μια πύρινη μπάλα. Πλησιάζοντας διαπίστωσα ότι εκεί βοσκούσε το αλογάκι. Το πήρα και το πήγα στο σπίτι μου. Την επόμενη μέρα άναψα θυμιάματα και το πουλάρι άρχισε να βγάζει από πίσω του ασήμι!».
«Αλήθεια το λες;» ρώτησε ενθουσιασμένος ο Τσιγκούνης.
«Υπάρχει μια παλιά παροιμία που λέει: Αν ειν' παπάς και λειτουργά η αυγή θα μας το δείξει[1]. Αν δεν με πιστεύεις άσε με να σου κάνω μια επίδειξη», απάντησε ο Μεγαλόστομος και του είπε να ανάψει τα θυμιατά. Εν τω μεταξύ εκείνος είχε βάλει ένα πιάτο στα οπίσθια του αλόγου και τραβώντας κρυφά το βαμβάκι, άρχισαν να βγαίνουν οι ασημένιες τριχούλες καταλήγοντας στο πιάτο. Βλέποντας την … παραγωγή του αλόγου ο Τσιγκούνης ρώτησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: «Πόσα βγάζει την ημέρα;»
«Εκατόν είκοσι με εκατόν εξήντα γραμμάρια [2] για εμάς τους λιγότερο τυχερούς», απάντησε ο Μεγαλόστομος «αλλά ο γέροντας του ονείρου μού είπε ότι αν συναντηθεί με έναν πραγματικά τυχερό άνθρωπο μπορεί να βγάλει ενάμισι κιλό και παραπάνω»
Ο Τσιγκούνης σκέφτηκε τότε: «Πρέπει να είμαι ένας από αυτούς. Έχοντας σαν δεδομένο ότι το άλογο μπορεί να βγάλει τουλάχιστον οχτακόσια γραμμάρια ασήμι την ημέρα σημαίνει ότι θα έχω είκοσι τέσσερα κιλά το μήνα ή σχεδόν τριακόσια κιλά το χρόνο».
Αυξάνοντας τα κιλά, αύξανε και το ενδιαφέρον του Τσιγκούνη για το πουλάρι. Έτσι αποφάσισε να το αγοράσει κι άρχισε να το διαπραγματεύεται με τον Μεγαλόστομο, ρωτώντας τον κατ΄ αρχήν αν το πουλάει. Ο Μεγαλόστομος όμως δεν ήθελε συζήτηση επί του θέματος. Έτσι εκείνος προσπαθούσε και ξαναπροσπαθούσε να τον πείσει μέχρι που του είπε ότι είναι διατεθειμένος να καταβάλει οποιοδήποτε τίμημα. Στο τέλος ο Μεγαλόστομος πείσθηκε και του είπε: «Ας είναι. Η τύχη μου προφανώς είναι λιγότερη από τη δική σου. Θα στο πουλήσω. Αλλά δεν θέλω ούτε ασήμι ούτε χρυσό. Δώσε μου έναν τόνο στάρι και πάρτο».

ΤΟΥ ΤΣΙΓΚΟΥΝΗ ΤΟΥ ΦΑΝΗΚΕ πολύ χαμηλό το κόστος και συμφώνησε. Η ανταλλαγή έγινε επί τόπου και ο Μεγαλόστομος πήρε βιαστικά τους καρπούς και γύρισε να τους διανείμει στους φτωχούς αγρότες που ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι από το ξαφνικό απόκτημά τους. Από την άλλη πλευρά ο Τσιγκούνης ήταν κι αυτός τόσο ευτυχισμένος που είχε το άλογο ώστε δεν σταματούσε να γελάει μόνος του. Φοβόταν, μάλιστα, τόσο πολύ μη τυχόν και το χάσει ώστε άρχισε να ψάχνει το κατάλληλο μέρος για το κρύψει. Κανένα όμως δεν του φαινόταν ασφαλές. Τελικά το έμπασε στο σαλόνι και του έστρωσε κι ένα κόκκινο χαλί, χωρίς να ξεχάσει να γεμίσει το χώρο με θυμιάματα. Μετά στρώθηκε με την οικογένεια μαζί ανυπομονώντας να ξεκινήσει από λεπτό σε λεπτό η ….. παραγωγή ασημιού και χρυσού.
Περίμεναν εκεί μέχρι τα μεσάνυχτα. Ξαφνικά το πουλάρι άνοιξε τα πόδια του και ο Τσιγκούνης σκέφτηκε ότι θα άρχιζε να ρέει ασήμι ή χρυσός. Γρήγορα γρήγορα έφερε έναν λουστραρισμένο δίσκο, τον έβαλε πίσω από το άλογο και περίμενε. Περίμενε πολύ ακόμη αλλά τίποτε δεν έγινε. Ο Τσιγκούνης ανησύχησε τόσο πολύ ώστε σήκωσε την ουρά του αλόγου για να δει τι συμβαίνει. Τότε του ήρθαν στο πρόσωπο μερικές σταγόνες και πριν προλάβει να απομακρυνθεί το πουλάρι του είχε πασαλείψει ολόκληρη τη μούρη. Το «χρυσό υγρό» έτρεξε στην πλάτη του και στο λαιμό του καλύπτοντάς τον πατόκορφα..
Η μπόχα ήταν τέτοια που ο Τσιγκούνης άρχισε να πηδάει και να φωνάζει και στη συνέχεια να ξερνάει. Το άλογο βέβαια … συνέχισε καταστρέφοντας ακόμη και το υπέροχο κόκκινο χαλί. Το σαλόνι είχε κατακλυσθεί από τη δυσοσμία και ο Τσιγκούνης καταλαβαίνοντας ότι εξαπατήθηκε με την οργή και τη μανία που τον είχαν κυριεύσει σκότωσε το δύστυχο πουλάρι.
Όταν ξημέρωσε το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να στείλει μισθοφόρους σε αναζήτηση του Μεγαλόστομου. Όμως οι χωρικοί τον είχαν ήδη κρύψει πολύ καλά. Οι άνθρωποι του Τσιγκούνη όλο έψαχναν και όλο με άδεια χέρια γύρναγαν. Αλλά ο θυμός του ήταν τόσος ώστε δεν σταματούσε μέχρι να ικανοποιηθεί. Κι έτσι όλο και τους έστελνε να στήνουν καρτέρι.

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ο Μεγαλόστομος παρασύρθηκε και τον εντόπισαν οι άνθρωποι του Τσιγκούνη. Όταν λοιπόν, αυτός ο τελευταίος, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον «εχθρό» έσφιξε οργισμένος τα δόντια και κλείδωσε τον Μεγαλόστομο στο μύλο αφού πρώτα τον υποχρέωσε να βγάλει όλα τα ρούχα του εκτός από ένα βαμβακερό πουκάμισο, με την ελπίδα ότι έτσι θα πεθάνει από την παγωνιά. Έκανε αφόρητο κρύο βλέπετε την εποχή αυτή. Έξω ήδη τα πάντα είχαν σκεπαστεί από χιόνι και ο άνεμος ήταν τσουχτερός. Ο Μεγαλόστομος κούρνιασε σε μια γωνιά τρέμοντας αλλά πολύ σύντομα σκέφτηκε έναν έξυπνο τρόπο για να ζεσταθεί. Πετάχτηκε επάνω, άρπαξε από κάτω μια μυλόπετρα και άρχισε να περπατάει πάνω κάτω κρατώντας την στην αγκαλιά του. Πολύ γρήγορα άρχισε να ζεσταίνεται και να ιδρώνει. Έτσι πέρασε όλη τη νύχτα, με την πέτρα στη αγκαλιά, σταματώντας που και που, ίσα για να ξεκουραστεί.
Το επόμενο πρωί το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ο Τσιγκούνης ήταν πως ο Μεγαλόστομος θα είχε ήδη πεθάνει. Όταν όμως ξεκλείδωσε τον πόρτα με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσε ότι όχι μόνο ήταν ζωντανός αλλά καθόταν κάτω κάθιδρος! Βλέποντας τον Τσιγκούνη, πετάχτηκε όρθιος εκλιπαρώντας τον: «Κύριε, λυπήσου με! Γρήγορα κάνε μου λίγο αέρα! Ω, θα πεθάνω από τη ζέστη».
«Πώς και είσαι τόσο ζεσταμένος;», ρώτησε, κυριολεκτικά αποσβολωμένος ο Τσιγκούνης.
«Αυτό πουκάμισο είναι ένα ιερό κειμήλιο» του εξήγησε ο Μεγαλόστομος, «το αποκαλούν Πουκάμισο του Δράκου της Φωτιάς. Όσο περισσότερο κρύο έχει τόσο μεγαλύτερη ζέστη βγάζει».
«Και πώς έφτασε στα χέρια σου;»
«Στην αρχή ήταν το τομάρι του Δράκου της Φωτιάς. Μετά η Βασίλισσα του Παραδείσου [2] το ύφανε πουκάμισο. Αργότερα με κάποιο τρόπο έπεσε και το πήραν οι πρόγονοί μου θεωρώντας το ως οικογενειακό κειμήλιο. Έτσι, περνώντας από γενιά σε γενιά έφτασε και στα χέρια μου.»
Ο Τσιγκούνης βλέποντας τον ιδρώτα του Μεγαλόστομου πίστεψε την ιστορία και ο στόχος του ήταν πια πώς θα πάρει το πουκάμισο. Φυσικά ξέχασε αμέσως την υπόθεση του αλόγου. Πρότεινε μάλιστα να το ανταλλάξει με μια γούνα αλεπούς. Φυσικά ο Μεγαλόστομος αρνήθηκε αλλά όταν ο Τσιγκούνης πρόσθεσε και πενήντα ασημένια νομίσματα είπε αναστενάζοντας: «Αλίμονο, τι ανάξιος γιος είμαι εγώ που έχασα το οικογενειακό κειμήλιο!».
Και λέγοντας αυτό βγάζει το πουκάμισο και παίρνει από τον Τσιγκούνη τη γούνα της αλεπούς και τα πενήντα ασημένια και όπου φύγει φύγει.

Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΤΣΙΓΚΟΥΝΗ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΟΡΙΑ. Λίγες μέρες αργότερα ταξιδεύοντας για τα γενέθλια του πατέρα του και θέλοντας να του δείξει το νέο του απόκτημα, φόρεσε μόνο το πουκάμισο και ξεκίνησε για το ταξίδι. Στα μισά της διαδρομής πήρε ξαφνικά ένας άγριος άνεμος κι άρχισε να χιονίζει. Ο Τσιγκούνης άρχισε να τρέμει. Το μέρος ήταν πολύ μακριά από χωριό ή πανδοχείο και έπρεπε να βρει ένα καταφύγιο. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω γύρω είδε ένα δέντρο στο δρόμο που ήταν μάλιστα και μισοκαμένο. Στη μέση είχε μια κοιλότητα που τον χωρούσε ίσα ίσα. Εκεί χώθηκε ο Τσιγκούνης και πολύ σύντομα πάγωσε και πέθανε.
Μερικές μέρες αργότερα η οικογένειά του βρήκε το σώμα του. Ήξεραν πια ότι είχαν εξαπατηθεί ξανά από τον Μεγαλόστομο κι έστειλαν τους άντρες τους να τον βρουν.
«Το πολύτιμο πουκάμισό μου, προκαλεί εγκαύματα όταν έρχεται σε επαφή με το χορτάρι ή το ξύλο», εξήγησε ο Μεγαλόστομος, «με αυτόν τον τρόπο ο κύριος πρέπει να κάηκε και να πέθανε. Δεν είμαι ένοχος. Ποτέ δεν κρύφτηκα στην κουφάλα δέντρου. Αν παρατηρήσετε μάλιστα θα δείτε ότι το μισό δέντρο είναι καμένο».
Μετά τις εξηγήσεις και αφού η οικογένεια εξέτασε το δέντρο και το βρήκε όπως ακριβώς το είχε περιγράψει ο Μεγαλόστομος, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να τον αφήσουν ελεύθερο._

Αναφορές
[1] Η παροιμία που αναφέρεται στο κείμενο είναι: «The proof of the pudding is in the eating» με αντίστοιχη έννοια της δική μας «Αν ειν' παπάς και λειτουργά η αυγή θα μας το δείξει»

[2] Η αγγλική μετάφραση αναφέρει τη Βασίλισσα του Western Heaven. Οι Κινέζοι βουδιστές πιστεύουν, πέρα από το καθαρτήριο, σε μια ουράνια χώρα όπου ο καθένας είναι δεκτός. Σ΄ αυτήν την ουράνια παραδεισένια χώρα το κυρίαρχο στοιχείο είναι η Amitābha (στην κινεζική Ο-μι-το-φο) η οποία αποδίδεται ως «περίοδος χωρίς όρια» ενώ η αρχική της έννοια ήταν «απεριόριστο φως». Η γη αυτή προσδιορίζεται στα δυτικά όπου κατοικούν μυριάδες ευτυχισμένα όντα, χωρίς πόνο αλλά και χωρίς κανένα πάθος. Περιγράφεται δε, σαν τον το δικό μας Παράδεισο με νερά και καθαρότητα αλλά και πολύτιμους χρωματιστούς λίθους, δεσπόζοντος του λωτού.

[3] Το μέτρο βάρους που αναφέρεται στο παραμύθι είναι το Tael, μετρική μονάδα για το ασήμι η οποία χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα (στη Σαγκάη κυρίως) με στάθμιση που ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή. Ο μέσος όρος είναι 1 tael=40gr, αναλογία με την οποία αποδόθηκε το ασήμι σε γραμμάρια.

1/8/08

Κιλίν

G.H. Giger, Diskurs, κολάζ, ακρυλικό, χαρτί σε ξύλο, 100x140, 1984



Ευχόμαστε καλό μήνα σε όλους, εντός ή εκτός ή και επί τα αυτά των πόλεων. Η Κίνα θα είναι η τιμώμενη χώρα από τους «Γεφυρισμούς» ολόκληρο τον Αύγουστο φυσικά λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων. Έτσι επιλέξαμε τέσσερα τέρατα κινεζικής καταγωγής, όπως πάντα από την Εγκυκλοπαίδεια των τεράτων, η ιστορία των οποίων θα παρουσιάζεται κάθε Παρασκευή (ελπίζουμε δηλαδή). Τα έργα που θα συνοδεύουν τις ιστορίες επιλέχθηκαν να είναι του Hans Ruedi Giger του γνωστού πατέρα των Άλιεν και όχι μόνο. Η επιλογή μας βασίστηκε σε μια ιδέα του Samael ο οποίος πρόσφατα έκανε και μια εξαιρετική παρουσίαση του καλλιτέχνη. Σήμερα ξεκινάμε με ένα καλό τέρας. Έναν Κινέζο που ελαφροπερπατεί μέχρι… να του πατήσεις τον κάλο!


Θαυμάσιο, σοφό, ευγενικό και δίκαιο τέρας είναι ο Κινέζος Κιλίν, ο βασιλιάς όλων των ζώων της γης. Έχει κορμί ελαφιού σκεπασμένο με λέπια, πόδια αλόγου και κεφάλι Δράκου με χαίτη από φλόγες. Τρώει μονάχα χορτάρι και βαδίζει πάντα προσεκτικά μην πληγώσει κανένα ζώο ή άνθρωπο. Κακό δεν κάνει σε κανέναν. Ίσα ίσα που σκορπίζει γύρω του γαλήνη κι ευτυχία. Όμως όταν συναντήσει κανέναν άδικο άνθρωπο του χιμάει, πετώντας από το στόμα του φωτιά.

_________
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΒΙΝΤΕΟ: Στη διπλανή στήλη μπορείτε να απολαύσετε τη φύση της Κίνας.
ΒΙΒΛΙA: Η σειρά του Ρόμπερτ βαν Γκούλικ με ήρωα τον Δικαστή Τι, που εξιχνιάζει μυστήρια και εγκλήματα στην Κίνα του 7ου αιώνα (εκδόσεις Άγρα).