Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

16/12/09

Πώς μας θέλει η "αληθής δημοκρατία"


.


Χθες ο καθένας από αυτούς που συνάντησα είχε να μου πει κι ένα νέο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ανακάμψαμε και αρχίζουμε πάλι να συζητάμε καθώς το τελευταίο διάστημα οι πλειοψηφία των κατά τ΄ άλλα «πολιτικών» Ελλήνων, περνάει μια περίοδο βουβαμάρας. Αν και συνάντησα λίγους ανθρώπους, μια και τελώ εν αδεία, εκείνο που διαπίστωσα είναι ότι απλά αρχίζουμε να επανερχόμαστε στις προηγούμενες συνήθειες. Μου είπαν λοιπόν, ότι έκαψαν το μαγαζί κάποιου που το όνομά του δεν το συγκράτησα αλλά έμοιαζε με του Σώμερσετ Μωμ, ότι το τάδε μαγαζί έχει 30% εκπτώσεις, ότι μια γνωστή επιχειρεί να διορθώσει τα οικονομικά της εκθέτοντας ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ανθρώπων στο ακροατήριο, ότι τα τεστ των ιδιωτών μικροβιολόγων είναι αναξιόπιστα σε σχέση με εκείνα του ΕΣΥ, ότι η κακοκαιρία μπορεί να εμποδίσει τη Χριστουγεννιάτικη έξοδο και άλλα, που θυμίζουν καθημερινή Ελλάδα -σε όλο της το μεγαλείο.

Το κερασάκι ήταν όσα άκουσα μετά τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη (ή τι!) διαφθορά. Το νοστιμότερο βέβαια, ηδονή στ΄ αυτιά μου, ήταν το γεγονός ότι ένας πολιτικός αρχηγός, μία για να ακριβολογούμε, δεν έκανε αμέσως δηλώσεις. Από τη βιασύνη και τη βεβαιότητα «των τεσσάρων» δικαιολόγησα, υπό μία έννοια, το ενδιαφέρον που έχουν οι πέριξ μου για τα «άσχετα». Και λέω «εν μέρει» γιατί αν το σκέπτονταν καλύτερα ίσως να μην βρισκόμαστε σήμερα όλοι …. διεφθαρμένοι. Τότε αναρωτήθηκα για χιλιοστή φορά τι ακριβώς ψάχνουν όλοι αυτοί «οι αδιάφθοροι» από εμάς αλλά και πού και πώς το ψάχνουν. Σε ένα στρογγυλό τραπέζι; Σε μια δημοκρατία που μόνο αληθινή δεν είναι;
.


.
Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου, του έτους έναρξης της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας (1974), ο Κώστας Βάρναλης κατέθεσε την πένα του από την οποία βγήκαν χιλιάδες στίχοι στους περισσότερους από τους οποίους σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, χτυπάει και χτυπιέται για την ελευθερία, ως απόγονος του Διονύσου. Στη μνήμη του ένα ποίημα που επιλέχθηκε επειδή είναι διαχρονικά ελληνικό κι ένα βίντεο που επιβεβαιώνει ότι το ίδιο συμβαίνει σε όλη την έκταση της ποίησής του.


Να μην ακούω και να μη βλέπω να πατώ.
Να μη νογάω και να 'χω το στόμα βουλωτό.
Να μη με φαρμακών' η μπόχα του καιρού μου.
Χωρίς αυτιά και μάτια, μύτη και μυαλό,
μουγκός να πηαίνω, όποτε μου 'ρθει, προς νερού μου,
κι άμα τσινάει ο Γάϊδαρος να μη γελώ.
Και σα με καρυδώνουνε μουνούχο σκλάβο
οι Αμερικάνοι, εγώ να βλαστημάω το Σλάβο.

.
Για τον ποιητή
-Ο Οδηγητής Ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης, Ριζοσπάστης
-Κώστας Βάρναλης-Ο Πλαστουργός της «Νιας Ζωής», Σελίδα των Οικολόγων Εναλλακτικών
-Ποιήματα του Κώστα Βάρναλη, Πανεπιστήμιο Αθηνών

13/12/09

Ο θησαυρός του … μακαρίτη

Το παρακάτω παραμύθι προέρχεται από την Αυστρία και κατατάσσεται σε έναν κύκλο ευρωπαϊκών παραδόσεων σχετικά με τα όνειρα και τους θησαυρούς, με προφανή επιρροή από μια ιστορία που περιλαμβάνεται στις μαγικές 1001 νύχτες και την τουρκική εκδοχή της. Εντελώς συμπτωματικά απόψε διαβάσαμε ότι ο Πρωθυπουργός θα ανοίξει τα χαρτιά του για την ελληνική οικονομία, αύριο.
.


.
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ καιρό κάπου στον κόσμο ζούσε ο Γκρέκο, ένας χωρικός που είχε φτάσει από τα χρέη σε κατάσταση απελπισίας, αφού κι αυτά τα λίγα που το είχαν απομείνει κινδύνευαν να κατασχεθούν από τις Αρχές.

Ένα βράδυ ονειρεύτηκε ότι πηγαίνοντας βόρεια βρήκε έναν θησαυρό. Ο καταχρεωμένος χωρικός εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το όνειρο ώστε το θεώρησε ως καλό οιωνό και αποφάσισε να κάνει το ταξίδι. Ξεκίνησε λοιπόν χωρίς να χάσει ούτε μια μέρα. Στο δρόμο κάτω από μια γέφυρα συνάντησε έναν γέροντα ασθενικό που καθόταν εκεί και ρωτούσε τους περαστικούς που πηγαίνουν. Σε αυτήν την ερώτηση ο χωρικός απάντησε:

«Βόρεια πηγαίνω. Κι εσείς;».
«Δεν ξέρω, απάντησε ο γέροντας. Εγώ δεν έχω ούτε λεφτά ούτε σπίτι».

Η απάντηση του ξένου έδωσε την αφορμή να ξεκινήσουν, οι δυο τους, μια κουβέντα για τα μαύρα χάλια που είχαν τα οικονομικά τους και στο τέλος ο χωρικός έφτασε στο σημείο να του διηγηθεί και τ΄ όνειρό του. Ο άλλος όμως γέλασε κοροϊδευτικά λέγοντάς του:

«Ο καθένας μας μπορεί να ονειρευτεί έναν θησαυρό. Εγώ ο ίδιος έχω δει στον ύπνο μου τουλάχιστον τρεις φορές ότι βρίσκω θησαυρό. Και ξέρετε που; Ακούστε πράγματα φίλε μου. Τον βρίσκω, λέει, εκεί που μαγειρεύει ένας τύπος που τον λένε Γκρέκο ή Καθόλου. Έχετε ακούσει ποτέ στη ζωή σας πιο φρικτό όνομα; Και τι έγινε δηλαδή που το ονειρεύτηκα; Μήπως μπορώ να ξέρω αν υπάρχει πράγματι ο θησαυρός; Τα όνειρα αγαπητέ μου είναι αφρός».

Ο Γκρέκο μόλις άκουσε το όνομά του έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Χωρίς να χάσει λεπτό αποχαιρέτισε τον ξένο και πήρε δρόμο τρέχοντας σαν ποντίκι, αλλά όχι προς τα βόρεια.

Μόλις έφτασε στο σπίτι του έτρεξε κατευθείαν στην κουζίνα. Η γυναίκα του βλέποντάς τον αλλόφρονα, νόμιζε πως είχε τρελαθεί. Εκείνος όμως σκαλίζοντας κάτω από τις στάχτες ανακάλυψε ένα δοχείο γεμάτο χρυσά φλουριά ικανά να του λύσουν όλα τα οικονομικά προβλήματα και με το παραπάνω.

Επιμύθιο: Όσα ξέρει ο κόσμος όλος δεν τα ξέρει ο νοικοκύρης.
.
Πηγή παραμυθιού: Professor D. L. Ashliman
.
Απόδοση-προσαρμογή: α.μ.

8/12/09

Αρχαία ποιήματα...σύγχρονα θρύψαλα

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του Αρχίλοχου, κι αυτά αβέβαια. Η γέννησή του τοποθετείται γύρω στο 680 π.Χ. Καταγόταν από την Πάρο. Ο πατέρας του, κάποιος Τελεσικλής, ήταν αριστοκράτης και η μητέρα του Ενιπώ, δούλα. Ο παππούς του, από την πλευρά του πατέρα του, φέρεται σαν αποικιστής τής Θάσου και κομιστής τής λατρείας τής Δήμητρας. Ο Αρχίλοχος πέρασε τη ζωή του μέσα στη φτώχεια. Εργάστηκε σαν μισθοφόρος, συμμετέχοντας στις επιδρομές που συντάραξαν τον ελλαδικό χώρο, στη διάρκεια του 7ου π.Χ. αιώνα. Φαίνεται πώς προσπάθησε να δημιουργήσει οικογένεια με κάποια Νεοβούλη, αλλά ο Λυκάμβης, πατέρας τής νύφης, αθέτησε την υπόσχεσή του. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο ποιητής αντέδρασε διασύροντας τον άπιστο πεθερό. Η δύναμη των σκωπτικών στίχων του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Λυκάμβης και οι δύο του κόρες αυτοκτόνησαν. Πιθανώς αποπλάνησε και την αδελφή τής Νεοβούλης. Επινόησε τον ίαμβο και την επωδό, επιφέροντας σημαντικές τεχνικές αλλαγές στο ηρωϊκό ποιητικό ιδίωμα που κυριαρχούσε μέχρι εκείνη την εποχή. Είναι προφανές πώς ο πατρικός άξονας τής καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του είναι ο Όμηρος. Σαν άνθρωπος ήταν παρορμητικός, αθυρόστομος και εκδικητικός. Άγνωστο πότε, τον σκότωσε κάποιος Καλλώνδης ή Κόρακας, σε μάχη με τούς Ναξίους. Μαρτυρείται πώς ο φονιάς δεν έγινε δεκτός από την Πυθία.

Στην πραγματικότητα ο Αρχίλοχος είναι τρεις εκατοντάδες αποσπάσματα και ορισμένα στοιχεία ανεπιβεβαίωτα. Πρόκειται για ένα πρόσωπο σκιά που κινείται πίσω από σημαντική ποίηση.


Γιώργος Μπλάνας



Έτσι ξεκινά ο Γιώργος τη συλλογή σωζόμενων αποσπασμάτων από τα ποιήματα του Αρχίλοχου που κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τις μέρες αυτές ο ίδιος επανήλθε στην περίπτωση Αρχίλοχου, σε μεταξύ μας κουβέντα, επισημαίνοντας την καταπληκτική ικανότητα των στίχων του αρχαίου ποιητή να μπορούν να περιγράψουν σύγχρονες καταστάσεις (σ.σ.: λέτε επειδή υπήρξε και μισθοφόρος;).

Ωστόσο δεν μακρηγόρησε. Απλά σκέφτηκε να το αποδείξει με έναν διαφορετικό τρόπο ο οποίος μας άρεσε πολύ και σκεφτήκαμε να τον μοιραστούμε μαζί σας: με έναν… Αρχίλοχο.. εικονογραφημένο.


.

Τριαλαρί, πρωταθλητή.
Χαίρε άρχοντα Ηρακλή.
Εσύ και ο Ιόλαος, διπλή αιχμή.
Τριαλαρί, πρωταθλητή.
Χαίρε άρχοντα Ηρακλή.


Αρχίλοχος: Απόσπ. 155[Ed.119]


Ξεφωνιζόπουλε, θα σου αναφέρω ένα μύθο
που περιφέρεται σαν βουλωμένο γράμμα.
Ο πίθηκος διαχώρισε τη θέση του από τα ζώα
και γύριζε στις ερημιές, να πάρουν λίγο αέρα τα μυαλά του.
Συνάντησε λοιπόν μία σκόπιμη αλεπού
με τα μυαλά επαρκώς αερισμένα.


Αρχίλοχος: Απόσπ. 102[Ed.89]


.



Χαρά σ' εκείνον που έχει τέτοια παιδιά!


Αρχίλοχος: Απόσπ. 50 [We. 60]


.



Ένα πράγμα ξέρω καλά: να επιστρέφω ανοιχτές
τις πληγές που μου ανοίγουν.


Αρχίλοχος: Απόσπ. 70 [Ed.65]


.


Έχασα τον έλεγχο· όμως αν δεν κάνω λάθος,
δε γλίστρησα μόνος σ' αυτή την εκτροπή.


Αρχίλοχος: Απόσπ. 78 [Ed.73]


.


Πέσαμε πάνω τους και τούς λιανίσαμε:
χίλιοι άντρες ολομόναχοι
ενάντια σε επτά ολόκληρα κουφάρια.


Αρχίλοχος: Απόσπ. 64 [Ed.59]



Αρχίλοχος-Ποιήματα και Θρύψαλα, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Γιώργος Μπλάνας, στον Μικρό Απόπλου

2/12/09

Αιματοβαμμένη Κυριακή


.
Όλοι τις μέρες αυτές γυρνάμε τη μνήμη πίσω, στον περσινό Δεκέμβρη που στιγματίστηκε από τον τραγικό χαμό του μικρούλη Αλέξη Γρηγορόπουλου, γεγονός που αποτέλεσε αφορμή για μαζικής έκτασης επεισόδια και όχι μόνο στην Αθήνα. Έτσι συνηθίστηκε να μιλάμε για νέα Δεκεμβριανά. Ωστόσο δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εμάς σκεφτήκαμε τα Δεκεμβριανά του 1944 και το ρόλο που έπαιξαν στην μεταπολεμική, έως και τη σημερινή, Ελλάδα.

Ίσως επειδή συνηθίσαμε να διαβάζουμε πως αφορμή για τα Δεκεμβριανά αποτέλεσε η διαδήλωση του ΕΑΜ την Κυριακή 3 Δεκέμβρη 1944 κατά της αγγλικής, ουσιαστικά, κατοχής. Σαν να λέμε δηλαδή ότι ήμασταν υποχρεωμένοι να προσκυνήσουμε, όπως οφείλαμε και μετά την Επανάσταση του ΄21. Φυσικά ο λαός δεν είναι αμέτοχος σε αυτήν την ομηρία. Και πάλι λιγότεροι ήταν εκείνοι που αντιστάθηκαν. Εξάλλου και στα περσινά γεγονότα με την ίδια ελαφρότητα μυαλού βρέθηκαν άνθρωποι να πουν ότι ο μικρούλης Αλέξης δεν θα ήταν νεκρός, αν οι γονείς του πρόσεχαν!

Στο βίντεο προβάλλεται ένα μικρό απόσπασμα από συνέντευξη του ρεπόρτερ της Αντίστασης Σπύρου Μελετζή για τα Δεκεμβριανά καθώς και οπτικό υλικό από εκείνη την αιματοβαμμένη διαδήλωση που μόνο η περιγραφή της από τους ανθρώπους της οικογένειάς μου, μού έκοβε την ανάσα από μικρό παιδί. Εκείνο που μου έχει εντυπωθεί περισσότερο είναι ο τρόμος, η θλίψη και η οργή του 13χρονου, τότε, πατέρα μου: έφεραν οι Χίτες τους νεκρούς στο Αιγάλεω, από το Σύνταγμα, επάνω σε κάρα και τους πέταγαν αφού έκαναν την επίδειξή τους. Οι κοπέλες δίπλα στο σπίτι μας γνώρισαν τον πατέρα τους από τις κάλτσες…
Ενδιαφέρουν-Η Ελλάδα της ΕΑΜικής Αντίστασης με το φακό του Μελετζή, Ριζοσπάστης, 28-09-08, Ένθετη έκδοση : «7 ημέρες μαζί»
-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ ΔΣΕ: ο δρόμος των λαών στην ιστορική αναδρομή, Pathfinder clubs
-Σπύρος Μελετζής, ο φωτογράφος της αντίστασης, μια παρουσίαση του έργου και της ζωής του από το forum του digital photography gr
- 3 Δεκέμβρη 1944, Η ένοπλη αγγλική επέμβαση, Ριζοσπάστης, 3-12-00

24/11/09

Γουρουνομούρες

Pigs, Pigs, Pigs του Tom Busby, studio-629
.
Ως πάσχουσα από «γριπώδη συνδρομή» και με τη διαδικασία του επείγοντος -επειδή έρχομαι σε επαφή με ασθενείς- στάλθηκε και το δικό μου φαρυγγικό επίχρισμα στο Παστέρ. Ωστόσο, επειδή ακριβώς ήταν επείγον κι επειδή πρέπει, πρώτοι εμείς οι υγειονομικοί, να προστατεύσουμε τον πληθυσμό, το γεγονός ότι το δείγμα ήταν ακατάλληλο το πληροφορήθηκα μετά από προσωπικές και επίμονες παρεμβάσεις στο Παστέρ και στο ΚΕΕΛΠΝΟ …. την 7η (!!) ημέρα. Μέχρι και σήμερα δεν έχω λάβει, φυσικά, κάποιο σχετικό έγγραφο ούτε καν ως δικαιολογία. Έτσι δεν θα μπορέσω ποτέ να διαπιστώσω από τι έπασχα.

Ξέρω, τι σκέφτεστε τώρα. Μήπως «αν αυτό συμβαίνει σε έναν υγειονομικό γύρευε τι τραβάει ο κοσμάκης»; Και να σκεφτείτε ότι τα συμπτώματα εμφανίσθηκαν το πρωί της 16ης Νοεμβρίου και ενώ είχα αποφασίσει να εμβολιασθώ αλλά το ανέβαλα επειδή εφημέρευα την «πανηγυρική» ημέρα. Τελικά, και μετά από αυτή την τεραστίου μεγέθους αναξιοπιστία, αποφάσισα να μην κάνω το εμβόλιο. Με όποιο κόστος. Και γιατί στην τελική να αναλάβω εγώ τις ευθύνες μου έναντι των ασθενών όπως λένε οι ιθύνοντες και να μην τις αναλάβει η Πολιτεία; Η Πολιτεία που μας καλεί να «συμμορφωθούμε» αγνοώντας ότι δεν ξέρουμε καν αν έχουμε προσβληθεί ή όχι. Και πώς να μην προσβληθούμε δηλαδή όταν προσφέρουμε υπηρεσίες στους σταύλους του ΕΣΥ; Και μην μου πείτε ότι η πανδημία είναι εκείνη που θα γονατίσει τα δημόσια νοσοκομεία, γιατί έχω ακόμη πολύ βήχα και θα πνιγώ από τα γέλια.

Και για να διανθίσω την έτσι κι αλλιώς ιλαροτραγική κατάσταση σας παρουσιάζω τα τερατάκια εκείνα που επιβεβαιώνουν την πάγια άποψή μου πως όλα τα «γουρούνια» έχουν την ίδια μούρη… όπως ίδια είναι και η σκηνή όλων των τσίρκων στον κόσμο.

Όταν τις δεις από μακριά, οι Γουρουνομούρες είναι γυναίκες λυγερές και εξαιρετικά κομψές. Φορούν όμορφα φορέματα, που αναδεικνύουν τις λαχταριστές καμπύλες τους, και εξεζητημένα καπέλα με λουλούδια και φτερά, που τους δίνουν αρχοντικό αέρα. Όμως τα κεφάλια τους είναι γουρουνίσια. Το ίδιο και οι τρόποι τους. Τρομερή κατάρα βαραίνει απάνω τους από τα χρόνια του Μεσαίωνα. Ήταν, λένε οι χωριάτες της κεντρικής Ευρώπης, μια αρχόντισσα πολύ όμορφη, αλαζονική και περήφανη για τα πλούτη της. Μια μέρα, χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού της κάποια ζητιάνα, που κρατούσε αγκαλιά το τρισάθλιο παιδάκι της, κι άρχισε να ζητάει επίμονα ελεημοσύνη. Η αρχόντισσα ενοχλήθηκε. «Πάρε το γουρουνάκι σου και χάσου από μπρος μου», της φώναξε. «Θα φύγω», της απάντησε η ζητιάνα, «αλλά πρώτα θα σε καταραστώ. Δέκα φορές γουρούνι να είναι το πρώτο παιδί που θα γεννήσεις!» Πραγματικά, η αρχόντισσα, που έτυχε να είναι νιόπαντρη, γέννησε σε λίγο καιρό ένα κοριτσάκι με κεφάλι γουρουνιού. Ήταν η πρώτη Γουρουνομούρα. Οι γονείς της έφτιαξαν ένα μοναστήρι και την έκλεισαν μέσα, ώσπου γέρασε και πέθανε με αξιοπρέπεια. Άλλοι πλούσιοι και αλαζονικοί άνθρωποι, όμως, έτυχε να πετάξουν τις Γουρουνομούρες που γέννησαν. Μερικές από αυτές κατάντησαν κάποτε θέαμα στα Τσίρκα και στα πανηγύρια.

Από την Εγκυκλοπαίδεια των Τεράτων του Γιώργου Μπλάνα

21/11/09

Κάταπιε το και μη μιλάς

Οι αφαιμάξεις και οι υποκλυσμοί αποτελούσαν τις κατ΄ εξοχήν θεραπείες για τις περισσότερες ασθένειες κατά τον Μεσαίωνα. Μέθοδοι που δεν είναι μακριά ούτε από εκείνες της εποχής του Ιπποκράτη ούτε από αυτές που εφαρμόζονται, γενικότερα, στη σύγχρονη Ελλάδα. Πηγή εικόνων
.
Από ΄κει που όλοι σκοτώνονταν για πλουραλισμό και για πολυκομματική Βουλή βρεθήκαμε ξαφνικά μόνο με δύο κόμματα σε πλήρη λειτουργία, εκ των οποίων το ένα κυβερνά και το άλλο κάνει αντιπολίτευση. Έτσι, η κυβέρνηση κάνει τη δουλειά της υπό την καθοδήγηση της «μαμάς» ΕΕ και των εκπροσώπων του εγχώριου κεφαλαίου, δύο κόμματα της αντιπολίτευσης ασχολούνται με τα δικά τους, το άλλο περιμένει τις εξελίξεις των «άλλων», και μένει να παλεύει, ουσιαστικά, την κατάσταση μόνο το ΚΚΕ. Όχι δηλαδή ότι τα υπόλοιπα είχαν να πουν και κάτι, αλλά το αναφέρω για λόγους τυπικούς.

Χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα της κρίσης στο πολιτικό και πολιτειακό σύστημα, γιατί με τέτοια έχουμε να κάνουμε, δεν σας κρύβω ότι το σκηνικό μετά τις εκλογές, μου προκαλεί και ολίγη ευθυμία, καθώς, και ως υγειονομικός, σκέφτομαι ότι η χώρα μας μοιάζει με ένα …. απέραντο μαιευτήριο. Θα μου πείτε είναι μια εξέλιξη κι αυτό μια και συνήθως μοιάζει με ένα, επίσης απέραντο, ψυχιατρείο, ωστόσο το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Οι μεν κυβερνώντες διανύουν φάση λοχείας, με διπλάσιο και πλέον αριθμό ημερών αντίστοιχο του μεγέθους που έχει το προϊόν της … γέννας τους, οι δε αντιπολιτευόμενοι (μείζονες και ελάσσονες) είναι στις … μέρες τους να γεννήσουν αρχηγούς ή κομματικούς σχηματισμούς. Κι έμεινε μόνο η Παπαρήγα να τρέχει να καλύψει τα Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών όλων των γενικών νοσοκομείων, όπου έτσι κι αλλιώς είναι γνωστές οι ελλείψεις προσωπικού.

Δεν με ενδιαφέρει πώς «την έχουν δει» σ΄ αυτή τη χώρα οι πολιτικοί αλλά με καίει πώς τους βλέπουν οι ψηφοφόροι που τους εμπιστεύονται. Το έχουμε πάρει, καιρό τώρα, σκοινί-κορδόνι και δεχόμαστε να ψηφίζουμε κόμματα που αφού εξασφαλίσουν τις έδρες τους στη Βουλή αρχίζουν να αναζητούν τον χαρακτήρα τους! Μα τότε, δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη για να καταλάβουμε ότι ακόμη και τα προγράμματά τους είναι πλαστά. Είναι δυνατόν να είναι αλλιώς, εφόσον ψάχνουν τον προσανατολισμό τους ή/και τον τρόπο οργάνωσης του σχηματισμού τους ή/και αν θα εξακολουθήσουν να υφίστανται;

Τελικά, και όπως αποδεικνύεται, η παροιμιώδης φράση «Κάταπιε το και μη μιλάς» δεν έχει να κάνει μόνο με τα κυβερνητικά μέτρα αλλά και με όσα διαδραματίζονται στην πλειοψηφία των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Εξελίξεις που καθημερινά γιγαντώνουν την άποψη ότι είμαστε άξιοι των επιλογών μας. Κλείνοντας τη σημερινή «τσαντίλα», και για να μην μακρύνουν οι σκέψεις μου περί κίβδηλων ψήφων και ιδεολογιών, παραθέτω από το βιβλίο «Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη την προέλευση της παραπάνω φράσης.

Αυτή τη σύσταση κάνουμε σ΄ αυτόν που έπαθε κάτι και προσπαθεί να αντιδράσει, φέροντας αντιρρήσεις. Υπάρχει η γνώμη ότι η φράση αυτή προήλθε από την «κατάπιε το σάλιο σου», κατάπιε, δηλαδή, τα λόγια σου και μην αντιμιλάς. Κατά τον Φ. Κουκουλέ, πρόκειται για φάρμακο που, αν και είναι δυσάρεστο στη γεύση, θα πρέπει να το καταπιεί χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις, χωρίς να μιλά. Σε συγγραφέα του ΙΕ΄ αιώνα διαβάζουμε: «εάν τι ουκ αρέση, άκοντες υπομείνωση και αντί νέκταρος ή μυρεψικού ποτού την χολήν καταπίωσι»∙ «ει και ακαύσωσιν οι μη θέλοντες και ει φανήσεται αυτοίς αυστηρόν ή πικρόν θέλοντες και μη θέλοντες καταπίωσιν αυτό».

17/11/09

Τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο



Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ' όλες τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη.
Έτσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα.»
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

...έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.


Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

12/11/09

Δημήτρης Ψαθάς


.
Ο Δημήτρης Ψαθάς υπήρξε ένας σπουδαίος συγγραφέας και δημοσιογράφος, με τα έργα του οποίου έχουν διασκεδάσει πολλές γενιές Ελλήνων. Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα τον Οκτώβριο του 1907 από Τενέδιους γονείς και σε ηλικία 16 ετών, λίγο μετά την καταστροφή της Σμύρνης ήρθε στην Αθήνα όπου ολοκλήρωσε και τις σπουδές του. Ασχολήθηκε μόνο με τη γραφή από τα νεαρά του χρόνια και ειδικότερα με το ευθυμογράφημα στο οποίο σημείωσε μοναδική επιτυχία. Συνεργάσθηκε με πολλές εφημερίδες όπως «Ελεύθερο Βήμα», «Αθηναϊκά Νέα», «Νέα» και «Ελευθεροτυπία». Τα περισσότερα χρόνια της δημοσιογραφικής του καριέρας διατηρούσε στήλη στα «Νέα» ως χρονογράφος ενώ παράλληλα έγραφε και θεατρικά έργα πολλά από τα οποία μεταφέρθηκαν και στον Κινηματογράφο σημειώνοντας τεράστια επιτυχία, με ερμηνευτές των ρόλων, τους καλύτερους Έλληνες ηθοποιούς. Το πρώτο θεατρικό έργο του παρουσιάστηκε το 1940 και είναι το γνωστό μας «Στραβόξυλο». Εκτός από τα ευθυμογραφήματα και τα σατιρικά βιβλία που εκδόθηκαν με την υπογραφή του Δημήτρη Ψαθά (κορυφαία η «Μαντάμ Σουσού» και το έργο «Η Θέμις έχει κέφια») είχε γράψει και άλλα που ξεχωρίζουν όπως «Η γη του Πόντου» ένα πολυσέλιδο ιστορικό των διωγμών που υπέστησαν οι κάτοικοι της ιδιαίτερης πατρίδας του, ο «Χειμώνας του ΄41» και η «Αντίσταση» όπου περιγράφει την δραματική περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στη χώρα μας, αλλά και αρκετά με τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του στον κόσμο. Ο Δημήτρης Ψαθάς πέθανε πριν από 30 χρόνια τις μέρες αυτές (13 Νοεμβρίου 1979) ωστόσο τα έργα του παραμένουν πάντα επίκαιρα. Από αυτά επιλέξαμε το παρακάτω με τη σιγουριά ότι θα σας κάνει όχι μόνο να γελάσετε αλλά και θα σας φέρει στο μυαλό σύγχρονους…. αξιοσέβαστους κυρίους!
.
Κακοανατεθραμμένα
.
Ο κύριος που όρμησε στο τραμ ήταν απ’ τους πιο επιβλητικούς κυρίους που είχα δει ποτέ. Φορτωμένος ως τα μπούνια με δώρα και ψώνια πρωτοχρονιάτικα δεν είχε χάσει τίποτ’ απ’ την ευλυγισία και τη μαχητικότητά του. Στ’ ορμητικό πέρασμά του απ’ το διάδρομο του τραμ ανέτρεψε μια χοντρή κυρία, δυο λιγνούς κυρίους, εποδοπάτησε ένα κοριτσάκι και πρόφτασε να στρογγυλοκάτσει θριαμβευτικά στη θέση. Ενώ από πίσω οι άλλοι επιβάτες έκαναν το σταυρό τους, κοιτώντας τον με κατάπληξη, εκείνος ταχτοποιούσε τον εαυτό του για να νιώσει όσο μπορούσε αναπαυτικότερα. Έβαλε τα πακέτα στα γόνατά του, άπλωσε τα πόδια του στο ξύλο του μπροστινού καθίσματος, διόρθωσε τη γραβάτα και το καπέλο του. Συγχρόνως στραβοκοιτούσε τους άλλους επιβάτες και μουρμούριζε ζητώντας τα ρέστα:
- Τα γαϊδούρια!
Κι ύστερα:
- Τα γουρούνια!
Κι ύστερα:
- Αλλά Έλληνες δε είμαστε; Βούρδουλα θέλουμε. Ε, βρε, πού είσαστε Γερμανοί! Ναι, τους Γερμανούς θέλουμε για να μπούμε σε τάξη!
Κι ενώ τα ’λεγε αυτά, εκφράζοντας ποιος ξέρει ποιες βαθιές νοσταλγίες της ψυχής του – κρατούσε τα πλούσια πακέτα του αγκαλιά σαν να έτρεμε μη τυχόν και του τα έπαιρνε κανένας. Η πλαϊνή θέση του έμενε κενή, γιατί κάποιος χριστιανός – από εκείνους που ο ορμητικός κύριος ονόμασε με ολόκληρη την ονοματολογία της ζωολογίας – εφώναξε μια γυναικούλα του λαού που κρατούσε ένα αγοράκι, να κάτσει εκείνη. Στρώθηκε η γυναικούλα, ευχαρίστησε κι έβαλε το παιδί στα γόνατά της.
- Σας ενοχλώ, κύριε;
- Και βέβαια μ’ ενοχλείτε.
- Με το μπαρδόν.
Τα μάτια του αξιοσέβαστου κυρίου είχαν πέσει σαν αστραπές επάνω στο παιδί που καθώς κοιτούσε τα πακέτα με τα παιχνιδάκια – ρόδες, κούκλες, καραμούζες, αυτοκινητάκια – ετρόμαζε μήπως τυχόν και ο μικρός του αρπάξει κανένα. Έσκυψε, λοιπόν, επάνω στα πολύχρωμα πακέτα του, εσούφρωσε τα φρύδια, εγούρλωσε τα μάτια και αγκάλιασε σφιχτότερα τα πολύτιμα υπάρχοντά του. Εκεί έγινε μια απ’ τις πιο νόστιμες σκηνές που είδα ποτέ στο τραμ. Βλέποντας ο μικρός το άγριο ύφος του αξιοσέβαστου κυρίου έβαλε τις φωνές:
- Φοβάμαι, μαμά, φοβάμαι!
- Τι φοβάσαι, παιδί μου;
- Τον κύλιο. Τλώει παιδιά;
Ξέσπασαν στα γέλια όλοι οι επιβάτες και η μητέρα του παιδιού, προσπαθώντας να καθησυχάσει το μικρό, έκανε με την αφέλειά της πιο κωμική τη θέση του αξιοσέβαστου κυρίου:
- Όχι, παιδάκι μου! Ο κύριος δεν τρώει παιδιά. Είναι ένας καλός κύριος. Ο κύριος δεν είναι Γερμανός. Μόνο οι Γερμανοί τρώνε παιδιά.
- Είναι Γελμανός! Γελμανός!
- Όχι, πουλάκι μου, Κοίταξέ τον. Είναι ένας πολύ καλός κύριος που τ’ αγαπάει τα παιδιά. Δεν είναι Γερμανός.
Ο μικρός όμως άρχισε να τσιρίζει «είναι Γελμανός, Γελμανός» κι η θέση του κυρίου έγινε κωμικοτραγική. Η διάθεσή του ήταν, βέβαια, να πνίξει το διαολάκο που η κακή του τύχη έφερε κοντά του, αλλά κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, σφίχτηκε και χαμογέλασε, έβγαλε ένα πορτοκάλι από την τσέπη του παλτού του και τ’ άπλωσε στο μικρό:
- Έλα, πάρε, κατεργάρη.
- Δεν τλως παιδιά;
- Όχι, χαζέ. Ανόητε!
Έπρεπε να δείτε τη φάτσα του ανθρώπου εκείνου που προσπαθούσε με το βιασμένο χαμόγελο να καμουφλάρει το βράσιμο της ψυχής του. Όμως ξεθάρρεψε ο μικρός, πήρε το πορτοκάλι και άφησε τη χαρά του να ξεσπάσει, χοροπηδώντας στα γόνατα της μάνας του μ’ ένα αναπάντεχο τραγούδι:
- Λαοκατία και όχι βασιλιά!
Ε, φίλοι μου! Αυτό ήταν η σταγόνα που χρειαζόταν να ξεχειλίσει το ποτήρι. Ο αξιοσέβαστος κύριος φαίνεται πως ήταν από τους πιο αδιάλλαχτα φανατικούς. Άνοιξαν τα μάτια του, άνοιξε το στόμα του, κοκκίνισε η φάτσα του, πετάχτηκαν οι ματάρες του με φλογισμένα βλέμματα όξω από τις κόγχες:
- Α, το άτιμο! Είναι και κουκουέδικο! Φέρε μου το πορτοκάλι! Δώσ’ μου πίσω το πορτοκάλι, παλιόπαιδο! Κακοανατεθραμμένο! Γρήγορα μη σου τα τσακίσω τα χέρια!
Τρομαγμένο το παιδί πέταξε το πορτοκάλι, χώθηκε στην αγκαλιά της μάνας του κατακίτρινο, τσιρίζοντας:
- Είναι Γελμανός! Γελμανός!
Νέο κύμα γέλιου ξέσπασε μέσα στο τραμ. Όπου ο αξιοσέβαστος κύριος δεν μπόρεσε πια ν’ ανθέξει, μάζεψε τα πακέτα του, έβρισε πάλι «γαϊδούρια, γουρούνια», «κουκουέδες», ανέφερε μερικούς στο πέρασμά του και κατέβηκε στην πρώτη στάση πολλά μουρμουρίζοντας κατά φρένα και θυμόν. Εκεί στον εξώστη ήταν κι ένας αλητάκος που τον προέπεμψε με τη φωνή:
- Χρόνια πολλά στο Χίτλερ, μπάρμπα!
Κι ο αξιοσέβαστος άνθρωπος απομακρύνθηκε γρυλίζοντας με τα πακέτα του, με την ψυχή του, με τον εθνικισμό του και βράζοντας ολόκληρος εναντίον των «κακοανατεθραμμένων» παιδιών, σίγουρος ότι ο ίδιος είχε την καλύτερη ανατροφή του κόσμου.

Για τον Δημήτρη Ψαθά
Βιογραφία, Βικιπαίδεια
Βιογραφία και έργα του, Περί …γραφής

Πηγή κειμένου: Η κιβωτός του κ. Σαραντάκου

7/11/09

Αριστείδης Μόσχος

Από το Κονσέρτο της Λαϊκής Σχολής Παραδοσιακής Μουσικής του Αριστείδη Μόσχου που δόθηκε για τα 70 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1992) με τον ίδιο και τους μαθητές του να μαγεύουν το κοινό. Τα σαντούρια σε όλο τους το μεγαλείο σε ένα πολυαγαπημένο τραγούδι με τίτλο «Σε αγάπησα πολύ κουκλάκι μου» σε στίχους και μουσική του κυρίου Παναγιώτη Τούντα.

Με όλα αυτά τα σκουπίδια που ακούμε καθημερινά και τα οποία έχουν την τιμή να συγκαταλέγονται στις μουσικές δημιουργίες, έχουμε φτάσει στο σημείο πολλοί από εμάς τους παλαιότερους να μην διακρίνουμε πια ορισμένα μουσικά όργανα ενώ οι νεότεροι να τα αγνοούν. Προ μηνών είχαμε ασχοληθεί με το μπουλγαρί που λίγοι το γνωρίζουν κι ακόμη λιγότεροι το διακρίνουν. Σήμερα διαλέξαμε το σαντούρι που είναι μεν πιο γνωστό αλλά τείνει να εξαφανιστεί στον πολτοποιητή των νέων «μουσικών» προτιμήσεων. Η επιλογή σχετίζεται με την επέτειο θανάτου ενός σπουδαίου καλλιτέχνη που ασχολήθηκε με το σαντούρι όσο κανείς άλλος σε αυτή τη χώρα προσφέροντάς μας μοναδικές μελωδίες.

.

Το σαντούρι ένα όργανο με εξαιρετική γλυκύτητα ήχου. [1]

.
Το σαντούρι ανήκει στα έγχορδα μουσικά όργανα και συγγενεύει με το κανονάκι. Έχει σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου και 3-5 μεταλλικές χορδές κουρδισμένες στον ίδιο τόνο για κάθε φθόγγο. Η μελωδία παράγεται με δύο λεπτά ραβδάκια (μπαγκέτες) των οποίων τα άκρα είναι τυλιγμένα με βαμβάκι ή δέρμα, ενώ ο μουσικός χρησιμοποιεί περισσότερο τους καρπούς παρά τα δάκτυλα. Για την ονομασία του υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη θέλει τη λέξη σαντούρι να προέρχεται από το βυζαντινό ψαλτήρι (κανονάκι) > σαντίρ > σαντούρι και η άλλη από την περσική φράση «σαν ταρ» που σημαίνει εκατό χορδές. Αρχικά το όργανο το χρησιμοποιούσαν για να κρατήσουν το ίσο ή ως συνοδευτικό ενώ είναι διαδεδομένο στη Ρουμανία σε χώρες της Μέσης Ανατολής και στο Ιράν. Στην Ελλάδα διαδόθηκε από τους πρόσφυγες μετά το 1922 ωστόσο το συναντάμε και πριν, σπάνια, σε αρκετά μέρη της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.

.

Το Αγρίνιο χιονισμένο τη χρονιά που γεννήθηκε ο Αριστείδης Μόσχος (1930). Από το φωτογραφικό άλμπουμ «Το Αγρίνιο κάποτε» του Αριστείδη Μπαρχαμπά. [2]

.
Ο Αριστείδης Μόσχος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1930, πέμπτο παιδί πολύτεκνης οικογένειας με καταγωγή από την Πεντάλοφο της Αιτωλοακαρνανίας. Οι γονείς του είχαν αποκτήσει συνολικά δέκα παιδιά ενώ ο πατέρας του υπήρξε ονομαστός κλαρινίστας, ενασχόληση που πιθανόν να τον οδήγησε στην απόφαση πώλησης των 400 στρεμμάτων γης και να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά στην πόλη. Το Αγρίνιο τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αποτελούσε μια πόλη που θα λέγαμε ότι δεν είχε να ζηλέψει κάτι από τις πρωτεύουσες. Η παραγωγή καπνού είχε δημιουργήσει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη αφού πολλές ξένες εταιρείες καπνού είχαν εκεί τις αντιπροσωπείες τους. Σε αυτό το περιβάλλον ο πατέρας του Μόσχου άνοιξε δύο μαγαζιά: ένα καφέ αμάν και ένα καφέ σαντάν. Στο μεν πρώτο έπαιζαν Κωνσταντινοπολίτες, Σμυρνιοί και Αρμένιοι μουσικοί με σπουδαία ονόματα της εποχής που έρχονταν από την Αθήνα όπως η Μαρίκα Πολίτισσα, η Ρόζα Εσκενάζη, ο Ρούκουνας, ο Μήτσος Αραπάκης, ο Καλλέργης, η δική μας Ρίτα Αμπατζή (πέθανε στο Αιγάλεω το 1969), ενώ στο άλλο κυριαρχούσε η ευρωπαϊκή μουσική. Στο δεύτερο παρουσιάζονταν χορεύτριες από φημισμένα κέντρα της Ευρώπης όπως το Μουλέν Ρουζ και το Καζινό ντε Παρί. Το ρόλο του μάνατζερ είχε ο μεγάλος αδελφός του Μόσχου που έπαιζε βιολί. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο πατέρας Μόσχος έπαιζε κλαρίνο αλλά όχι μόνο δημοτική μουσική. Αγαπούσε πολύ τους ευρωπαϊκούς ρυθμούς κι έτσι εμφανιζόμενος μόνο ένα τέταρτο κάθε βράδυ στο δεύτερο μαγαζί κατακλυζόταν από χιλιάρικα.

.

Ο Α. Μόσχος δημιουργώντας, πολλά χρόνια αργότερα.[3]

.
Στο ζενίθ της επιτυχίας των καφέ του Μόσχου ο οκτάχρονος Αριστείδης φάνηκε να προσελκύεται από ένα πιο σπάνιο όργανο. Το σαντούρι που έφερε μαζί του ο Ρουμάνος μουσικός Νέστωρ Μπάτσι κατέκτησε τον μικρό και απαίτησε κλαίγοντας ένα ίδιο. Και ήταν τόση η λαχτάρα του που δεν μπόρεσε ο πατέρας του να τον ξεγελάσει όταν προσπάθησε να του δώσει ένα ψεύτικο, παραγγελία σε ξυλουργό του Αγρινίου. Τότε ο μεγάλος αδελφός αναγκάσθηκε να ταξιδέψει στην Αθήνα και να φέρει στον Αριστείδη το πολυπόθητο όργανο. Εκείνος μελετώντας, ακούγοντας και παίζοντας με το όργανο αυτό έφθασε σε έξι μόλις μήνες στο επίπεδο να αντικαθιστά τον Ρουμάνο όταν εκείνος έλειπε σε πανηγύρια. Το ζήτημα βέβαια απασχόλησε ιδιαίτερα την τοπική κοινωνία αφού ο μικρός πήγαινε στο σχολείο και αντί να μιλάει για τα γράμματα και τα παιχνίδια εξιστορούσε στους συμμαθητές του τι γινόταν τα βράδια στο καφέ αμάν και στο καφέ σαντάν.

.

Ο Επονίτης Αβραάμ Αναστασιάδης, ένας από τους τρεις που κρεμάστηκαν και από τους 120 που βρήκαν το θάνατο από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής την Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στο Αγρίνιο.[4]

.
Τα επόμενα χρόνια ο Αριστείδης Μόσχος αναδείχθηκε σε βιρτουόζο του οργάνου εκτελώντας έργα μεγάλων μουσικών (Σουγιούλ, Χαιρόπουλος, Αττίκ, κ.ά) αλλά και τανγκό και κομπαρσίτες, γνωρίζοντας τη δόξα από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ωστόσο η Κατοχή ερήμωσε το Αγρίνιο και φυσικά τα μαγαζιά της οικογένειας Μόσχου είχαν την ίδια τύχη. Τότε όλα τα αδέλφια μετακινήθηκαν στην Αθήνα και άρχισαν να συνεργάζονται με τους μουσικούς που κάποτε υποδέχθηκαν οι ίδιοι. Το 1953 εντάχθηκε στο Λύκειο των Ελληνίδων θέση που τον έκανε ταξιδέψει σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της γης παρουσιάζοντας την ελληνική μουσική παράδοση, εκτελώντας όμως μέχρι και τη Μασσαλιώτιδα. Το περιστατικό που το ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος, έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1959 όταν συνόδευσε τους Σπαθάρηδες για παράσταση του θεάτρου Σκιών σε Φεστιβάλ. Τότε ο Γάλλος πρέσβης ζήτησε να ακουστεί ο γαλλικός εθνικός ύμνος. Καλύτερα όμως να αποτυπώσουμε ακριβώς τα λεγόμενα του μουσικού: «Ήμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε, όταν έρχεται ο πρέσβης της Γαλλίας και λέει: "Πριν αρχίσει η παράσταση, να παίξετε τον γαλλικό εθνικό ύμνο". Κοιταζόμαστε. Λέει ο Ευγένιος: "Καταστροφή". Δε μπορούσαμε να αρνηθούμε γιατί από κάτω κάθονταν υπουργοί, διπλωματικά σώματα, ήτανε πολύ επίσημο το φεστιβάλ. Λέω "ηρεμήστε και δώστε μου τρία λεπτά". Από το σχολείο που πήγαινα ακόμα θυμόμουνα το γαλλικό ύμνο που εμείς τον λέγαμε ελληνικά "Ώ παιδιά μου ορφανά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί...". Βάζω σ' ένα έδρανο τις δυο σημαίες και ανοίγει η σκηνή. Δε βλέπω ούτε θέατρο, ούτε κόσμο, παίζω μια φορά τη μελωδία και μετά ...πάρτον κάτω λιπόθυμο!».
.

Με τον αξέχαστο Δημήτρη Λάγιο.[5]

.
Στη δισκογραφία παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1952 σε δίσκο της εταιρείας Μιούζικ Μποξ και από τότε έκανε πλήθος συνεργασιών με μεγάλους μουσικούς όπως Κόρος, Ζέρβας, Αηδονίδης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Τούντας, Παπάζογλου, κ.ά. Όπως δήλωνε ο ίδιος ήταν πολύ ευχαριστημένος από τις αμοιβές του αλλά τον λυπούσε το γεγονός ότι είχαν κακομάθει και δεν χρησιμοποιούσαν παρτιτούρες!

.

Στη σχολή του Αριστείδη Μόσχου. Από το φωτογραφικό αρχείο του Μπάμπη Τσέρτου ο οποίος στέκεται όρθιος πίσω και αριστερά (στη φωτο) του μεγάλου μας σολίστα.[6]

.
Το 1985 έκανε το όνειρό του πραγματικότητα ιδρύοντας το «Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής», όπου διδάσκονται μέχρι σήμερα 22 όργανα, βυζαντινή μουσική και χορωδία. Ο Αριστείδης Μόσχος πέθανε στις 8 Νοεμβρίου 2001, χορτασμένος από δόξα και επαίνους χωρίς όμως να λάβει ποτέ ούτε μια δεκάρα ως κρατική επιχορήγηση. Κι αυτό ήταν ένα παράπονο που πήρε μαζί του αν και ήξερε τους λόγους. Σε μια συνέντευξή του το 1999 είχε δηλώσει σχετικά: «Η πολιτεία δεν στήριξε ποτέ τον παραδοσιακό μουσικό γιατί δεν είχε πτυχίο μουσικής. Δεν σεβάστηκαν τα ταλέντα και τα φαινόμενα της εποχής. Έχουμε παραδείγματα και από άλλους χώρους της τέχνης. Ο Θεόφιλος ζωγράφος αυτοδίδακτος κατέπληξε τους πάντες με το ταλέντο του. Κυρά μου να το ξέρεις. Από αρχαιοτάτων χρόνων το παραδοσιακό τραγούδι κλείνει όλη την ιστορία του πολιτισμού μας και του έθνους. Όσο κι αν θέλουν να το κατακρεουργήσουν δεν θα τα καταφέρουν. Ο Έλληνας θα ακούει πάντα το κλαρίνο…»

Πηγές κειμένων
Αριστείδης Μόσχος, Η Νέα Εποχή, Εφημερίδα του Αγρινίου στο διαδίκτυο
Αριστείδης Μόσχος, Παρακαταθήκη και χρέος, Ριζοσπάστης
Κουβεντούλα με τον Αριστείδη Μόσχο, Σούλα Βαζούρα, Zonews, Η Νέα Ιωνία και το Ηράκλειο στο Internet
Κανονάκι και Σαντούρι, Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, Φοίβος Ανωγειανάκης, δημοσιευμένο στο Μουσικό Εργαστήρι
Ελληνικό Σαντούρι, Κοφτερός

Πηγές εικόνων
[1] Μουσικό Εργαστήρι
[2] Μουρμούρα News
[3] Music Heaven
[4] Νέα Εποχή
[5] Ριζοσπάστης
[6] Επίσημη ιστοσελίδα του Μπάμπη Τσέρτου.

2/11/09

Η Γκόλφω παρά το όρος Αιγάλεω

Σε τακτά χρονικά διαστήματα και με ιδιαίτερη επιμέλεια τις περιόδους εκείνες που αλλάζει η εποχή, έχω την χαρά και την υποχρέωση να αναδιατάξω τα βιβλία μου. Τις περισσότερες φορές δε, καθηλώνομαι στη σκαλίτσα της βιβλιοθήκης ξεφυλλίζοντας τα παλαιά ή σπάνια ή εξαιρετικού ενδιαφέροντος που κάθονται εκεί ψηλά προφυλαγμένα σε σχέση με τα άλλα. Όμως όταν οι μέρες είναι «πονηρές» και «ιστορικές» όλο και κάποιο με προκαλεί ώστε να το κατεβάσω και να του ρίξω ξανά μια ματιά. Θα αναρωτιέστε, τώρα, τι εννοώ με τα επίθετα «πονηρές» και «ιστορικές». Για να εξηγούμαι λοιπόν, εννοώ εκείνες που ξυπνούν μέσα μου το «ελληνικό φρόνημα» και δεν με αφήνουν ούτε ένα δευτερόλεπτο να ξεφύγω από τον «βουκολισμό».
.

Το εξώφυλλο του δράματος «Η Γκόλφω», από τις εκδόσεις «Αστήρ» Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα, 1971.

.
Έτσι έπιασα ξανά στα χέρια μου το «Δράμα Ειδυλλιακόν εις πράξεις πέντε» του Σπυρίδωνος Περεσιάδου με τίτλο «Η Γκόλφω». Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1893 στην Ακράτα και από τότε το ελληνικό κοινό είχε την τύχη να το απολαύσει σε εκατοντάδες θεατρικές παραστάσεις ενώ η κινηματογραφική μεταφορά του –το 1911 από τον Κώστα Μπαχατώρη με πρωταγωνίστρια τη βεντέτα της εποχής Ολυμπία Δαμάσκου από τα Ταταύλα- αποτελεί και την πρώτη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους (διάρκεια 70΄). Στις πέντε πράξεις του δράματος εξελίσσεται η τραγική ερωτική ιστορία δύο νέων, της βοσκοπούλας Γκόλφως που την προξενεύουν με τον άρχοντα Κίτσο, και του βοσκού Τάσου. Το τέλος είναι σε όλους γνωστό και σαιξπηρικό (η Γκόλφω φαρμακώνεται και ο Τάσος την ακολουθεί).

.

Ο Σπυρίδων Περεσιάδης, δημιουργός της Γκόλφως, Η φωτογραφία του από τη βάση δεδομένων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίων.

.
Ξαναδιαβάζοντας το δράμα διαπίστωσα ότι οι ανέσεις των ανθρώπων στα τέλη του 19ου αιώνα δεν έχουν, τελικά, εξελιχθεί και τόσο πολύ. Έτσι σκέφτηκα ότι την Γκόλφω θα μπορούσαν να τη λένε Κατερίνα, Αμαλία, Στέλλα ή Αλέκα και τους άνδρες πρωταγωνιστές Κώστα, Γιάννη, Γιώργο ή Δημήτρη και όλοι μαζί να ζουν σήμερα στο Αιγάλεω παρά του ομωνύμου όρους και της πρωτεύουσας αντί στα Αροάνια «παρά των Καλαβρύτων». Και ο λόγος είναι απλός: και τότε μόλις νύχτωνε τα πάντα σταματούσαν, και τότε έπαιρναν νερό από τις κεντρικές βρύσες, και τότε επικοινωνούσαν συνομιλώντας ή στέλνοντας ανταποκριτές και τότε ύφαιναν στους δρόμους και τότε πρωταγωνιστούσαν τα …πρόβατα.

.

Η Ολυμπία Δαμάσκου διακρίθηκε ιδιαίτερα στην οπερέτα λόγω της ωραίας φωνής της. Ο πρώτος ρόλος της ήταν η Βαλεντίνη στην «Εύθυμη χήρα». Το πρόγραμμα (7/9/1909) από το Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου.

.
Παρακάμπτοντας το κύριο περιεχόμενο της ιστορίας που είναι η απελπισμένη αγάπη των δύο νέων εστιάζω στις περιγραφές για τον τρόπο ζωής εκείνα τα χρόνια με πολύ μικρά αποσπάσματα από το δράμα, μια και εκτιμώ ότι μοιάζουν ιδιαίτερα με αυτές που ζούμε στο Αιγάλεω κατά καιρούς. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη αρκεί να σας πληροφορήσω ότι όλες οι σύγχρονες υποδομές για τις οποίες πληρώνουμε τα παιδιά και εγώ μας παρέχονται όποτε, εάν και εφόσον μπορούν οι αντίστοιχοι φορείς.

1 Βγαίνω φορτωμένη από το Σούπερ Μάρκετ σαν τον κυρ Μέντιο, διότι έχω και τη μαλακισμένη άποψη ότι το αυτοκίνητο είναι άχρηστο στην πόλη, πέρα από το γεγονός ότι δεν έχω λεφτά να το αγοράσω και να το συντηρήσω. Έχοντας πάρει λοιπόν, το δρόμο της επιστροφής σε κάποια φάση αρχίζω να αναρωτιέμαι πότε ήπια και δεν το θυμάμαι εφόσον περπατώ κάνοντας 8άρια. Δεν είναι όμως μέθη από ποτό, είναι άλλου είδους. Ζω σε μια πόλη όπου όλα τα πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα από τραπέζια, καρέκλες, αυτοκίνητα, κάδους, ομπρέλες, σκουπίδια και ό,τι μπορεί να βάλει ο νους. Σε μια πόλη που χρειάζεται εξοπλισμός ορειβασίας και εκπαιδευμένος οδηγός για να τη διαβείς. Τώρα για το αν θα φτάσεις εκεί που θέλεις, εδώ μόνο μια φράση αρμόζει συνήθως: «Σε γελάσανε!!».

.

Η γωνία αυτή είναι μια τυπική της πόλης μας. Στο τέλος του πεζοδρομίου δεν υπάρχει τρόπος να περάσεις απέναντι ή στο πιο λογοτεχνικό … «εδώ που μπήκες δεν θα ξαναβγείς». Εκτός κι αν.. έχεις γεννηθεί εκεί.

.
ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
(Η σκηνή παριστάνει αλώνι με μια ιτιά στη μέση, στο κέντρο δε του βάθους υπάρχει μια βρύση)
ΣΚΗΝΗ Γ΄
Δύο Άγγλοι περιηγηταί, ένας αγωγιάτης και οι πάρα πάνω (σ.τ.γ. Τάσος και Γκόλφω). Οι περιηγηταί είναι ντυμένοι μ΄ εκδρομική στολή. Από τον ώμο καθ΄ ενός κρέμεται ένα ζευγάρι κυάλια και μια τσάντα.
ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ (Μπαίνοντας). Γεια σου.
ΤΑΣΟΣ. Καλημέρα
ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ. Δε μου λες, έχεις άδεια για νάρθης, εις της Στυγός τα ύδατα αντάμα για να πάμε; Ο κόπος σου θα βγη καλά.
ΤΑΣΟΣ. Που θέλετε να σας πάω; Για ξαναπές το.
Α΄ΛΟΡΔΟΣ. Εις το Στυξ…
ΤΑΣΟΣ (Μ΄ έκπληξη). Το λες, ορέ κουμπάρε; Τι μπιξ και στιξ χαλεύεις ΄δω;
Α΄ ΛΟΡΔΟΣ. Εγκώ το ξέρεις πούναι. Το Στυξ, εντώ εις το Χελμός…
ΤΑΣΟΣ. Αυτούνο είν΄ αλήθεια. Έλα, παπούλη, να σου ειπώ ταμπέλια σου που είναι. Εσύ τα ξέρεις, βλάμη μου, ή ΄γω που ξέρω πόσα. Αχνάρια είναι ο τόπος δω; Σας γέλασαν να ξέρτε.

2 Ξυπνώ βρικολακιασμένη από άλλα δεινά της νύχτα (βλ. παρακάτω) που πήγαν πίσω όλες τις δουλειές, χώνομαι στο μπάνιο, ανοίγω το ντους και αρχίζω να αναρωτιέμαι αν άνοιξα κατά λάθος …το συρτάρι! Νερό τέλος. Και τότε αρχίζει κύκλος εχθροπραξιών. Να ζεστάνω νερό από το ψυγείο να πλυθώ πρόχειρα, να ξαμοληθώ στο Σούπερ Μάρκετ να αγοράσω εμφιαλωμένο (δεν ξέρω αν παρατηρήσατε ότι τα ψιλικατζίδικα έχουν εξαφανιστεί τελευταία) και μετά να αρχίσω τον τηλεφωνικό αγώνα ώστε να πληροφορηθώ ότι …. αδίκως διαμαρτύρομαι: «Έσπασε αγωγός» ή όπως λέει και ο κολλητός «Σπάσανε τα νερά», δηλώνει με στόμφο ο «αρμόδιος» της ΕΥΔΑΠ. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε, ότι για τους αγωγούς εμείς έχουμε ευθύνη, καθώς δεν τους προσέχουμε καθόλου αλλά μόνο ζητάμε από αυτούς. Οπότε καλά να πάθω και ΄γω να τρέχω σαν την τρελή στους δρόμους.

Ο Σταγονούλης. Ο φίλος των παιδιών και ο …. νεαρότερος εργαζόμενος της ΕΥΔΑΠ. Είναι το σήμα κατατεθέν του πολυτιμότερου αγαθού, σύμφωνα πάντα με την ΕΥΔΑΠ. Του νερού!


ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
(Η σκηνή παριστάνει αλώνι με μια ιτιά στη μέση, στο κέντρο δε του βάθους υπάρχει μια βρύση)
ΣΚΗΝΗ Α΄
Γκόλφω και κάμποσες βοσκοπούλες
(Όταν σηκώνεται η αυλαία, διακρίνονται στο βάθος και γύρω απ΄ τη βρύση η Γκόλφω μ΄ άλλες βοσκοπούλες. Κάτω απ΄ τη βρύση γιομίζει μια στάμνα, κάθε βοσκοπούλα έχει μπροστά κι από μια στάμνα και τραγουδούν όλες μαζί).
Εχαμογέλασ΄ η αυγή κ΄ η πούλια πάει στη δύση
Παν τα πουλάκια στη βοσκή κ΄ οι λυγερές στη βρύση,
Το λέν΄ οι κούκοι στα βουνά στις ρεματιές τ΄ αηδόνι.
Και με τον πετροκότσυφα η πέρδικα μαλώνει.
Θάλασσα πλατειά,
Μαγκούφα ξενητειά….

3 Επέστρεψα στον ΟΤΕ, πλήρωσα Conn-x μέχρι 24mbps και δεν είχα συνεχές ίντερνετ επί μακρόν. Στο τέλος μου είπαν ότι το σπίτι μου έχει πρόβλημα επειδή είναι .. μακριά από το ΚΑΦΑΟ!! Δεν ξέρω αν γνωρίζετε, επίσης, ότι τα ΚΑΦΑΟ τα φτιάχνουμε εμείς και οφείλουμε να ενημερώνουμε τον οργανισμό. Τέλος πάντων, μετά από μάχες τηλεφωνικές, και προσωπικές, δήλωσαν ότι δεν μπορούν να μου παράσχουν παρά μόνο 8άρα σύνδεση και σύμφωνα με τις δηλώσεις της προϊσταμένης του «αρμόδιου» τμήματος του Αιγάλεω… «μου πούλησαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες»!!! Σήμερα πληρώνω 8άρα και κατά καιρούς έχω adsl σύνδεση. Τις άλλες ώρες συνδέομαι με φορητή 3G από εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, η οποία ωστόσο δεν είναι στο Αιγάλεω πάντα 3G αλλά κατά κανόνα GPRS. Ξέρετε πώς διανέμονται αυτά τα πράγματα. Ταξικά. Έτσι το μόνο που μου μένει είναι η παλιά εγγυημένη διασκέδαση και επικοινωνία: τα πουλιά!

.

Τα γνωστά ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ. Εδώ απαθανατίστηκαν εκείνα που προφανώς υποστηρίζουν τις επικοινωνίες στην καρδιά της πόλης (Ιερά Οδός & Θηβών). Προσέξτε ότι μπορεί να τα ανοίξει οποιοσδήποτε. Όσο για τη σακούλα των σκουπιδιών που εξέχει, ε.. αυτή είναι σήμα κατατεθέν της χώρας μας. Ναι το παρκαρισμένο είναι επί της «Λεωφόρου» Θηβών!

.
ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α΄
ΓΚΟΛΦΩ (μόνη)
Η σκηνή παριστάνει προαύλιο, εις το βάθος του οποίου φαίνεται η καλύβα της Αστέρως. Όταν σηκώνεται η αυλαία, φαίνεται να κάθεται η Γκόλφω εις το βάθος της σκηνής, πεσμένη σε μεγάλη μελαγχολία.
ΓΚΟΛΦΩ. Εσείς, πουλιά πικρόλαλα, δώστε μου τη λαλιά σας, δώστε μου το κελάϊδι σας τη μοίρα μου να κλαίω, να τραγουδώ τον πόνο μου και το παράπονό μου: Και σεις βουνά, και σεις κλαριά, όντας με τους ανέμους, με τους καιρούς μαλώνετε, με το Βορριά πιανώστε, με τη δική μου την καρδιά, βουνά μου να βογγάτε, με τη δική μου τη λαλιά, κλαράκια μου να κλαίτε. Όσο η πλάση στέκεται στο διάβα του χειμώνα και στις βαριές κακοκαιριές ν΄ ακούγωνται της Γκόλφως…..

4 Μετρό Αιγάλεω ή αλλιώς οι πύλες της κολάσεως. Εκεί καταμεσής στην πόλη έφτιαξαν έναν σταθμό που εξυπηρετεί χιλιάδες κατοίκους των τριών Δήμων της Δυτικής Αθήνας, εκείνων της Δυτικής Αττικής αλλά και των όμορων του Πειραιά. Φυσικά όλα έγιναν χωρίς κανέναν προγραμματισμό και κυρίως χώρους στάθμευσης. Όσο για το πράσινο; Ε, ευκαιρία ήταν να κουρέψουν κι ό,τι είχε απομείνει. Πάει η πλατεία μας (Εσταυρωμένος) πάνε και τα δέντρα της και τα παγκάκια της. Τώρα όλα τσιμέντο. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά σε όσα επικρατούν πέριξ του σταθμού. Αυτοκίνητα που παρκάρουν όπου μπορούν και όπως μπορούν, άνθρωποι αλαφιασμένοι σαν πρόβατα προς σφαγή, ανεβοκατεβαίνουν ψάχνοντας έξοδο διαφυγής, σκύλοι που γαυγίζουν και δαγκώνουν ό,τι προλάβουν και βρώμα. Απίστευτη βρώμα από το παρακείμενο σούπερ μάρκετ που αδειάζει ψαρόνερα, τενεκέδες από φέτα και ό,τι άλλο υγρό και στερεό του περισσεύει. Και μέσα σε όλα αυτά μικροπωλητές και πανηγυρτζήδες να ανεμίζουν κιλότες, σεμέν, χαλιά και διάφορα συναφή, υφασμάτινα, που κάνουν την περιοχή να θυμίζει αποκλεισμένο κάστρο έτοιμο να παραδοθεί στους πολιορκητές του. Ο κακός χαμός δηλαδή, ή αλλιώς που ΄σαι Γκόλφω να δεις! Μόνη παρηγοριά εκείνοι οι άνθρωποι που ντυμένοι ως αυτόχθονες αμερικανοί καλύπτουν με τις μελωδίες τους την οχλαγωγή.

.

Μια άποψη του σταθμού Μετρό στο Αιγάλεω. Είναι κάπου εκεί πίσω από τα αυτοκίνητα. Ο δρόμος υποτίθεται ότι έχει δύο λωρίδες. Οι κάδοι ανήκουν στο Σούπερ Μάρκετ ενώ τις παντιέρες και τα λιμνάζοντα νερά δεν μπόρεσα να τα απαθανατίσω λόγω.. .δυσοσμίας.


ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ
(Η σκηνή παριστάνει προαύλιο της καλύβας του Ζήση)
ΣΚΗΝΗ Α΄
(Όταν σηκώνεται η αυλαία φαίνονται να κάθονται η Σταυρούλα και τριγύρω της διάφορες βοσκοπούλες, οι οποίες ασχολούνται με διάφορα κεντήματα, όλες μαζί τραγουδούν):
Της λυγερής το φόρεμα, της νύφης το φουστάνι
δέκα κορίτσια τώραβαν και δεκαοχτώ ραφτάδες.
Κ΄ ένα κορίτσι δροσερό σαν του Μαγιού τον κρίνο
και ροδινό σαν χαραυγή ράβει και τραγουδάει:
«Όσα πλουμίδια, νύφη μου, έχει το φόρεμά σου,
τόσα είν΄ τα χρόνια σου και τόσα τα καλά σου».

5 Εκεί που έχει βραδιάσει και λέω ας κάνω καμιά δουλειά (μαγείρεμα, πλυντήρια, σιδερώματα κλπ ουδόλως ευχάριστα πράγματα) και να αράξω λίγο με ραδιόφωνο, τηλεόραση ή να δουλέψω στον υπολογιστή… κόβεται το ρεύμα. Μα να ήταν σπάνιο, να πω πάει στο διάολο. Εδώ μιλάμε ότι η ΔΕΗ στην περιοχή μας δίνει ρεύμα, συνεχώς, μόνο σε .. .εργαστηριακές συνθήκες, ήτοι: να λείπουν τα 2/3 των κατοίκων, η θερμοκρασία να κυμαίνεται μεταξύ 20-30 βαθμών, να μην βρέχει, να μην έχει πολλά σύννεφα, να μην μεσολαβούν πολιτιστικά δρώμενα ή άλλες μαζικές εκδηλώσεις. Έτσι μένω με τα κεριά στα χέρια να γυρνώ σαν βοσκοπούλα που μονολογεί σε βάρος της τύχης της, με σεξιστικού περιεχόμενου φράσεις. Και πέφτω στο μαξιλάρι με το όνειρο μιας καλύτερης επόμενης μέρας που όλα θα τα φέγγει ο ήλιος, όπως ακριβώς οι ήρωες της Γκόλφως.

.

Αυτό το .. . Γκουαντάναμο βρίσκεται μεταξύ α΄ και β΄ ορόφου του σπιτιού μας. Μέσω του … μπουγαδόσκοινου ηλεκτροδοτείται το απέναντι σπίτι. Νύχτα. Μόλις έχει διορθωθεί η διακοπή ρεύματος. Αιγάλεω, 3η χιλιετία.

.
ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ
Η σκηνή παριστάνει το αλώνι που βρίσκεται κοντά στη βρύση. Είναι χαραυγή.
ΣΚΗΝΗ Δ΄
ΔΗΜΟΣ και ΑΣΤΕΡΩ
ΔΗΜΟΣ (μπαίνοντας αγανακτισμένος). Δεν το κουνάω από ντίπ, να τόσο για δεν κάνω. Παλάβωσα ολονυκτίς γυρνώντας ΄σα ζουλάπι, μέσ΄ στο σκοτάδι.
(κάθεται). Κατά γης θα κάτσω, ως να βγάλη ο ήλιος κέρατα… Αμ δα!

Αυτά φίλοι μου συμβαίνουν, σήμερα, στην πόλη που γεννήθηκα εγώ και οι γονείς μου, 5 χιλιόμετρα από την Ομόνοια, με το αρχαιοπρεπές όνομα Αιγάλεω, και σε μια περιοχή δίπλα σε ένα από τα μεγαλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας (ΤΕΙ Αθήνας). Μια πόλη για την οποία η κεντρική εξουσία, προφανώς, δεν ενδιαφέρεται αφού κατοικείται από χαμηλών εισοδημάτων πολίτες και πολλούς οικονομικούς μετανάστες. Και για να απαντήσω σε εσένα καλέ μου φίλε που με ρώτησες «τι κάνει ο Δήμαρχος;» θα σου πω ότι ο τοπικός μας άρχοντας κάνει δύο πράγματα: (1) εκλέγεται και (2) συντονίζει την βοήθεια σε άλλους Δήμους που έχουν πρόβλημα. Ό,τι κάνουν δηλαδή και οι κυβερνώντες: εκλέγονται και βοηθούν άλλα κράτη.

Κλείνοντας, επιστρέψτε μου να κραυγάσω: «Γιατί μωρή Γκόλφω δεν παντρεύτηκες τον Κίτσο να τα ΄χεις όλα στο χέρι;». Διαβάστε το δράμα και θα καταλάβετε τι εννοώ….

Πηγές από το διαδίκτυο
Η Γκόλφω, Βικιπαίδεια
Σπυρίδων Περεσιάδης, βιογραφία, ΕΚΕΒΙ
Οι συντελεστές της ταινίας Γκόλφω, Retro DB
Ολυμπία Δαμάσκου, βιογραφία, Πολύμνια
Ο δικτυακός τόπος του Δήμου Αιγάλεω

.