Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

8/2/11

Ο καμηλιέρης και η οχιά

Paul Gauguin, Self-portrait with Halo (λεπτομέρεια), 1889.


Επειδή όλοι οι ψηφοφόροι δεν είναι
ούτε καμηλιέρηδες, ούτε αγελάδες, ούτε δέντρα.
Υπάρχουν, ευτυχώς, πολλές αλεπούδες.
Και πάντως περισσότερες
από τις οχιές-αρμοστές που μας κυβερνούν.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας καμηλιέρης διασχίζοντας τον κάμπο, σταμάτησε να ξεκουραστεί εκεί που είχε καταλύσει το προηγούμενο βράδυ ένα καραβάνι έχοντας αφήσει ίχνη από τη φωτιά που τους ζέστανε. Προχωρώντας η νύχτα έπιασε ένας δυνατός αέρας και πολύ γρήγορα άρπαξαν φωτιά κάτι φρύγανα από τους σπινθήρες που είχαν απομείνει. Αλίμονο όμως, εκεί μέσα τους, είχε κουλουριαστεί μια οχιά κι όπως κοιμόταν βαθιά κατάλαβε το κακό όταν ήταν ήδη περικυκλωμένη από ψηλές, για το μπόι της, φλόγες. Την ώρα, λοιπόν, που σκεφτόταν ότι ήρθε το τέλος της, διέκρινε τον καμηλιέρη κι άρχισε να τον καλεί απελπισμένα σε βοήθεια.

Ο καμηλιέρης στην αρχή δίστασε, επειδή φοβόταν το δηλητήριό της, αλλά δεν άντεχε να βλέπει να υποφέρει κανένα ζωντανό πλάσμα. Έτσι, καθησύχασε την οχιά πως θα τη βοηθήσει και αρπάζοντας ένα πουγκί που είχε κάτω από τη σέλα του, το στερέωσε γερά στην άκρη του κονταριού, που κρατούσε πάντα κοντά του, και έσπρωξε κοντά στην οχιά. Εκείνη χώθηκε γρήγορα γρήγορα στο πουγκί κι ο καμηλιέρης την τράβηξε μακριά από το μαρτύριό της.

«Τώρα, συνέχισε το δρόμο σου και να θυμάσαι πάντα την καλοσύνη που σου έδειξα, ώστε να είσαι ευγενική στο εξής με τους ανθρώπους που θα βρεθούν στο δρόμο σου», είπε ο καμηλιέρης, χαλαρώνοντας το άνοιγμα έτσι ώστε να βγει άνετα η οχιά.

«Ομολογώ ότι ήσουν μεγαλόψυχος απέναντί μου, αλλά δεν θα φύγω αν δεν τσιμπήσω τόσο εσένα όσο και την καμήλα σου. Σου αφήνω μόνο να αποφασίσεις ποιον θα τσιμπήσω πρώτο. Εσένα ή την καμήλα;» απάντησε η οχιά, που είχε ήδη γλιστρήσει στην άμμο.

«Τι τέρας αχαριστίας είσαι!», φώναξε τότε ο καμηλιέρης, και συνέχισε λέγοντας στην οχιά: «Είναι σωστό να ανταποδώσεις το καλό με ένα κακό;»

«Αυτό είναι συνήθειο των ανθρώπων», του απάντησε κοφτά η οχιά.

«Δεν είσαι μόνο αχάριστη, αλλά και ψεύτρα, ως συνήθως. Πιστεύω ότι θα σου είναι δύσκολο να αποδείξεις αυτά που λες. Τολμώ να πω ότι δεν υπάρχει άλλο πλάσμα στον κόσμο που να συμφωνεί μαζί σου. Έτσι και καταφέρεις να βρεις έναν ακόμη, τότε θα κάτσω να με τσιμπήσεις», απάντησε οργισμένος ο καμηλιέρης.

«Πολύ καλά», απάντησε η οχιά, «ας ρωτήσουμε την αγελάδα που βόσκει εκεί πέρα».

Η αγελάδα σταμάτησε να μασουλάει. «Αν εννοείτε ποια είναι η συνήθεια του ανθρώπου», άρχισε να λέει, απαντώντας στην ερώτησή τους, «πρέπει να σας πω, με λύπη, ότι κατά κανόνα εξοφλεί το καλό με ένα κακό. Για πολλά χρόνια υπήρξα πιστός υπηρέτης ενός γεωργού. Κάθε μέρα προμηθευόταν από μένα το γάλα και το βούτυρό του. Τώρα που γέρασα, και δεν είμαι πια σε θέση να τον εξυπηρετήσω, με άφησε σ΄ αυτόν τον βοσκότοπο να παχύνω, και μόλις χθες έφερε τον χασάπη να με δει. Αύριο θα πουληθώ για βοδινό κρέας. Σίγουρα πρόκειται για πληρωμή της καλοσύνης μου, με το κακό.»

«Θα δεις», δήλωσε η οχιά στον καμηλιέρη, «ότι όσα είπα είναι αλήθεια. Ετοιμάσου να σε τσιμπήσω και να διαλέξεις, εσένα ή την καμήλα πρώτα;».

«Περίμενε», απάντησε ο καμηλιέρης. «Στα δικαστήρια δεν βγαίνει απόφαση αν δεν ακουστούν δύο μάρτυρες. Φέρε λοιπόν κι άλλον έναν, κι αν συμφωνεί κι εκείνος με την αγελάδα, τότε μπορείς να μου κάνεις αυτό που θέλεις».

Η οχιά κοίταξε γύρω γύρω και πρόσεξε ότι στέκονταν κάτω από έναν τεράστιο φοίνικα. «Ας ρωτήσουμε το δέντρο», είπε τότε.

Όταν ο φοίνικας άκουσε την ερώτηση, τίναξε δυνατά τα κλαδιά του και είπε: «Δυστυχώς, η εμπειρία μού έχει διδάξει ότι για κάθε τι που προσφέρουμε στους ανθρώπους το αντάλλαγμα είναι μια ζημιά, ένα κακό. Στέκομαι εδώ στην ερημιά, όχι μόνο χωρίς να βλάπτω κάποιον, αλλά αντίθετα κάνοντας καλό σε όλους τους ταξιδιώτες που κάθονται στη σκιά μου, προσφέροντας τους χουρμάδες μου και τον χυμό τους να ξεδιψάσουν. Παρ΄ όλα αυτά, κάθε ταξιδιώτης όταν φάει, δροσιστεί και κοιμηθεί κάτω από τη σκιά μου, ψάχνει τα κλαδιά μου μονολογώντας είτε "αυτό το κλαδί είναι εξαιρετικό για ραβδί ή για λαβή στο τσεκούρι μου", είτε "τι υπέροχο ξύλο έχει αυτό το δέντρο! Πρέπει να κόψω αρκετό ώστε να φτιάξω καινούριες πόρτες στο σπίτι μου". Και πρέπει αυτό να το υπομένω χωρίς να μπορώ, καν, να διαμαρτυρηθώ. Έτσι μου ανταποδίδουν την καλοσύνη οι άνθρωποι».

«Οι δύο μάρτυρες που ζήτησες δήλωσαν ακριβώς τα ίδια πράγματα», είπε η οχιά, «και σε ξαναρωτώ. Ποιον θα δαγκώσω πρώτα; Εσένα ή την καμήλα;».

Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή εμφανίσθηκε μια αλεπού, δίνοντας την ευκαιρία στον καμηλιέρη να ζητήσει μια ακόμη μαρτυρία, με την ελπίδα ότι θα τη γλιτώσει από την αχάριστη οχιά. Εκείνη δε, ήταν τόσο ευχαριστημένη με αυτά που είπαν η αγελάδα και το δέντρο, ώστε συμφώνησε εύκολα να ακούσει και την αλεπού.

Όταν ο καμηλιέρης τελείωσε με τη διήγηση του περιστατικού και έθεσε το ερώτημα στην αλεπού, αυτή άρχισε να γελάει δυνατά. «Φαίνεται ότι είσαι πανέξυπνος συνάδελφος!» απάντησε στον καμηλιέρη, «για ποιο λόγο έκατσες και μου είπες τόσα ψέματα;»

«Αλήθεια σου λέει», διαβεβαίωσε η οχιά την αλεπού.

Όμως, η αλεπού άρχισε να γελάει, ξανά. «Δηλαδή εννοείς», ρώτησε περιφρονητικά, «ότι μια τόση μεγάλη οχιά, όπως εσύ, θα μπορούσε ενδεχομένως να χωρέσει σε ένα τόσο δα πουγκί;»

«Αν δεν το πιστεύεις, να το ξανακάνουμε να το δεις με τα μάτια σου», απάντησε η οχιά.

«Λοιπόν» απάντησε η αλεπού σκεπτικά, «μόνο αν σε δω εκεί με τα μάτια μου θα απαντήσω στην ερώτηση».

Τότε, ο καμηλιέρης άνοιξε το πουγκί και με μιας η οχιά χώθηκε μέσα και κουλουριάστηκε βαθιά, στον πάτο.

«Γρήγορα τώρα,» φώναξε η αλεπού, «σφίξε τα κορδόνια. Κάθε πλάσμα που του λείπει τόσο πολύ η ευγνωμοσύνη, όπως η οχιά, δεν του αξίζει τίποτα άλλο, παρά ο θάνατος».

Πηγή
Το παραμύθι ανήκει στους μύθους Μπιντπάι ή Πιλπάι που αποτελούν μέρος των περίφημων ινδουιστικών μύθων Πανχατάντρα, γραμμένοι στην σανσκριτική τον 3ο αιώνα π.Χ. Η συγκριμένη συλλογή χρονολογείται μεταξύ 100 π.Χ. και 500 μ.Χ.

The Tortoise and the Geese and other Fables of Bidpai, αναθεώρηση από την Maude Barrows Dutton (Boston: Houghton Mifflin Company, 1908), pp. 118-25. Η Dutton δεν προσδιορίζει το κείμενο επί του οποίου στήριξε την αναθεώρηση. Από τη σελίδα του D. L. Ashliman.

Απόδοση: α.μ.

2/2/11

Ελπίζει

Στην Ε. που θα νικήσει

Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια), 1485-1486, Μουσείο Ουφίτσι, Φλωρεντία.


Έβλεπε το κακό να φουντώνει
κι απορούσε, αδυνατούσε μια κάποια λύση.
Ξαφνικά, έρχεται η σκέψη των ορφανών
να κατακλύσει την καρδιά του.
Χτυπάει, σκίζει, ανοίγει τον αέρα
με γρήγορα φτερά να τ΄ αγκαλιάσει·
ελπίζει, ελπίζει.


Αρχίλοχος, Επωδοί, 100[Ed.87]
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

17/1/11

Ο Παράδεισος του Αντώνη

Του νονού μου

Your laws do not compel me




Κάποτε, κάποιος, με προσφωνούσε Αντώνη. Για τους δικούς του λόγους. Τότε έμαθα πότε γιορτάζει το όνομα (κατά το χριστιανικό τυπικό στις 17 Ιανουαρίου), αλλά και την προέλευσή του. Ετυμολογικά το συνδέουν με το ουσιαστικό «άντωση» που δηλώνει τη δυναμική άνωση. Έτσι δικαιολόγησα και την «αναβάπτιση».

Ωστόσο, γνώριζα ήδη τον «Παράδεισο» του Κώστα Βάρναλη, όπου μνημονεύει την στέρφα γουρούνα του Άι – Αντώνη. Ένα ποίημα που μπορεί να είχε γραφτεί για το σήμερα. Εξάλλου κάθε εποχή έχει τα Γιούρα της, όπως και ορισμένες περίοδοι στη ζωή μας.


Λεύτερος να ΄σαι δούλος οποιανού,
λεύτερος να μιλάς, όταν κοιμάσαι,
λεύτερος, χρόνια να τα κυνηγάς
των Γιούρων τα ποντίκια μη σε φάνε.

Στις πληγές της ψυχής σου να χιλιάζουν
τα ψέματα -της μύγας τα σκουλήκια-,
να ΄σαι της Ιστορίας γελοιογράφος,
αφέντης δίχως πιθαμή δικιά σου.

Σαν τη στέρφα γουρούνα τ΄ Άι-Αντώνη,
μισότυφλη από πάχητα και νύστα,
να νείρεσαι πως κολυμπάς σε κάτουρα
και ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!

9/1/11

Η εκδίκηση του κουνελιού



Abusus non tollit usum

Τα πολύ πολύ παλιά χρόνια ζούσαν στην ίδια γειτονιά ένα κουνέλι κι ένα λιοντάρι. Το λιοντάρι ήταν πολύ περήφανο και λάτρευε, κυριολεκτικά, να επαίρεται για τη δύναμή του. Και σαν να μην ήταν γείτονας με το κουνέλι, το κοιτούσε απαξιωτικά και δεν έκανε τίποτ΄ άλλο παρά να το υποτιμά και να το φοβερίζει. Τελικά, το ποτήρι του κουνελιού ξεχείλισε. Δεν μπόρεσε ν΄ αντέξει άλλο το καθεστώς τρόμου που ζούσε κι αποφάσισε να πάρει το δίκιο του πίσω.

Μια μέρα, λοιπόν, πήγε στο λιοντάρι και του είπε: «Καλημέρα σας, σεβαστέ μεγάλε αδελφέ μου. Μου συνέβη κάτι εκπληκτικό. Γνώρισα, λίγο πιο μακριά από τη γειτονιά μας, ένα ζώο που είναι ακριβώς ίδιο με εσάς, και μου είπε: "Υπάρχει κάποιος στον κόσμο που τολμά να σηκώσει κεφάλι σε ΄μένα; Αν υπάρχει, ας έρθει να μονομαχήσουμε. Αν δεν υπάρχει, τότε όλοι εσείς πρέπει να υποταχθείτε σε ΄μένα και να είστε υπηρέτες μου!". Ω, ήταν απαράδεκτα καυχησιάρης! Μάλιστα, έχει φουσκώσει τόσο πολύ από το καμάρι, ώστε έχουν κλείσει τα μάτια του σε σημείο που να μην μπορεί ούτε το φως να περάσει ανάμεσά τους».

«Ω», είπε με στόμφο το λιοντάρι. «Δεν του μίλησες για ΄μένα;».

«Ναι, πράγματι, το έκανα», αποκρίθηκε το κουνέλι. «Αλλά καλύτερα να μην το είχα κάνει. Όταν άρχισα να του περιγράφω, πόσο φοβερός και δυνατός είστε, εκείνο άρχισε να σας σαρκάζει με τόση αγένεια, που ντρέπομαι να επαναλάβω τα λόγια του. Έφτασε μέχρι του σημείου να μου πει ότι δεν του κάνετε, ούτε καν, ως υπηρέτης!».

Το λιοντάρι, έξαλλο κυριολεκτικά, πετάχτηκε όρθιο και με όση μοχθηρία έκρυβε μέσα του, βρυχήθηκε: «Πού είναι; Πού είναι;»

Έτσι το κουνέλι αναγκάστηκε να του πει να το ακολουθήσει πίσω από το λόφο. Εκεί του έδειξε ένα βαθύ πηγάδι λέγοντάς του: «Είναι εκεί κάτω, στο πηγάδι», και εμφανώς ταραγμένο προτίμησε να παραμείνει σε απόσταση.

Το λιοντάρι ξεχύθηκε προς το πηγάδι και έσκυψε να κοιτάξει στο βάθος του με τόση αγριότητα στο βλέμμα όση ποτέ δεν είχε αντικρίσει κανείς. Πράγματι, βλέποντας την ίδια την εικόνα του μέσα στο νερό, πείσθηκε ότι εκεί μέσα κατοικούσε ο αντίπαλός του, και ήταν όπως ακριβώς τον είχε περιγράψει το κουνέλι. Βλέπετε, όσο το λιοντάρι αγριοκοίταζε τον … αντίπαλό του, άλλο τόσο τον αγριοκοίταζε κι εκείνος. Όσο εκείνο βρυχόταν άλλο τόσο και ο εχθρός του.

Το λιοντάρι έγινε έξαλλο. Εξαγριώθηκε σε σημείο που σηκώθηκαν οι τρίχες του. Το ίδιο όμως έπαθε και ο … αντίπαλος. Τότε αποφάσισε να δείξει τα δόντια του, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να χτυπιέται στριφογυρίζοντας απειλητικά την ουρά του στον αέρα που σφύριζε σα μαστίγιο. Αλίμονο όμως, το ίδιο έκανε και το … λιοντάρι του πηγαδιού, με τις ίδιες απειλητικές διαθέσεις. Στο τέλος, ήταν τόση η μανία του, ήθελε τόσο πολύ να εκδικηθεί τον … σφετεριστή της εξουσίας του, ώστε σε μια έξαρση της οργής του, χίμηξε με μανία στο πηγάδι να τον εξοντώσει, με αποτέλεσμα να πνιγεί αμέσως._

Απόδοση: α.μ.

Σημ.: Η λατινική φράση αποτελούσε αξίωμα του αρχαίου Δικαίου και σημαίνει: «Η κατάχρηση δεν αίρει τη χρήση». Δηλαδή, επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο κάποιος να κάνει κατάχρηση κάποιου πράγματος, δε σημαίνει ότι πρέπει λόγω του φόβου αυτού, να το στερηθεί και τελείως. Δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για τη διάκριση της έννοιας «κατάχρηση εξουσίας» και των αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει αυτή στον καταχραστή, αλλά και για τον καταχρηστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους, όταν φοβόμαστε την αξία τους.

Πηγές
-Το παραμύθι: The Lion in the Water, fables of Aarne-Thompson type 92, The Rabbit's Revenge, Tibet, selected and edited by D. L. Ashliman, © 2002.
φράση: Νατσούλης, Τ., (χ.χ.) Λέξεις και Παροιμιώδεις Φράσεις. 4η έκδ., Αθήνα: Σμυρνιωτάκης, σ. 588.
πίνακας: «Le mal du pays» (νοσταλγία -για την πατρίδα) του Ρενέ Μαγκρίτ, 1940. Ανήκει σε ιδιωτική συλλογή.

7/1/11

Αντίο Βιολέτα

Tης Φαίης που αγάπησε τη Βιολέτα όσο κανείς άλλος…

Ένα κορίτσι μ΄ άσπρα γέρικα μαλλιά
Και πίσω απ΄ το κορμί της
Να σκοτεινιάζει ένα ποτάμι ποιήματα.


Τάκης Σινόπουλος, «Αντίστιξη, 1952»

31/12/10

O άμυαλος φίλος

Ένα Ινδουιστικό παραμύθι Πανχατάντρα, χαρισμένο εξαιρετικά σε έναν αγαπημένο πλην αμετροεπή φίλο και σε όλους εσάς που πλήττεστε από την ανοησία και την αμετροέπεια, με τις καλύτερες ευχές μας για το έτος… 2014 … εκτός κι αν ….

Έντβαρντ Μουνκ, Το κορίτσι με την καρδιά, Ξυλογραφία με σκαρπέλο και σέγα. Τύπωμα σε μαύρο, κόκκινο και πράσινο από μία ξύλινη πλάκα κομμένη σε τρία κομμάτια. 1898-1899. © The Munch Museum / The Munch-Ellingsen Group / BONO, Oslo 2010 - Gift of Charles and Evelyn Kramer. New York, to the Tel Aviv Museum of Art.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας βασιλιάς κατά την επίσκεψή του στο παλάτι των συζύγων του, βρήκε στον κήπο μια μαϊμού που τον κατέκτησε αμέσως. Έτσι αποφάσισε να την πάρει κοντά του, σαν κατοικίδιο, για να τον διασκεδάζει. Βλέπετε τότε οι βασιλιάδες συνήθιζαν να περιτριγυρίζονται από παπαγάλους, πέρδικες, περιστέρια, κριάρια, μαϊμούδες, και άλλα τέτοια πλάσματα.

Ο βασιλιάς είχε δεθεί τόσο πολύ με το μικρό πιθηκάκι σε σημείο να τρώει μαζί του και να το περιποιούνται σαν πραγματικό βασιλόπουλο, δηλαδή αντιμετωπίζοντάς το με τον ίδιο σεβασμό που έδειχναν και στον ίδιο. Και ήταν τόση η αδυναμία και η εμπιστοσύνη του βασιλιά στο κατοικίδιό του, ώστε σε λίγο καιρό του χάρισε κι ένα ξίφος!

Οι βασιλικοί κήποι ήταν γεμάτοι από δέντρα και λουλούδια διαφόρων ειδών, τόσων όσων δεν χωράει το μυαλό μας. Την Άνοιξη, μάλιστα, όταν φούντωνε η φύση, το αρώματα κατέκλυζαν την περιοχή και οι μέλισσες βούιζαν όλες μαζί την ομορφότερη μουσική της πλάσης: έναν ύμνο στο θεό του έρωτα.

Μια τέτοια μέρα ο βασιλιάς, έχοντας χαρεί τον έρωτα, έκανε βόλτα στους κήπους του με την αγαπημένη των συζύγων του με την εντολή σε όλους τους υπηρέτες του να μείνουν έξω από την περιοχή. Κάποια στιγμή, ευχάριστα κουρασμένος από τον περίπατο, αποφάσισε να πάρει έναν υπνάκο κάτω από τα λουλούδια. Έτσι είπε στην αχώριστη μαϊμού να ΄χει τα μάτια της δεκατέσσερα να μην τον ενοχλήσει τίποτα!

Δεν πέρασαν λίγα λεπτά που ο βασιλιάς είχε βυθιστεί σε ξέγνοιαστο ύπνο, όταν μια μέλισσα άρχισε να τον τριγυρνάει. Βλέποντάς την η μαϊμού σκέφτηκε θυμωμένη: «Τι είναι αυτό; Είναι δυνατόν ένα κοινό πλάσμα να δαγκώσει το βασιλιά και μάλιστα μπροστά στα μάτια μου;». Έτσι, άρχισε τις προσπάθειες να την απομακρύνει. Η μέλισσα όμως ήταν … ανένδοτη. Δώστου και τριγύριζε το βασιλιά. Μια, δυο, τρεις η μαϊμού έγινε έξαλλη. Τυφλωμένη από θυμό σηκώνει το σπαθί και δίνοντας μια, ρίχνει τη μέλισσα νεκρή.

Αλίμονο όμως, μαζί με τη μέλισσα το σπαθί της μαϊμούς παρέσυρε και το …κεφάλι του βασιλιά!

Τη στιγμή εκείνη ξυπνάει η αγαπημένη βασίλισσα, ακούγοντας όλη αυτή τη φασαρία, και έντρομη από το θέαμα που αντίκρισε αρχίζει να ουρλιάζει: «Ω! Ω! ανόητη μαϊμού! Τι έκανες στον βασιλιά που σε λάτρεψε;»

Η μαϊμού μπορεί να έδωσε όλες τις εξηγήσεις για το κρίμα της, ωστόσο απαξιώθηκε απ΄ όλους. Από τότε, μάλιστα, καθιερώθηκε και η γνωστή φράση: «Ποτέ μη διαλέξεις έναν άμυαλο για φίλο, γιατί ο βασιλιάς έπεσε νεκρός από μια μαϊμού», ενώ το παραμύθι διδάσκει ότι: «Είναι καλύτερο να έχουμε έναν έξυπνο εχθρό παρά έναν άμυαλο φίλο».

Κι εμείς συμπληρώνουμε: «Ο άμυαλος επιμένει να τραβάει το σκοινί αγνοώντας ότι σαν σπάσει, ο πρώτος που θα πέσει θα είναι ο ίδιος».
Απόδοση: α.μ.


Πηγές-Προτάσεις
1. The Foolish Friend, The Panchatantra, Translation © 1999 by D. L. Ashliman.
2. Τα Παραμύθια και ο Μαγικός Κόσμος τους: Τα Ινδικά Πανχατάντρα.
4. Έντβαρντ Μουνκ: Η κραυγή, του Τάσου Π. Καραντή.

22/12/10

Μάνα κουράγιο

Αντί ευχής ή αλλιώς «η σούπα δεν χύνεται»


Vincent van Gogh. Pietà (After Delacroix),1889.

«Θα' ρθει παιδί μου ο καιρός που θα νιώσεις την ψυχή σου να φεύγει από μέσα σου. Τελευταίο κομμάτι ζωής.»

Τότε είναι που θα πεις «δεν πάει άλλο». Πορείες στους δρόμους, μάχη σώμα με σώμα με αυτούς που σου στέρησαν αυτά που ένιωσες ότι δεν είχες, ενώ σου άξιζαν. Θα χαθείς. Μια γενιά μετά την άλλη, αφοσίωση στους αγώνες και μετά. Φαντάσματα της νέας εποχής.

Δεν θα σου πουν ευχαριστώ, θα σε ξεχάσουν. Θα ξεχάσεις κι εσύ εσένα. Θα ξεμείνεις. Ένα υγρό μπαρ. Μια μπύρα. Ένα τσιγάρο. Θα σκέφτεσαι αυτά που σκεφτόσουν στα 20 κάτι σου και θα αναρωτιέσαι: «Τόσο μαλάκας ήμουν;».

Όχι. Δεν ήσουν μαλάκας. Ούτε άτυχος. Ήσουν. Δεν είσαι πια και δεν θα γίνεις ξανά. Ένα τίποτα στου κόσμου το καζάνι που σιγοβράζει και δεν λέει να εκραγεί. Γιατί αλλιώς, θα χυθεί η σούπα.

Κουράγιο. Σε όλους.


Υ.Γ. Η δικαιοσύνη έχει πλέον μόνο την ψυχή της ως δεκανίκι, την δημοσίευση όπως είπε ο Μάγερ. Το κορμί της το τσακίσαμε πολλά χρόνια τώρα όλοι μας. Όσο για την ψυχή της, είναι μαύρη εκ γενετής. Απλό συμπέρασμα: ποτέ δεν υπήρξε δικαιοσύνη, ούτε πρόκειται να υπάρξει. Γιατί άλλωστε; Αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε άδικοι με τους δίκαιους.

3/12/10

Δεκέμβρης 1944



Απόσπασμα από την κυνική αλληλογραφία του Τσώρτσιλ με τους Σκόμπι και Λίπερ (5-12-1944) όταν σφοδρές μάχες εξελίσσονταν στην Αθήνα και ο ΕΛΑΣ είχε προωθηθεί σε όλα τα σημεία εκτός από το τρίγωνο «Κολωνάκι-Σύνταγμα-Μ. Βρετανία». Το ξενοδοχείο είχε μετατραπεί σε στρατηγείο των νέων κατακτητών και πρώην «συμμάχων».


Έδωσα οδηγίες στον στρατηγό Ουίλσον να βεβαιωθεί ότι έχουν μείνει υπό τις διαταγές σας όλες οι δυνάμεις και σας στέλνονται ενισχύσεις.

Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξεως στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν προς την πόλη. Μπορείτε να εφαρμόσετε ο,τι μέτρα θέλετε για τον αυστηρό έλεγχο των δρόμων ή για τη σύλληψη οποιουδήποτε αριθμού ταραξιών. Ο ΕΛΑΣ, φυσικά, θα προσπαθήσει να βάλει γυναίκες και παιδιά σαν εμπροσθοφυλακή, εκεί όπου είναι πιθανά να ανοιχτεί πυρ. Αντιμετωπίστε το έξυπνα και μην κάνετε λάθη. Αλλά μη διστάσετε να πυροβολήσετε κατά οποιουδήποτε ενόπλου ο οποίος επιτίθεται κατά της βρετανικής εξουσίας ή της ελληνικής εξουσίας με την οποία συνεργαζόμαστε, θα ήταν καλό, βεβαίως, αν η διοίκησή σας ενισχυόταν με το κύρος κάποιας ελληνικής κυβερνήσεως και ο Λίπερ θα ζητήσει από τον Παπανδρέου να παραμείνει στη θέση του και να βοηθήσει. Μην διστάζετε, πάντως, να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση.

Πρέπει να είστε, βέβαια, σε θέση να δώσετε με τα τεθωρακισμένα σας ένα μάθημα στις ομάδες του ΕΛΑΣ πού θα πλησιάσουν από τα περίχωρα. Αυτά θα κάνει για τις άλλες απίθανη την περίπτωση να προσπαθήσουν να δράσουν. Μπορείτε να βασίζεστε στην υποστήριξή μου για οποιαδήποτε λογική και συνετή ενέργεια που θ' αναλάβετε σ' αυτή τη βάση. Πρέπει να κρατήσουμε και να κυριαρχήσουμε στην Αθήνα, θα ήταν σημαντικό αν αυτό το πετυχαίναμε χωρίς αιματοχυσία, αν είναι δυνατόν, αλλά επίσης και με αιματοχυσία, αν είναι αναγκαίο.

Δεν είναι τώρα καιρός για τσαλαβουτήματα στην ελληνική πολιτική ή για φαντασιώσεις, ότι τάχα οι Έλληνες πολιτικοί των διαφόρων αποχρώσεων μπορούν να επηρεάσουν την κατάσταση. Δεν πρέπει να ανησυχείτε για τη σύνθεση της ελληνικής κυβερνήσεως. Αυτή τη στιγμή πρόκειται για ζήτημα ζωής η θανάτου […]

Κι έτσι έγινε. Πριν καλά καλά απελευθερωθεί η Αθήνα βρίσκεται υπό νέα κατοχή. Χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, κι άλλοι τόσοι συλλαμβάνονται και προωθούνται με πλοία στην αφρικανική Ελ Ντάμπα, μετά από προσωρινή κράτηση στο Γουδί. Οι εναπομείναντες έχουν να αντιμετωπίσουν σε μια πόλη-φάντασμα που καν δεν ηλεκτροδοτείται, την πείνα και τη δίψα. Κι έτσι φτάσαμε στη Βάρκιζα και στον Εμφύλιο και στις οκταετίες των «αειμνήστων γερόντων και μεσσιών» που «αποκατέστησαν τη Δημοκρατία», συντηρώντας το παρακράτος και τα ξερονήσια.






Δεν έχει όμως πια νόημα να ψάχνουμε γιατί φτάσαμε εκεί. Σημασία έχει να μην τους αφήσουμε να μας φτάσουν ξανά. Να αναγνωρίσουμε ότι η «κατοχή» έχει πολλές μορφές. Χθες επιβαλλόταν με όπλα. Σήμερα επιβάλλεται με νόμους που έχουν τη σφραγίδα της πλειοψηφίας των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων. Χθες είχαν τα όπλα με τα οποία απελευθέρωσαν την χώρα, και υποχρεώθηκαν να τα ακουμπήσουν πάνω σε μια ελληνική σημαία. Την ίδια που σκέπασε τους Χίτες και απαγορεύθηκε να σκεπάσει τους αγωνιστές. Σήμερα το μόνο που μας απέμεινε είναι τα κεκτημένα μας και μας τα ζητάνε πάλι στο όνομα της σημαίας. Ας μην τους τα χαρίσουμε.
.
Πηγές
Βουρνάς Τ. (1999) Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, έκδ. 3η, τ. Γ΄, Αθήνα: Πατάκης, σ.σ. 450-451.
1918-1978 Ριζοσπάστης, Αθήνα: ΚΚΕ, σ. 106.

17/11/10

Από τη Χούντα στο Μνημόνιο, από το ΝΑΤΟ στο ΔΝΤ


17 Νοεμβρίου 1973

Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δέντρα, ζώα, ανθρώπους, ιδέες -και τον κύκλο τούτον έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Αυτός, κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δεν μπορεί να σωθεί.

Είναι οι άθλοι οι δικοί του πού έχει χρέος να τελέψει προτού πεθάνει. Αλλιώς δε σώζεται.

Απόσπασμα από την «Ασκητική – Salvatores Dei» του Ν. Καζαντζάκη (εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971, σ. 87)

25/10/10

Τρεις κανόνες

Ιουδαϊκό παραμύθι

Βασίλι Καντίνσκι. Μπλε ουρανός. 1940. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Πομπιντού, Παρίσι.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας κυνηγός κατόρθωσε να παγιδεύσει το πιο έξυπνο πουλί της πλάσης, που εκτός των άλλων μιλούσε 70 γλώσσες! Εκείνο, όταν είδε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει από την αιχμαλωσία, αποφάσισε να ανταλλάξει την ελευθερία του.

«Απελευθέρωσέ με», του είπε, «κι εγώ θα σου διδάξω τρεις αρχές που θα σου φανούν πάρα πολύ χρήσιμες στη ζωή σου».
«Πες μου αυτούς τους κανόνες, κι εγώ θα σε αφήσω να φύγεις», απάντησε ο κυνηγός.
«Ορκίσου πρώτα ότι θα τηρήσεις το λόγο σου», ανταπάντησε το έξυπνο πουλί.

Και όταν ο κυνηγός ορκίστηκε να κρατήσει την υπόσχεσή του, το πουλί είπε: «Ο πρώτος κανόνας μου είναι: Ποτέ μην μετανιώνεις για κάτι που έχει συμβεί. Ο δεύτερος κανόνας συμπεριφοράς είναι: Μην πιστεύεις αυτό που είναι αδύνατο και πέρα από το αποδεκτό. Τέλος, ο τρίτος κανόνας μου είναι: Ποτέ μην προσπαθείς για κάτι που είναι ανέφικτο».

Τελειώνοντας το πουλί με τις συμβουλές του, υπενθύμισε στον κυνηγό τον όρκο του και του ζήτησε να το απελευθερώσει. Έτσι, κι έγινε. Εκείνος άνοιξε το κλουβί και το άφησε να πετάξει μακριά από την αιχμαλωσία του.

Εκείνο πήγε κι έκατσε στην κορφή του ψηλότερου δέντρου, φώναξε τον κυνηγό να έρθει από κάτω και με κοροϊδευτική φωνή του είπε: «Κουτέ άνθρωπε, με άφησες να φύγω μη γνωρίζοντας ότι έχω κρυμμένο στο σώμα μου ένα μαργαριτάρι που είναι και η αιτία της μεγάλης σοφίας μου».

Στο άκουσμα των λόγων αυτών ο κυνηγός μετάνιωσε πικρά που το ελευθέρωσε και αμέσως όρμηξε στο δέντρο προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στην κορφή του. Το αποτέλεσμα ήταν να πέσει και να σπάσει και τα δυο του πόδια.

Τότε το πουλί γελώντας του φώναξε: «Κουτέ άνθρωπε, δεν έχει περάσει καλά-καλά ούτε μια ώρα από τη στιγμή που σου είπα τους τρεις σοφούς κανόνες, και τους ξέχασες ήδη! Σου είπα ποτέ να μην μετανιώνεις για ό,τι έγινε. Σου είπα ποτέ να μην πιστεύεις κάτι που είναι αδύνατο, κι εσύ υπήρξες τόσο εύπιστος! Πίστεψες ότι μπορεί να υπάρχει στο σώμα μου ένα τόσο πολύτιμο μαργαριτάρι. Ένα φτωχό, πουλί του δάσους είμαι μόνο, που ψάχνω την τροφή μου. Και τελικά, εγώ ποτέ δεν κυνήγησα το ανέφικτο, ενώ εσύ προσπάθησε να πιάσεις με τα χέρια σου ένα πουλί και τώρα βρίσκεσαι κάτω έχοντας σπασμένα και δυο σου πόδια. Είναι αυτό που λένε: “Μια επίπληξη σε έναν σοφό άνθρωπο έχει περισσότερα αποτελέσματα από εκατό ραβδίσματα σε έναν ανόητο.” Δυστυχώς, όμως, εσύ δεν αποτελείς εξαίρεση, μια και υπάρχουν πολλοί ανόητοι άνθρωποι όπως εσύ».

Πηγή: D. L. Ashliman's folktexts
Απόδοση: α.μ.